Εικαστικές γεφυροποιήσεις κι ερωτήματα

Η έκθεση «Δακτυλιδόπετρες» της Μαρίας Κομπατσιάρη πραγματοποιείται αυτόν τον καιρό στην πρεσβεία της Βενεζουέλας. Πηγή έμπνευσης για τη δημιουργό ήταν οι αρχαιοελληνικοί σφραγιδόλιθοι

Από την
ΑΘηνά Σχινά

Την προηγούμενη εβδομάδα αναφέρθηκα στα «αφιερώματα» και στον πολιτισμικό φεστιβαλικό οίστρο, στο δημιουργικό πλαίσιο του οποίου (με ή άνευ εισαγωγικών) θεωρεί κάθε καλλιτέχνης -και ο ανάλογος επιμελητής- ότι είναι επιβεβλημένη η συνεχής παρουσία τους στο πάλκο της τέχνης, που συχνά μετατρέπεται σε παλκοσένικο. Κι επειδή είναι στη φύση του ανθρώπου, σε ό,τι με κόπο κατακτά, σε λίγο να το εγκαταλείπει ή στον βωμό της ασυλλόγιστης ανανέωσης εμπρόθετα να το «παρακμάζει» (διαγκωνιζόμενος προπαντός για τη θέση της δικής του παρουσίας), βλέπουμε και βιώνουμε συνήθως την ευκολία με την οποία πολλές έννοιες παραχαράσσονται και διαστρεβλώνονται.
Παραβιάζοντας και παρερμηνεύοντας τα όρια που ο ίδιος ο σκεπτόμενος άλλοτε καλλιτέχνης είχε κάποτε βάλει, υπολογίζοντας και σεβόμενος επικοινωνιακά και κυρίως πνευματικά τον αποδέκτη του, με τη διαπραγματευτική σήμερα δύναμη που του προσφέρει η σύγχρονη πλέον εκφραστική ελευθερία αξιοποιεί επιδερμικά ποικίλα ζητήματα «γούστου», που κατά το νωπό παρελθόν μας ήταν ακόμη καταδικαστέα.

Αλλοτε, πάλι, τα ζητήματα αυτά προκαλούσαν ειρωνεία, ενώ σήμερα που «αναπτυχθήκαμε» και εκμοντερνιστήκαμε, μετατρέψαμε τον πλουραλισμό της «παγκοσμιοποιημένης» συνείδησής μας σε θεσμοθετούμενο πληθωρισμό. Μέχρι και την ίδια την υποκρισία, με την αποδοχή και την ανοχή μας, καταφέραμε να την έχουμε σοφιστικά εξωραΐσει, καθώς σταδιακά μιθριδατιζόμαστε στην έλλειψη αντίδρασης απέναντι στη διόγκωση κάθε υποκειμενισμού, αλλά και του δήθεν εκδημοκρατισμού, όπως και των «δικαιωμάτων» που εξ αυτών απορρέουν. Σταδιακά συνηθίζουμε στην άμβλυνση και την απεμπόληση των ηθικών και παράλληλα των πνευματικών μας αντιστάσεων, μέσα από τις ευκολίες του καθημερινού μας λέγειν, πράττειν και μεταπράττειν.

Σιωπηρά εξαγοράζουμε τις δίκαιες κι άλλοτε τις άδικες συνενοχές μας, δεχόμενοι τις βολικές κατά τα άλλα «αδυναμίες» μας, οι οποίες ωστόσο μας καθιστούν ομήρους στο εφησυχαστικό και πολυεθνικό μας «τοπίο», όπου τίποτε πια δεν μας αντιστέκεται! Η υποτιθέμενη πολυγλωσσία έγινε αγλωσσία, όπως η εμβάθυνση μετατράπηκε σε εκτατικότητα.
Οι προηγούμενες διαπιστώσεις ουδόλως υπονοούν πως δεν πρέπει, στην τέχνη και σε άλλους πολιτισμικούς τομείς, να ανανεωνόμαστε. Αντίθετα, επιβάλλεται μάλιστα, θεωρώντας ωστόσο ότι θα μπορούσε να περιστραφεί αυτή η πολυεπίπεδη ανανέωση γύρω από τους τρόπους, τις ποιότητες, τα υπολανθάνοντα νοήματα, τους συνειρμούς και τις συνάψεις των εκφραστικών και των νοηματικών παραμέτρων που θα διαμόρφωναν νέες αισθητικές προτάσεις. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε η εικαστική τέχνη -στην προκειμένη περίπτωση- να αναγεννήσει ριζικά κι όχι μόνο τεχνοτροπικά τη γλώσσα της, από μέσα προς τα έξω, εμπλουτίζοντας ουσιαστικά (και όχι ως συνήθως επισχολιαστικά) την ίδια την εμβέλεια του παραγόμενου κάθε φορά έργου, του ταυτιζόμενου βέβαια με τη φιλοσοφημένη στόχευση του καλλιτέχνη, σύμφωνα πάντα με τις αναγκαιότητες και τα υπαρξιακά προβλήματα του καιρού μας.

Ο πλουραλισμός της εποχής μας όμως, με τις off-shore συνειδησιακές αντιλήψεις και πρακτικές μας, με τη δική μας επιπλέον συγκατάβαση και την ανοχή, με την αδιαφορία και την ανευθυνότητα, με την πολιτισμικά πληθωριστική συνδιαλλαγή και τα διάφορα ιδεολογικά προσχήματα που χρησιμοποιούμε, αλλά και με τη σοφιστικού τύπου «διαλεκτικότητα» που επιλέγουμε μέσα από ευρήματα που ποικιλοτρόπως εφαρμόζουμε, σχεδόν σκόπιμα και χωρίς αντιστάσεις, μετατρέπεται στις μέρες μας σε καλλιτεχνική «υπεραξία» πνευματικών «προϊόντων». Των «προϊόντων» που αναζητούν εναγωνίως την αξία τους, την οποία αφήσαμε εμείς να διακυβεύεται, αν δεν την έχουμε κι εκείνη ήδη ξεπουλήσει σε κανένα διεθνές «Υπερταμείο». Κι όπως πάντα, χρεωνόμαστε για να φτωχαίνουμε, ανταλλάσσοντας την πνευματική μας και την καθημερινή μας ελευθερία με την ασφάλεια που μας παρέχει η ομηρία μας.

Κάθε κανόνας δεν αγνοεί την εξαίρεση. Κι επειδή δεν είναι διόλου στις προθέσεις μου να είμαι ισοπεδωτική, θα έλεγα ότι οι αρκετές εξαιρέσεις είναι μάλιστα εκείνες που κάνουν αναγκαία -δυστυχώς για την προκειμένη περίπτωση- την επισήμανση του κανόνα.
Ανάμεσα στις εξαιρέσεις, αλλά μέσα στις συντεταγμένες και των άλλων φεστιβάλ, έχουμε αυτήν την εποχή και το Φεστιβάλ Χαρακτικής. Εξευρωπαϊσμένο μάλιστα, ακούει στον υπέρτιτλο Print-fest, παραπέμποντας στην τυπωμένη επιφάνεια και όχι, καθώς φαίνεται, στη λογική (και τη φιλοσοφία) της χάραξης. Κι ερωτώ, μήπως αυτή η εκδήλωση, που θα προσπαθήσει, όπως όλα δείχνουν, να γίνει θεσμός, θα μπορούσε να περιλάβει και τη φωτογραφία; Διότι και αυτή τυπώνεται! Πιθανόν έτσι να μπορεί να γίνει, αφ’ης στιγμής τίποτε πλέον δεν αποκλείεται και η ελευθερία για τον λόγο αυτόν γεννήθηκε, δηλαδή για να μας εξυπηρετεί, εφόσον τίποτε δεν είναι κακό στην τέχνη κι όλα καλά είναι και ακόμη καλύτερα κρατούν, με βάση όσα ανέφερα προηγουμένως.


Η έκθεση στην οποία θα αναφερθώ είναι οι «Δακτυλιδόπετρες» της Μαρίας Κομπατσιάρη, που πραγματοποιείται αυτόν τον καιρό στην πρεσβεία της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας στην Ελλάδα (Αθήνα). Πηγή έμπνευσης για την εικαστική δημιουργό ήταν οι αρχαιοελληνικοί σφραγιδόλιθοι. Τους επέλεξε γιατί, εκτός των άλλων, ασκούν για εκείνη μια «κρυφή γοητεία» (υπότιτλος δικός της για την έκθεση).

Αριστουργηματικά μικροτεχνικά έργα, κατά την αρχαιότητα, φιλοτεχνημένα με αξιοθαύμαστο τρόπο πάνω σε επιφάνειες κυμαινόμενης κι ελαφράς καμπυλότητας, την οποία είχαν (με βάση την κοπή τους) ορισμένες ημιπολύτιμες και ημιδιαφανείς ορυκτές πέτρες, οι σφραγιδόλιθοι στην αρχαιότητα συμβόλιζαν -μέσα από τη μυθοπλασία και την ευρηματική συναρμογή των θεμάτων τους- τη δύναμη και μια σειρά από ιδιότητες. Συμβόλιζαν επίσης την αρχετυπικότητα και τη θεσμοθετημένη εξουσία ή την πραγματική (στην εκάστοτε οριζόμενη επικράτειά της), πότε πάλι τη φαντασιακή, κάποτε και την επιθυμητή ακόμη κυριαρχία του φέροντος, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά όπως αυτά κωδικοποιημένα απεικονίζονταν σε καθένα από τα έργα.

Αλλοτε, πάλι, τα εμβληματικού τύπου εσώγλυφα θέματα των σφραγιδόλιθων παρέπεμπαν στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του φέροντος, σε αναγνωριστικό σημάδι, σε αυθεντικότητα προέλευσης και σε ένα είδος ταυτότητας που αφορούσε την κοινωνική και θρησκευτική θέση του ατόμου στην ιεραρχία. Ως έργα τέχνης αποτελούσαν δεξιοτεχνικά υποδείγματα γλυπτοχαρακτικής, έχοντας επιπλέον κι έναν ευετηριακό ή αποτροπαϊκό χαρακτήρα, ο οποίος συνόδευε όσους φορούσαν αυτές τις «κοσμητικές» διακρίσεις τόσο στην επίγεια όσο και στη μεταθανάτια ζωή τους. Η Μ. Κομπατσιάρη, πάνω σε τσίγκινες συνήθως πλάκες οξυγραφίας, μελανώνει τα δικά της θέματα, που προέρχονται από τη φύση ή την αρχαιότητα, καθώς χρησιμοποιεί με εναλλακτικό τρόπο μια εναρμόνιση χρωματικών ημιτονίων, άλλοτε πάλι κόκκινες, γαλάζιες και σμαραγδένιες αποχρώσεις στην εξπρεσιονίζουσα κατά τα άλλα γραφή της, που αποτυπώνεται πάνω στα χειροποίητα και υποβλητικά συνδυασμένα της χαρτιά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αξιοποίηση του χώρου στα περίκλειστα θέματά της, ο τρόπος επίσης που ευφρόσυνα η Μ.Κ. τα διαμορφώνει και τα αναδεικνύει. Εντύπωση προκαλεί η ελεγχόμενα λυρική ατμόσφαιρά της και η νοτισμένη με «προγονικό νόστο» συνομιλία που η δημιουργός αναπτύσσει με την αρχαιότητα, αποφεύγοντας ωστόσο τους συμβολισμούς, καθώς επικεντρώνεται στη γοητεία και την αισθαντικότητα που προκαλούν οι επεξεργασίες, οι συνδυασμοί και οι χροιές των υλικών της.

Από την άλλη πλευρά, με τον τίτλο-υπόστεγο «Αρχαίο Δράμα: Διεπιστημονικές και Δια-καλλιτεχνικές Προσεγγίσεις» και με υπότιτλο «Προμηθέας 2.0» παρουσιάζεται στο Ιδρυμα Κακογιάννη μια πολυπρόσωπη έκθεση, που απλώνεται σε τρία επίπεδα (μαζί με το ισόγειο), υποστηριζόμενη από το ΕΣΠΑ και την Περιφέρεια Αττικής (μέσω του ΠΕΠ Αττικής 2014-2020).

Ωραίο είναι να αναλαμβάνει κανείς τέτοιες αισιόδοξες πρωτοβουλίες, που καλό είναι πάντως να συγκροτούνται πληρέστερα και πειστικότερα, εκτός κι αν είναι επιθυμητή η στόχευση της παρουσίασης μιας ελευθερίας πειραματισμών και ερευνητικών δοκιμών ή αναζητήσεων, που θεμιτές είναι, αλλά μπερδεύουν αντί να βοηθούν τον θεατή, καθώς το ένα έργο διαγκωνίζεται κι εν τέλει συγκρούεται με το άλλο. Από κείμενα βεβαίως, άλλο τίποτε. Πληθωριστική η κατάσταση από την άποψη του θεωρητικισμού. Τα είπαμε άλλωστε παραπάνω. Ο Προμηθέας εδώ προσεγγίζεται από όλες τις εκδοχές της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, σαν να πρόκειται για αφιέρωμα στον Φρόιντ, κατά τα άλλα όμως; Χρειάζεται προσοχή στις «γεφυροποιήσεις». Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά η ανισότητα και κυρίως η παρουσίαση των έργων στους προκείμενους χώρους περιπλέκει τα πράγματα.

Ας το αντιληφθούμε επιτέλους ότι δεν πάνε όλα με όλα! Σε αυτές τις περιπτώσεις ποια «εικονοποίηση» εν τέλει καλείται να υπηρετήσει η εικαστική δημιουργία; Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν μπορώ πάντως να πω ότι δεν ξεχωρίζουν, ανάμεσα στα πολλά, και κάποια έργα, πολύ καλά μάλιστα, που θα μπορούσαν να σταθούν και σε όποια άλλη έκθεση, όπως των Σίμη Γκατένιο, Μιχ. Καλλιμόπουλου, Ν. Κοτσάμπαση, Ε. Μουζακίτη, Νίκου Μόσχου, Ισμήνης Μπονάτσου, Ν. Παπαδημητρίου, Φοίβου Σοφικίτη, Μάρθας Τσιάρα, Β. Φερεντίνου και Θεόδ. Χρυσικού.

*Ιστορικός Τέχνης & Θεωρίας του Πολιτισμού