Αισθήματα κατωτερότητας και πόθος της εξουσίας

Για τον Γερμανό ψυχίατρο Εριχ Φρομ ο πόθος της εξουσίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έκφραση της ανικανότητας του ατόμου να σταθεί μόνο του και να ζήσει

Από τον
Παντελή Βασματζίδη*

Ο Βιενέζος ψυχίατρος Αλφρεντ Αντλερ (1870-1937) στο έργο του «Ατομική Ψυχολογία» αναφέρει ότι ο άνθρωπος αγωνίζεται για μοναδικότητα και ανωτερότητα, με στόχο να ξεπεράσει αισθήματα ανεπάρκειας και κατωτερότητας. Από τη γέννησή του, ως μικρό και αδύναμο παιδί, είναι εύλογο να αισθάνεται κατώτερος στον κόσμο των μεγαλύτερων και δυνατότερων ανθρώπων. Γι’ αυτό ακριβώς τα αισθήματα κατωτερότητας είναι αναπόφευκτα και οικουμενικά. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες συμπεριφορικές στάσεις των γονέων που ευοδώνουν την ανάπτυξή τους.

Ετσι, το χάιδεμα ή η υπερπροστασία, το να μην αφήνουμε το παιδί να κάνει τίποτα μόνο του, το οδηγεί σε στέρηση εμπειριών που θα του επέτρεπαν να συμμετέχει και να συνειδητοποιεί τη δύναμή του, με αποτέλεσμα να αισθάνεται ανίκανο και να έχει μειωμένη αυτοπεποίθηση. Με τον ίδιο τρόπο, το παραμελημένο και απορριπτόμενο παιδί δεν αισθάνεται ικανό για συμμετοχή, επειδή οι άλλοι δεν αποδέχονται τη συνεισφορά του και απορρίπτουν τις προσπάθειές του. Φαίνεται ότι η αποθάρρυνση είναι το κοινό σημείο και στις δύο περιπτώσεις.

Από το αίσθημα κατωτερότητας πηγάζει μετέπειτα η ανάγκη του ατόμου να ανυψώσει το αίσθημα της προσωπικής αξίας του, είτε ασκώντας εξουσία πάνω σε άλλους είτε βρίσκοντας άλλο τρόπο, που θα το κάνει να νιώσει ανώτερο. Για να ξεπεραστεί το αίσθημα κατωτερότητας στα παιδικά χρόνια το παιδί θα υιοθετήσει συμπεριφορές που θα το οδηγήσουν στο να ξεχωρίζει. Αυτό μπορεί να γίνει με χρήσιμους ρόλους, όπως το να είναι καλός μαθητής, καλός αθλητής, κάνοντας ηρωικές πράξεις ή αντίθετα να είναι ενοχλητικό, επιδεικτικό και καταστροφικό. Σε αυτή τη διαδικασία συγχέει την υπεροχή με την ισοτιμία, δηλαδή μπορεί να αγωνίζεται να γίνει ανώτερο με τη λανθασμένη πεποίθηση πως θα γίνει «ξεχωριστό» σαν τους άλλους και έτσι ίσο με αυτούς.

Ο άνθρωπος συνήθως ακολουθεί δύο σταθερούς τρόπους για να αντιμετωπίσει τα αισθήματα κατωτερότητάς του. Με τη φυγή στην αρρώστια προσελκύει την προσοχή και το ενδιαφέρον των άλλων, επιβάλλοντας τη θέλησή του στο περιβάλλον, καθώς και με την προσπάθειά του να είναι ο «πρώτος». Με αυτόν τον τρόπο κερδίζει σπουδαίες μάχες που ερμηνεύονται ως επιτυχία, αποτελούν όμως έναν νευρωτικό ψυχαναγκασμό για επιβεβαίωση. Ο αγώνας για υπεροχή δεν καταλήγει αναγκαστικά στη νεύρωση. Μπορεί κάποιος να αγγίξει την επιτυχία στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τα αισθήματα της κατωτερότητάς του. Αυτό επιτυγχάνεται με τον μηχανισμό της αναπλήρωσης. Κλασικό παράδειγμα, ο Δημοσθένης, που ξεπέρασε τον βατταρισμό του και έγινε μεγάλος ρήτορας. Εάν το άτομο δεν επιτύχει να ξεπεράσει αυτά τα αισθήματα, τότε σε όλη τη ζωή του φέρει τη σφραγίδα της μειονεξίας. Στην προσπάθειά του να είναι κάποιος κάτι ιδιαίτερο, επειδή αισθάνεται αποθάρρυνση ή απόρριψη, αναζητεί μια θέση σημαντικότητας μέσα από την προσοχή: «Μόνο όταν κερδίζω προσοχή έχω κάποια αξία». Εάν δεν τα καταφέρει, πιθανόν να στραφεί σε έναν άλλον στόχο, αυτόν της δύναμης, ο οποίος μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, που πάντα σημαίνουν κυριαρχία, όπως, για παράδειγμα, η διαπροσωπική εξουσία.

Ο στόχος της εξουσίας αντανακλά το αίσθημά του «πρέπει να κάνεις αυτό που θέλω εγώ». Σε αυτή τη διεργασία επιζητεί τον δικό του τρόπο επίλυσης των προβλημάτων ή εκπλήρωσης των καθηκόντων. Ωστόσο, η άρνηση του σεβασμού των άλλων ενδέχεται να διαταράξει την αρμονία και τη συνεργασία. Εάν το άτομο συμπεράνει ότι μέσα από τη δύναμη αδυνατεί να βρει μια θέση και αισθάνεται πολύ πληγωμένο, μπορεί να οδηγηθεί στην εκδίκηση. Επιδιώκει, δηλαδή, να εκδικηθεί και να πληγώσει τους άλλους, καθώς νιώθει πολύ μεγάλη απογοήτευση, υιοθετώντας μάλιστα ακραία μέσα επιβεβαίωσης της αξίας του, όπως η τιμωρητική εξουσία.

Για τον Γερμανό ψυχίατρο Εριχ Φρομ (1900-1980) ο πόθος της εξουσίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έκφραση της ανικανότητας του ατόμου να σταθεί μόνο του και να ζήσει. Αυτός που αγωνίζεται για την εξουσία δεν είναι δυνατός, αλλά αδύνατος. Επιζητεί την πρόσθετη δύναμη της εξουσίας για να εξασφαλιστεί.
Σε φυσιολογική βάση, η καθημερινή ζωή μας είναι μια αμφίδρομη σχέση εξουσιάζοντος - εξουσιαζομένου. Ομως σε ακραίες περιπτώσεις, καθώς η τάση για εξουσία βασίζεται στον σαδισμό του ατόμου και η προσκόλληση στον ρόλο του εξουσιαζομένου στον μαζοχισμό, πιθανόν η ζωή για τα άτομα αυτά να είναι ένα «σαδομαζοχιστικό παιχνίδι» με τα επακόλουθά του.

Η εκδηλούμενη επιθυμία εξουσιασμού (το να εξουσιάζεται κάποιος) ερμηνεύεται με τον αμυντικό μηχανισμό «της ταυτοποίησης με τον επιτιθέμενο», όπου ο εξουσιαζόμενος ταυτοποιείται με τον εξουσιάζοντα και έτσι αντέχει τα δύσκολα συναισθήματα που του ανακινούνται. Αλληλοδιάδοχα η υποταγή, η συμμόρφωση και η ταυτοποίηση με τον επιτιθέμενο μπορεί να δώσουν μια αίσθηση σκοπού και ασφάλειας σε κάποιον μοναχικό, αποξενωμένο και ευρισκόμενο σε σύγχυση. Φαίνεται ότι το άτομο έχει δύο τρόπους για να αντιμετωπίσει την καταπιεστική εξουσία. Ο πρώτος είναι να επαναστατήσει. Ο δεύτερος είναι να συμμετέχει, γεγονός που του δίνει τη δυνατότητα να αντέξει την καταπίεση και την υποταγή. Με αυτόν τον τρόπο η αναδυόμενη εχθρότητα μπλοκάρεται, καθώς εξισορροπείται από τη φαντασίωση ότι είναι ένα με την εξουσία.

*Συγγραφέας - Ψυχίατρος