Οι τράπεζες δεν είναι εκκλησίες

Πρέπει να διαγράφεται το χρέος του πολίτη, αν στον πλειστηριασμό το πιστωτικό ίδρυμα πάρει έστω και ένα ευρώ

Από τον
Φαήλο Μ. Κρανιδιώτη

Οταν ξεκίνησα το άθλημα του μαχόμενου δικηγόρου, τουτέστιν αγώνας δρόμου μετά τσάντας και γραβάτας, για να ιδρώνεις σαν μουλάρι -εύχομαι ο Κροάτης μισθοφόρος, που πρώτος έδεσε έτσι μια λωρίδα ύφασμα και άρεσε στους Γάλλους, να βράζει στην Κόλαση!-, μου έκανε εντύπωση στα ακροατήρια ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι τράπεζες. Κάτι σαν το ίδιο το κράτος, την Εκκλησία, πάντως ως κάτι σχεδόν ιερό και απαραβίαστο. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι παρά εμπορικές επιχειρήσεις - ό,τι είναι από ένα περίπτερο μέχρι μια πολυεθνική εταιρία. Και οι εμπορικές επιχειρήσεις έχουν ρίσκα, όλες. Επί δεκαετίες οι τράπεζες είχαν υπερκέρδη. Επαιρναν τα χρήματά μας με αστείο επιτόκιο, ψίχουλα, και μας τα δάνειζαν με τοκογλυφικό διψήφιο τόκο. Δείτε και σήμερα: 0% στο Ταμιευτήριο, και στα δάνεια και στις κάρτες είναι κανονικές αιματορουφήχτρες.

Οσο λοιπόν η «φούσκα» της οικονομίας μεγάλωνε και δέναμε τα σκυλιά με τα δανεικά λουκάνικα, τα κέρδη δικά τους. Τώρα που η «φούσκα» έσκασε, οι ζημιές όλες δικές μας. Οταν ακούτε «ανακεφαλαιοποίηση» κ.λπ., σημαίνει ότι το κράτος δανείζεται χρήμα απέξω, το δίνει στις τράπεζες και το πληρώνετε εσείς μέσω της -ληστρικής πλέον- φορολογίας.

Εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες έχουν λοιπόν «κόκκινα» δάνεια, πολλά από αυτά στεγαστικά. Κάποιοι λίγοι σίγουρα είναι μπαταχτσήδες - πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Ο μέσος Ελληνας είναι τίμιος και ειλικρινής. Οταν δεσμεύεται για κάτι, το τηρεί. Οταν δίνει τον λόγο του, το χέρι του, την υπόσχεσή του, κάνει αυτό που λέει. Η παλιανθρωπιά, η ατιμία, η έλλειψη μπέσας είναι η εξαίρεση, όχι ο κανόνας. Γι’ αυτό είμαστε περισσότεροι έξω από τις φυλακές και λιγότεροι μέσα. Γι’ αυτό δεν κυκλοφορούμε όλοι με το σαρανταπεντάρι στο χέρι. Ο μέσος Ελληνας πολίτης προσπαθεί να πληρώνει τις υποχρεώσεις του.

Ηρθε όμως η κρίση και πολλοί συμπολίτες μας έχουν καταστραφεί. Πήραν κάποτε ένα δάνειο, πλήρωναν κανονικά και κάποια στιγμή μειώθηκε δραματικά το εισόδημά τους ή έχασαν κάθε εισόδημα. Η τράπεζα είχε εκτιμήσει το σπίτι τους, π.χ. 300.000, και τους έδωσε τόσα, πλήρωσαν 100.000, κάποια στιγμή «γονάτισαν» και με τους τόκους έγινε το χρέος πάλι 300.000. Σήμερα όμως το σπίτι μπορεί να μην αξίζει ούτε 80.000. Η τράπεζα τους το βγάζει στον πλειστηριασμό, παίρνει π.χ. 70.000, και ο πολίτης, συνήθως οικογενειάρχης, χρωστά ακόμη 230.000, που με τους τόκους να «τρέχουν» θα ξεπεράσουν πάλι τις 300.000, και πλέον κινδυνεύουν και το πατρικό στο χωριό και όποια άλλη περιουσία της οικογένειας, η οποία για τον μέσο άνθρωπο είναι προϊόν μόχθου, γονικών παροχών, κληρονομιών, οι κόποι δύο και τριών γενεών.

Δεν είναι όλοι τρωκτικά του κρατικού Προϋπολογισμού. Η τράπεζα όμως, όταν εκτιμούσε το σπίτι, το μαγαζί κ.λπ. 300.000, και έδινε το δάνειο, ως εμπορική επιχείρηση έπαιρνε ένα ρίσκο.
Και, λόγω της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών στα χρόνια των Μνημονίων, αυτό το ρίσκο έφερε για την τράπεζα ντόρτια. Επομένως, πρέπει να φέρει και το βάρος αυτού του ρίσκου, και με τον πλειστηριασμό του ακινήτου ακόμη κι αν η τράπεζα πήρε μόνο ένα (1) ευρώ να διαγράφεται το χρέος, και όχι να ξεφυτρώνει συνεχώς σαν τα κεφάλια της Λερναίας Υδρας και να κινδυνεύει κι η άλλη περιουσία των πολιτών. Γίνεται και σε άλλες χώρες με τα δάνεια των ακινήτων.

Αυτό πρέπει να γίνει και, μαζί με άλλα μέτρα, όπως το «κούρεμα» δανείων, η προστασία της πρώτης κατοικίας, να σταματήσει η επίθεση στην ατομική ιδιοκτησία, διότι η Γερμανική Ευρώπη θέλει να μας κάνει από το Εθνος με τη μεγαλύτερη ιδιοκατοίκηση σε λαό νοικάρηδων, με «ελαστική» εργασία των 300 ευρώ τον μήνα, «γκρίζους», σκυφτούς ανθρώπους, ώστε να είμαστε και πιο υπάκουοι εθνικά...

*Πρόεδρος της ΝΕΑΣ ΔΕΞΙΑΣ