Μεταπράτες κοσμοθεωριών και έμποροι των εθνών

«Αν κάποιος θυμίζει τον Χίτλερ στη βαρβαρότητα, στον προμελετημένο δόλο, στην τέχνη της προβοκάτσιας, στην αποτελεσματικότητα των στρατηγημάτων, αυτός είναι ο Καίσαρας» σημείωνε η Σιμόν Βέιλ

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Στα 168 π.Χ. ο Ρωμαίος στρατηγός Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος σε μία μόνον ώρα, σύμφωνα με την παράδοση, με δόλο, λεηλάτησε εβδομήντα πόλεις της Ηπείρου και μετέφερε στη Ρώμη εκατόν πενήντα χιλιάδες αιχμαλώτους προκειμένου να πωληθούν ως δούλοι.

Το 146 π.Χ. ο αγροίκος Ρωμαίος στρατηγός Λεύκιος Μόμμιος (ο Αχαϊκός) κατέσκαψε την Κόρινθο, την πιο πλούσια πόλη του αρχαίου κόσμου, θανάτωσε τους άρρενες πολίτες και μετέφερε στη Ρώμη, μαζί με τα περιώνυμα έργα τέχνης, τις γυναίκες και τα παιδιά για να ενισχύσει την τάξη των δούλων.
«Η Κόρινθος τότε αφανίστηκε, ο Πολύβιος είδε να καταστρέφονται αριστουργήματα μπροστά στα μάτια του. Η Ελλάδα κατάντησε αποικία και οι Ελληνες εξαχρειώθηκαν, όπως μαρτυρούν οι Λατίνοι συγγραφείς της αυτοκρατορικής εποχής. Το ελληνικό πνεύμα που, παρ' όλη την παρακμή, ανθούσε ακόμα τον 3ο αιώνα σε όλους τους τομείς, χάθηκε τότε ανεπιστρεπτί, με εξαίρεση τα όποια ίχνη του παρέμειναν στη Συρία και στην Παλαιστίνη. Οσο για τη Ρώμη, απλώς διέφθειρε την αγνότητά του με μια δουλική μίμηση που την ντροπιάζει και σήμερα στα μάτια μας» (Σιμόν Βέιλ).

«Οι συνήθειες των Γερμανών», σημείωνε ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρ στον 1ο π.Χ. αιώνα, «διαφέρουν πολύ από εκείνες των Γαλατών, επειδή δεν έχουν δρυΐδες οι οποίοι να προΐστανται στις θρησκευτικές τελετές, αλλά ούτε ενδιαφέρονται για θυσίες στους θεούς. Θεούς πιστεύουν μόνον όσους αντιλαμβάνονται, δηλαδή τον Ηλιο, τη Φωτιά και τη Σελήνη. Η ζωή τους είναι το κυνήγι και ο πόλεμος, και από την παιδική ηλικία εκπαιδεύονται στην εργασία και στις κακουχίες. Θεωρούν μεγάλη τιμή να καταστρέφουν ολοσχερώς γειτονικές περιοχές και να εκδιώχνουν τους γειτονικούς τους λαούς, επειδή με τον τρόπο αυτόν πιστεύουν ότι θα είναι πιο ασφαλείς, χωρίς τον κίνδυνο αιφνίδιων εισβολών».

«Οι Ρωμαίοι ήξεραν να χειραγωγούν προς όφελός τους τα συναισθήματα των ανθρώπων» γράφει η Σιμόν Βέιλ. «Ετσι γίνεται κανείς κύριος του κόσμου. Κάθε εξουσία που ενισχύεται προκαλεί γύρω της ποικίλα συναισθήματα. Αν, από ικανότητα ή από καλή τύχη, προκαλεί εκείνα που της δίνουν τα μέσα για να ενισχυθεί κι άλλο, θα φτάσει μακριά.
Οι λαοί και οι άνθρωποι πέριξ της επικράτειας της Ρώμης ένιωθαν, όπως όλοι οι θνητοί, κατά σειρά φόβο, τρόμο, οργή, αγανάκτηση, ελπίδα, ησυχία, μούδιασμα. Ο,τι ένιωθαν όμως ανά πάσα στιγμή ήταν ακριβώς ό,τι συνέφερε τη Ρώμη, και τούτο λόγω της τέχνης των Ρωμαίων. Χρειάζεται για μια τέτοια τέχνη ένα είδος ιδιοφυΐας, αλλά και μια βαναυσότητα χωρίς όρια, που δεν νοιάζεται για τίποτα».

Παρά το γεγονός ότι ο Καίσαρ με δόλο κατέσφαξε και καθυπέταξε τα γερμανικά φύλα, και προκάλεσε τρόμο στην αντίπερα όχθη του Ρήνου, το Γ' Ράιχ έκρυψε επιμελώς τις φυλετικές προκαταλήψεις στον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό, η έκφραση του άριου πνεύματος αναζήτησε καταφύγιο στην παραποίηση της Ιστορίας και του φιλοσοφικού στοχασμού, ενώ στην παρακμή της θεοποίησης των Ρωμαίων αυτοκρατόρων διακήρυξε τη λατρεία στον Ηγέτη, τον «Σωτήρα» του έθνους, τον Furher: «Ein Volk, Ein Reich, Ein Fuhrer».

«Αν κάποιος θυμίζει τον Χίτλερ στη βαρβαρότητα, στον προμελετημένο δόλο, στην τέχνη της προβοκάτσιας, στην αποτελεσματικότητα των στρατηγημάτων, αυτός είναι ο Καίσαρας» σημείωνε η Σιμόν Βέιλ («Στοχασμοί για τις απαρχές του χιτλερισμού», εκδόσεις Διαλέγεσθαι).
Η μείξη της ρωμαλέας νεωτερικότητας και της θετικής στάσης απέναντι στην πρόοδο, με τα όνειρα του παρελθόντος, όπως είχε αναφέρει ο Τόμας Μαν, «ήταν η επικίνδυνη όψη του εθνικοσοσιαλισμού». Ενα πνεύμα ρομαντισμού υψηλής τεχνολογίας εκόσμησε την πρωτεύουσα του κράτους με εντυπωσιακά δημόσια οικοδομήματα, και καλλώπισε με σπάνια και μοναδικά έργα τέχνης, προϊόντα λεηλασίας. Στον Γερμανό αρχιτέκτονα και εθνικοσοσιαλιστή πολιτικό Albert Speer ανήκει το μεγαλεπήβολο έργο της γιγαντομανούς μετατροπής του Βερολίνου σε παγκόσμια πρωτεύουσα, τη Welthauptstadt Germania.

«Υπάρχει φυλετική ενότητα ανάμεσα στους αρχαίους Ελληνες, τους Ρωμαίους και τους Γερμανούς, επειδή αυτούς τους τρεις λαούς ενώνει η ίδια μακραίωνη πάλη» είχε υποστηρίξει ο Χίτλερ στο βιβλίο «Mein Kampf». Ο σφετερισμός των ελληνικών προτύπων από τους εθνικοσοσιαλιστές και των ρωμαϊκών από τους Ιταλούς φασίστες αποτέλεσε ουσιαστικό στοιχείο του ιδεολογικού οικοδομήματος, που επέδρασε καταλυτικά σε όλες τις μορφές της πνευματικής και καλλιτεχνικής κίνησης.

Με τον μανδύα της ελληνικής αρχαιότητας οι Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές στην εποχή της ανόδου και της ακμής του Γ' Ράιχ προσπάθησαν να επενδύσουν την ιδεολογία με ιστορικό λόγο που αφηγείται και εξυφαίνει το ηρωικό παρελθόν της φυλής. Με τη μέθοδο της επιλεκτικής ανάγνωσης των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, η πνευματική και καλλιτεχνική παραγωγή διατήρησε τα στοιχεία εκείνα που υπηρετούσαν την ιδεολογία, ενώ απέφευγε επιμελώς όλα εκείνα που πιθανώς προκαλούσαν συγκρούσεις. Ακόμη και τα σύμβολα, ο αετός των ρωμαϊκών λεγεώνων και ο δεξιόστροφος αγκυλωτός σταυρός στις σημαίες, στα λάβαρα και στα διακριτικά σήματα, παραινέσεις και πολιτικά μηνύματα που τοποθετούσαν σε καίρια σημεία των δημόσιων κτιρίων, παρέπεμπαν σε χρόνους αρχαίους, σε μύθους, πολιτισμό και ιστορία που δόξασαν στο παρελθόν έναν λαό.

Στην εποχή που τεχνητές οικονομικές πιέσεις έχουν αποτελεσματικά υποκαταστήσει την ισχύ των όπλων και των πολυδάπανων στρατιωτικών επιχειρήσεων, στη διάθεση των καπηλευτών της αξιοπρέπειας και του πολιτισμού των λαών, των ανάλγητων τοκογλύφων και των εμπόρων των εθνών έσυρε την Ελλάδα η πολιτική τάξις.
Αλλωστε, «η γενεαλογία της πολιτικής είναι συνεχής και γνησία κατά τους προγόνους. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου. Τότε και τώρα, πάντοτε η αυτή. Τότε διά της βίας, τώρα διά του δόλου... και διά της βίας.

Πάντοτε αμετάβλητοι οι σχοινοβάται ούτοι, οι Αθίγγανοι, οι γελωτοποιοί ούτοι πίθηκοι (καλώ δε ούτω τους λεγομένους πολιτικούς). Μαύροι χαλκείς κατασκευάζοντες δεσμά διά τους λαούς εν τη βαθυζόφω σκοτία του αιωνίου εργαστηρίου των...» (Αλ. Παπαδιαμάντης, «Οι έμποροι των Εθνών»).