Το φως των πραγμάτων μέσα από τις αναμνήσεις

Η ερευνήτρια και εικαστική φωτογράφος Μαρία Στέφωση παρουσιάζει μια έκθεση αφιερωμένη στους ευεργέτες, στους δασκάλους και τους μαθητές του Αβερώφειου Γυμνασίου Αλεξάνδρειας, δημιουργώντας τον μύθο του

Από την
Αθηνά Σχινά

Το Αβερώφειο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας, για όσους έτυχε να έχουν φοιτήσει σε αυτό και το ανακαλούν στις αφηγήσεις τους, μοιάζει τόπος μυθικός, τόπος βαθιάς γνώσης και ουσιαστικής παιδείας, αλλά και τόπος που διαφυλάσσει ακόμη στις μνήμες όσων πέρασαν από αυτό το ιστορικό σχολείο κάτι μοναδικό κι ανεξαργύρωτο: ένα κάτι, που σχετίζεται με ιδιοσυγκρασίες και ποιότητες, οι οποίες καλλιεργήθηκαν με τα χρόνια, διαμορφώνοντας ένα πνευματικά εύφορο κλίμα, πλαισιωμένο με αλλοτινό ήθος και αγωγή, στοιχεία που, καθώς φαίνεται, είχαν εμποτίσει συμπεριφορές και αξίες ζωής διατηρημένες στα τρίσβαθα του ατομικού, αλλά και του συλλογικού υποσυνειδήτου των σπουδαστών της ελληνικής κοινότητας Αλεξανδρείας.

Η χρονική αφετηρία της ίδρυσης του Αβερωφείου ανάγεται στα 1843, σύμφωνα με τον σημαντικό ερευνητή και ιστορικό Ευθύμιο Θ. Σουλογιάννη. Τότε που από μια ομάδα παροίκων, με πρωτοβουλία των αδελφών Θεοδώρου και Μιχαήλ Τοσίτσα, αλλά και του ανιψιού τους Ν. Στουρνάρα ιδρύθηκε αρχικά το ελληνικό αλληλοδιδακτικό σχολείο, που ήταν φημισμένο δημοτικό μεν, αλλά κατ’ ουσίαν πολύ μεγαλύτερων προδιαγραφών και απαιτήσεων εκπαιδευτήριο (χάρη στον ζήλο των διδασκόντων και στο υψηλό επίπεδο της παρεχόμενης παιδείας), ονομαστό, μάλιστα, από τα μέσα τουλάχιστον του 19ου αιώνα κι έπειτα, ως το σχολείο «των Γραικών». Από τότε πέρασαν 175 χρόνια και όλα άλλαξαν δραματικά, παραμένοντας στη θέση σήμερα εκείνη το «πουκάμισο το αδειανό της Ελένης» μέσα από τα κατάλοιπα που ελέησε να αφήσει ο χρόνος.

Με αφορμή φέτος τα 85 χρόνια από την ίδρυση του Συνδέσμου Αιγυπτιωτών Ελλήνων, η ερευνήτρια και εικαστική φωτογράφος Μαρία Στέφωση παρουσιάζει αυτόν τον καιρό, σε ένα ανάλογης αρχιτεκτονικής και υφολογίας οίκημα, όπως είναι η Διπλάρειος Σχολή της Αθήνας, μια έκθεση μοναδικού ενδιαφέροντος. Την έκθεσή της αυτή την αφιερώνει στους ευεργέτες, στους δασκάλους και τους μαθητές που πέρασαν από τα θρανία και τις τάξεις του Αβερώφειου Γυμνασίου της Αλεξάνδρειας, δημιουργώντας τον μύθο του.

Πρωτογενές και αφετηριακό υλικό έμπνευσης για τη φωτογράφο υπήρξαν τα σχολικά και διοικητικά αρχεία, μέρη από τα άλμπουμ που έχουν διασωθεί, καθώς και ό,τι συγκίνησε το βλέμμα της από τους άδειους και ερειπωμένους σήμερα χώρους. Στόχος της δεν ήταν να ανασυστήσει ρομαντικά και νοσταλγικά όψεις του παρελθόντος, αλλά να διαμορφώσει με βάση την ευαισθησία της ένα χωροχρονικό παλίμψηστο. Μέσα από τις αισθαντικά επεξεργασμένες φωτογραφίες της, που η υπολογισμένη συνθετότητά τους δημιουργεί ένα είδος τόσο διάφανης όσο και επενεργητικά ιδιάζουσας κάθε φορά στρωματογραφίας, το ανακύπτον αποτέλεσμα δραστηριοποιεί τη συνειρμική λειτουργία του νου, της μνήμης και της φαντασίας. Με αυτόν τον ποιητικό τρόπο, που περιλαμβάνει οσμωτικά χρονικά διαστήματα και αλλού χάσματα είτε ελλειπτικότητες και συναιρέσεις, η Μαρία Στέφωση επανεγγράφει μέσα από μια ρευστή και μετέωρη κατάσταση τα δικά της «ιστορήματα», που αποκαλύπτουν μια προσωπική αφήγηση αναψηλαφήσεων. Οι επιδαψιλεύσεις αυτές και οι αναψηλαφήσεις φέρνουν στο φως λειτουργικές πτυχές του συλλογικού ασυνειδήτου. Και όπως ο Γιώργος Μυλωνάς σωστά αναφέρει, η συγκεκριμένη αυτή δημιουργός «διερευνά με ευαισθησία τις απώλειες του παρελθόντος και αναβιώνει τα χαμένα πρόσωπα και τις ταυτότητές τους, διανοίγοντας νέες προοπτικές στην ανάγνωση της πορείας του οικουμενικού Ελληνισμού».

Χρησιμοποιώντας ως τίτλο «Με φως και κάρβουνο», ο Σταύρος Κίκας, ένας ζωγράφος της νεότερης γενιάς, αλλά πρώτου μεγέθους, παρουσιάζει στην Γκαλερί Γκλόρια της Λευκωσίας μια ενότητα από την πρόσφατη δουλειά του. Κάθε ατομική έκθεση του Σταύρου Κίκα -και κάθε συμμετοχή του σε ομαδικές παρουσιάσεις- συνιστά γεγονός για τα εικαστικά τεκταινόμενα. Ο λόγος είναι πως, παρά τη σεμνότητα και την αθόρυβη παρουσία του, ο καλλιτέχνης αυτός, μέσα από τα απέριττα και υποβλητικά έργα του, εντυπωσιάζει με βάση την πνευματικότητα που εκείνα αποπνέουν, γιατί στην πραγματικότητα, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο, ο ίδιος ζωγραφίζει αυτές καθαυτές τις ενδεχόμενες εμφανίσεις, τις αποκαλύψεις και τις αντανακλάσεις του φωτός, τόσο του φυσικού όσο και των μεταφυσικών εκδοχών του.

Μέσα από ασπρόμαυρες τονικότητες και χρησιμοποιώντας το κάρβουνο ως εκφραστικό μέσο, ο Σταύρος Κίκας κυμαίνεται εκφραστικά ανάμεσα στην παραστατικότητα και την αφαίρεση, ανοίγοντας παράλληλα και εντός των συντεταγμένων τους μια διαλεκτική σχέση που αφορά εκδοχές του υπερρεαλισμού και του μινιμαλισμού. Ο ζωγράφος αυτός, που έχει επανειλημμένα διακριθεί διεθνώς για την ουσιαστική εικαστική συμβολή του στον χώρο της νεότερης και σύγχρονης τέχνης, απευθύνεται κάθε φορά στον θεατή, διεγείροντας από το υποσυνείδητό του και από το συλλογικό του ασυνείδητο, εκτός από το συναίσθημα, τον στοχασμό και τη φαντασία του, μνημοτεχνικές και αρχετυπικές καταστάσεις.

Το όνειρο, το όραμα και η πραγματικότητα διαπλέκονται στα εράσμια και ελεγειακά έργα του Σταύρου Κίκα σαν τις όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι πίνακές του, λακωνικοί ως προς το ύφος και με εσωτερικευμένη τη νοηματική τους και την ελεγχόμενα λυρική δυναμική τους, αποτυπώνουν μέσα από δονήσεις και ρυθμικούς σχηματισμούς αποσπασματικές εκδοχές, θαρρεί κανείς, από τα αινίγματα και τα παράδοξα της φύσης και της ζωής, μαζί με τα ανερμήνευτα μυστήρια του σύμπαντος. Οποια «αφηγηματικότητα» στη ζωγραφική του μετατρέπεται στις εκφάνσεις ενός μύθου που διαπλέκει, με λιτότητα και απέριττο κατά τα άλλα τρόπο, τα θεατά με τα αθέατα, σαν να καταλύονται τα χρονικά διαστήματα, οι αποστάσεις ανάμεσα σε προσδιορισμούς και απροσδιόριστα. Οι προσωπικές αντωνυμίες που στη συγκεκριμένη περίπτωση ταυτίζονται με την οπτική προσβασιμότητα του θεατή στα έργα του Σταύρου Κίκα καταλύουν τα σύνορά τους, αποκτώντας μια ελευθερία ερμηνειών ως προς το επιστητό, καθώς η ιδιωτικότητά τους μετατρέπεται σε συλλογικότητα, ενώ παράλληλα το εδώ έχει κανείς την εντύπωση πως ενώνεται με το επέκεινα.

Ιστορικός της Τέχνης & της Θεωρίας του Πολιτισμού