«ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ» ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ!

Οι αμοιβαίες φιλοφρονήσεις Τσίπρα - Κοτζιά δεν αγγίζουν τη σκληρή πραγματικότητα αποτυχίας της ελληνικής πολιτικής

Από τον
Αλέξανδρο Τάρκα

Οι μακροσκελείς δηλώσεις του πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών Αλ. Τσίπρα και του απελθόντος πολιτικού προϊσταμένου της διπλωματικής υπηρεσίας Ν. Κοτζιά περιέχουν πολλές αμοιβαίες φιλοφρονήσεις (ενδεικτικές του μεγάλου ρήγματος που υποτίθεται ότι καλύπτουν) και πανηγυρικές δηλώσεις για τη Συμφωνία των Πρεσπών, χωρίς να αγγίζουν τη σκληρή πραγματικότητα της αποτυχίας της ελληνικής πολιτικής στα Βαλκάνια.

Τα προβλήματα των Βαλκανίων (ορισμένα με προϊστορία πολλών δεκαετιών και άλλα γεννηθέντα κατά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, το 1991) είναι πολύπλοκα. Οι ελληνικές αστοχίες θα ήταν άδικο να αποδοθούν μόνον στη σημερινή κυβέρνηση, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι όχι μόνον δεν σημείωσε την παραμικρή πρόοδο στην επίλυσή τους, αλλά τα επιδείνωσε.

Συγκεκριμένα, η Αλβανία, παρά τη βελτίωση του διμερούς κλίματος, παραμένει σε στάση αντιπαλότητας έναντι της χώρας μας, ιδίως ως προς τα ζητήματα της ελληνικής εθνικής μειονότητας και των θαλάσσιων ζωνών. Η Σερβία και το Κόσοβο, αν και ξεχωριστά εκφράζουν εγκώμια για τις σχέσεις τους με την Ελλάδα, της χρεώνουν συνυπευθυνότητα για την ασαφή στάση της Ε.Ε. στο σχέδιο της μεταξύ τους αλλαγής συνόρων και εδαφικών διευθετήσεων. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη κλυδωνίζεται μετά τις εκλογές της 7ης Οκτωβρίου και θεωρεί αρνητικό το κλίμα στα Βαλκάνια μετά το αποτυχημένο δημοψήφισμα στα Σκόπια και την κοινοβουλευτική διαδικασία με τους αποστάτες του VMRO. Η δε ΠΓΔΜ υπερπροβάλλει την ψευδεπίγραφη «μακεδονική ταυτότητα», που της απονεμήθηκε στις Πρέσπες, και καταρρίπτει το επιχείρημα Τσίπρα - Κοτζιά περί κλεισίματος του μετώπου.

Παρά τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς περί σταθερότητας και ότι, χάρη στις Πρέσπες, η Ελλάδα δεν είναι πλέον μέρος της βαλκανικής κρίσης και ανοίγει ο δρόμος για οικονομική ανάπτυξη στην περιοχή, η πραγματικότητα δείχνει το ακριβώς αντίθετο: Η Ελλάδα, το πολιτικό σύστημά της και τα Βαλκάνια βρίσκονται σε πιο ασταθή κατάσταση συγκριτικά με την περίοδο πριν από την έναρξη των διαβουλεύσεων με την ΠΓΔΜ, στο Νταβός, τον περασμένο Ιανουάριο. Πολύ περισσότερο συγκριτικά με πέρυσι τον Οκτώβριο, όταν η ελληνική πλευρά ανακοίνωνε σε Αμερικανούς γερουσιαστές, στην Ουάσινγκτον, τις μυστικές συνεννοήσεις που είχε ήδη ξεκινήσει με τα Σκόπια, χωρίς πίεση από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Προς υποστήριξη της εκτίμησης περί βαλκανικού χάους, Ελληνες και ξένοι διπλωμάτες σημειώνουν στη «δημοκρατία» τις εξής -δημόσιες και παρασκηνιακές- εξελίξεις:
Πρώτον, στo πλαίσιο ειδικής συνάντησης στελεχών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με διπλωμάτες των χωρών των δυτικών Βαλκανίων, οι τελευταίοι παρουσίασαν μια ζοφερή εικόνα για το μέλλον της περιοχής. Κύριος λόγος είναι ότι, παρά τη θέλησή τους για μεταρρυθμίσεις και την υλοποίηση μερικών από αυτές, η Ε.Ε. δεν προσφέρει κάτι χειροπιαστό, π.χ. τον ορισμό ρεαλιστικού χρονοδιαγράμματος για την ένταξή τους.

Δεύτερον, το συμπέρασμα της Αθήνας από διαδοχικές επαφές με τα Τίρανα είναι ότι τα στελέχη της αλβανικής κυβέρνησης πρέπει πρώτα να συμφωνήσουν μεταξύ τους (και στη συνέχεια με τα υπόλοιπα κόμματα) ποιο επιθυμούν να είναι το πλαίσιο σχέσεών τους με την Ελλάδα και την Ε.Ε., καθώς ο υφιστάμενος διάλογος δεν οδηγεί πουθενά.
Τρίτον, παρά την προσωπική φιλία του κ. Τσίπρα με τον πρόεδρο της Σερβίας Αλ. Βούτσιτς, το Βελιγράδι αμφιταλαντεύεται ως προς τις κύριες επιλογές του. Ο κ. Βούτσιτς διστάζει ξαφνικά να προωθήσει το σχέδιο επανακαθορισμού των συνόρων, επειδή διαπιστώνει ότι η Ε.Ε. (σε αντίθεση και με τις ελληνικές υποσχέσεις) δεν θα τον επιβραβεύσει με ένταξη της Σερβίας.

Η υπόθεση περιπλέκεται περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη ότι ο κ. Τσίπρας είχε δηλώσει στη ΔΕΘ πως «αν υπάρξει συμφωνία που θα έδινε την προοπτική μιας λύσης, εμείς δεν θα είχαμε κανέναν λόγο παρά να τη χαιρετίσουμε». Η δήλωση του πρωθυπουργού διέφερε από την ακριβή θέση του υπουργείου Εξωτερικών επί Ν. Κοτζιά, καθώς διευκρινιζόταν σε ξένους συνομιλητές ότι η αλλαγή συνόρων θα υποστηριζόταν υπό την προϋπόθεση της «ειδικής περίπτωσης», χωρίς εφαρμογή σε άλλα ζητήματα. Φυσικά, η θεωρία περί «ειδικής περίπτωσης» είναι σαθρή και πολύ επικίνδυνη, επειδή κανείς δεν θα δεσμευόταν από αυτήν στο μέλλον και διότι η Τουρκία ομιλεί, εδώ και δεκαετίες, περί «ειδικής περίπτωσης» και του Αιγαίου.

Τέταρτον, οι εξελίξεις με την ΠΓΔΜ βρίσκονται πια στον δρόμο της πολιτικής και διπλωματικής σχιζοφρένειας. Η ελληνική κυβέρνηση δηλώνει περιχαρής για την επιτυχία Ζάεφ να εξασφαλίσει 80 έδρες για τη συνταγματική αναθεώρηση, ενώ ταυτόχρονα αγωνιά αν η ίδια θα καταφέρει σε λίγους μήνες να συγκεντρώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία 151 εδρών για τη διατήρησή της στην εξουσία. Επίσης, την ώρα που η Ε.Ε. οραματίζεται ότι η ΠΓΔΜ θα αποτελέσει ανάχωμα της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια, αξιωματούχοι της κυβέρνησης Ζάεφ δηλώνουν πως συντάσσονται με τις διακηρύξεις των Βρυξελλών, με την εξαίρεση ορισμένων κυρώσεων έναντι της Μόσχας.

Με βάση όλα αυτά, μάλλον πιο ειλικρινής (και αποδοτική για τα δικά της συμφέροντα) είναι η στάση της Ουάσινγκτον. Ο -διαρκώς ανερχόμενος- βοηθός υπουργός Εξωτερικών Γουές Μίτσελ τόνισε, σε εκδήλωση του Atlantic Council, ότι η βούληση του «μακεδονικού» λαού στρέφεται προς τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, χωρίς να σχολιάσει το κόστος για την Ελλάδα ή τα λάθη της Ε.Ε.!

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη