Η κατοχική «υπηρεσία προστασίας της τέχνης»

Η ηρωική προσπάθεια των Ελλήνων αρχαιολόγων, με επικεφαλής τον Χρήστο Καρούζο, να σώσουν τα ανεκτίμητα εκθέματα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου από τους κατακτητές

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Η χούσαν ακόμη οι σειρήνες που είχαν σημάνει συναγερμό πολέμου το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν οι Ελληνες αρχαιολόγοι άρχισαν το θλιβερό έργο της αποκαθήλωσης των έργων τέχνης που κοσμούσαν το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, προκειμένου να διαφυλάξουν τον πολύτιμο θησαυρό από τις καταστροφές των βομβαρδισμών και τις λεηλασίες των κατακτητών.

Εξι μήνες -ακριβώς όσο κράτησε η ελληνική αντίσταση στα αλβανικά βουνά- χρειάστηκαν για το καταθλιπτικό αυτό έργο οι Ελληνες αρχαιολόγοι, ενώ λίγοι Ευρωπαίοι ομότεχνοι πρόσφεραν ευγενικά τη βοήθειά τους στον εγκιβωτισμό των αγγείων και η συνδρομή τους στάθηκε απαραίτητη και χρήσιμη, αναφέρει η Σέμνη Καρούζου, έφορος, τότε, της συλλογής αγγείων του μουσείου. «Θα μείνει αξέχαστη, σε όσους την έζησαν, η συγκλονιστική θέα του εσωτερικού του μουσείου, του πλήθους εκείνου των αιθουσών που έμειναν έρημες, άδειες από το σεπτό τους περιεχόμενο». Τη διεύθυνση του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών, στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, είχε αναλάβει ο Χρήστος Καρούζος, ένας από τους πρωτεργάτες της επιχείρησης που οργάνωσε άμεσα η Αρχαιολογική Υπηρεσία «διά την προστασίαν των αρχαίων των διαφόρων μουσείων από τους εναερίους κινδύνους».

«Στη δυτική και βορινή πλευρά του παλαιού κτιρίου του μουσείου», σημειώνει η Σέμνη Καρούζου, «ήταν θαμμένα σε μεγάλο βάθος ο κολοσσικός Κούρος του Σουνίου και άλλα αγάλματα, ενώ σε απανωτές σειρές είχαν ταφεί και καταχωθεί τα επιτάφια μνημεία, οι μαρμάρινες στήλες και τα αγάλματα. Τούτο έγινε δυνατό χάρη στην υψηλή επιχωμάτωση που είχε χρησιμεύσει για υπόβαθρο -ως ένα σημείο και θεμέλιο- του παλαιού κτιρίου. Αυτή εστάθηκε ο προσωρινός τάφος ενός πλήθους γλυπτών. Στα ημιυπόγεια δωμάτια της νέας πτέρυγας αποθηκεύθηκαν και ετάφησαν τα σπουδαιότερα γλυπτά, μεγάλο πλήθος αγγείων, τα μικροτεχνήματα, καθώς και η πολύτιμη συλλογή των χαλκών. Παχύ στρώμα στεγνής άμμου εσκέπαζε όλα τα χρόνια του πολέμου τα δωμάτια αυτά για να τα προφυλάσσει από βομβαρδισμούς, ενώ έξω απανωτά σακιά άμμου εσκέπαζαν τα παράθυρα προς το μέρος της εσωτερικής αυλής».

Ο Χρήστος Καρούζος είχε σπουδάσει στη Γερμανία και διατηρούσε στενό σύνδεσμο με Γερμανούς συναδέλφους του, το έργο των οποίων εκτιμούσε ιδιαίτερα. «Επόμενο ήταν να τον γεμίσει θλίψη η άνοδος του εθνικοσοσιαλισμού, καθώς και η πολύ ή λίγο επιφυλακτική επιδοκιμασία που βρήκε η ανατροπή ακόμη και από μερικούς επιστήμονες» είχε αναφέρει ο διευθυντής των ανασκαφών της Ολυμπίας, άλλοτε διευθυντής του Γερμανικού Ινστιτούτου, καθηγητής Emil Kunze, στη νεκρολογία του Καρούζου. «Είχε προβλέψει τις καταστροφές που απειλούσαν να προκαλέσουν τα ολοκληρωτικά κρατικά συστήματα στην Ευρώπη και στον κόσμο. Με τους Γερμανούς φίλους και συνεργάτες μιλούσε ανοικτά και εξέφραζε τις ανησυχίες, τη δυσφορία του και τη βαθιά απογοήτευσή του.

Οταν πραγματοποιήθηκαν οι χειρότερες προβλέψεις για την πατρίδα του, η οποία κατάντησε ανίσχυρη με την επέμβαση της γερμανικής στρατιάς, και αμέσως μετά την κατάληψη της Ακροπόλεως τον Απρίλιο του 1941, παρακάλεσαν, ο ίδιος και η σύζυγός του Σέμνη, να διαγραφούν από τον κατάλογο των μελών του Γερμανικού Ινστιτούτου. Για μια τόσο έντονη διαμαρτυρία, που κανείς άλλος Ελληνας αρχαιολόγος δεν τον ακολούθησε, χρειαζόταν εκείνη την περίοδο μεγάλη τόλμη, όπως καλά γνωρίζει καθένας που και ένα μόνο μέρος έζησε από την εποχή της Κατοχής στην Ελλάδα». «Η ελληνοπρεπής αυτή χειρονομία», είχε τονίσει ο Σωκράτης Κουγέας, «θα εστοίχιζεν εις τον Καρούζον εξορίαν και περιορισμόν εις στρατόπεδα. Αλλά οι Γερμανοί αρχαιολόγοι, εκτιμώντες και ευλαβούμενοι την επιστημονικήν προσωπικότητα του Καρούζου, εμπόδισαν την απέλασιν». «Μόνο χάρη στα ανθρωπιστικά αισθήματα του τότε διπλωματικού αντιπροσώπου στην Αθήνα», αναφέρει ο Kunze, «παραμερίσθηκαν πραγματικοί κίνδυνοι που προξένησε μια παραίτηση, η οποία ήταν απροκάλυπτη διαμαρτυρία εναντίον των βάναυσων και βίαιων μεθόδων του Τρίτου Ράιχ.

Ο Καρούζος είχε εκφράσει την αποδοκιμασία της γερμανικής κυριαρχικής πολιτικής και διέκοψε φιλικές σχέσεις ακόμη και με επιστήμονες καλής θέλησης, με τους οποίους συμφωνούσε σε ουσιαστικά επιστημονικά θέματα». «Μόλις μπήκαν οι Γερμανοί», είχε αναφέρει ο ίδιος στα 1945, «οι αρχαιολόγοι τους απαίτησαν πρώτα πρώτα να ανοίξουμε αμέσως τα μουσεία, λέγοντας στην αρχή πως ο πόλεμος τελείωσε πια, ύστερα πως τα αρχαία θα πάθουν κρυμμένα, ύστερα πως στον πόλεμο οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να καταφεύγουν στην τέχνη. Η επίμονη αντίσταση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας μας γλίτωσε τα σπουδαιότερα μουσεία μας από την καταστροφή και τη λεηλασία. Γιατί όπου βρήκαν ευκαιρία, όχι πολύ συχνά ευτυχώς, τα έκαμαν και τα δύο. Πέτυχαν να ανοίξουν το Μουσείο του Κεραμεικού, που το είχαν κάμει αυτοί: Σε λίγες μέρες Γερμανοί αξιωματικοί έκλεψαν μπροστά στα μάτια του Γερμανού αρχαιολόγου, που τους οδηγούσε, έναν ωραίο πήλινο αρχαϊκό πίνακα, με παράσταση πρόθεσης του νεκρού.

Σε διάφορα άλλα επαρχιακά μουσεία, Γερμανοί και Ιταλοί, αφού μπήκαν ή εγκαταστάθηκαν στα μουσεία, αλλού έσπασαν βιτρίνες και αποθήκες, αλλού έκαψαν την ξυλεία, αλλού πήραν ό,τι αρχαία μπόρεσαν. Οι φύλακές μας στάθηκαν όλοι σχεδόν αξιοθαύμαστα πιστοί στο καθήκον τους, με κίνδυνο όχι μόνο της δικής τους ζωής, αλλά και όλου του σπιτιού τους. Μερικά έπαθαν ανεπανόρθωτες καταστροφές για να κάμουν αυτοί τα “απόρθητα” οχυρώματά τους (Βασιλικός Τάφος Κνωσού, Ακρόπολη Ασίνης, βωμός ανακτόρου Τίρυνθος, Ναός Ποσειδώνος - Σούνιο, ανατίναξη του Λαβυρίνθου της Γόρτυνος, του μινωικού βασιλικού τάφου των Ισοπάτων, τείχη του Κόνωνος). Η Αρχαιολογική μας Υπηρεσία δεν άφησε καμία ευκαιρία που να μην απευθυνθεί στη στρατιωτική τους “υπηρεσία προστασίας της τέχνης” και να τους καταγγείλει, με σπάνια παρρησία και με πολύ έντονα έγγραφα, τα εγκλήματά τους. Οι αρχαιολογικοί σταυρωτήδες, όμως, που υπηρετούσαν εκεί μόνη έγνοια είχαν το πώς θα γλιτώσουν το μέτωπο. Η γενναιότητά τους ξεθύμαινε με έγγραφα απερίγραπτης τραχύτητας και θρασύτητας, με τα οποία κατά κανόνα έριχναν πάντα την ευθύνη στους Ελληνες και φοβέριζαν τους αρχαιολογικούς μας υπαλλήλους για τη δυσφήμηση του στρατού κατοχής. Αρκετοί φύλακες φυλακίσθηκαν και βασανίστηκαν επειδή είχαν τολμήσει να κάμουν τέτοιες καταγγελίες. Ας αφήσουμε τις παράνομες λαθραίες ή τις φανερές ανασκαφές τους».

Μετά τον πόλεμο, ο Χρήστος Καρούζος είχε συντάξει και εκδώσει την έκθεση «Ζημίαι των Αρχαιοτήτων εκ του Πολέμου και των Στρατών Κατοχής» σχετικά με τις καταστροφές και τις απώλειες αρχαίων έργων τέχνης, που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά, παράλληλα, υποστήριξε τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του Γερμανικού Ινστιτούτου.
Με την Απελευθέρωση ο Καρούζος έδωσε μια ιδιαίτερη πνοή στη νέα διαμόρφωση των αιθουσών του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών, με την υποδειγματική επανέκθεση των έργων τέχνης.
Αριστος και βαθύς γνώστης της Ιστορίας και αισθητής, παράλληλα, της αρχαίας ελληνικής τέχνης, ο Καρούζος ανέδειξε το πνευματικό περιεχόμενο των καταλοίπων του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, σε πρωτότυπες ερμηνείες και ουσιαστικές αναλύσεις και περιγραφές, με φιλοσοφικές προεκτάσεις και στοχασμούς, ώστε τα μνημεία και οι ερειπιώνες να αποκτήσουν έναν αρμονικό συναισθηματικό σύνδεσμο με τον τόπο και τον χρόνο.