Η παγίδα ή η θαυμαστή δωρεά

Ολοι, θνητοί και αθάνατοι, θαύμασαν όταν αντίκρισαν την απειλητική «παγίδα», ενώπιον της οποίας οι άνθρωποι είναι άοπλοι: από εδώ κατάγεται το θήλυ γένος!

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Ενας μαγευτικός αλλά περίφρακτος κήπος, ένας μοναδικός «παράδεισος», έκρυψε καλά ένα δίλημμα, μια θελκτική παγίδα, την τυφλή ελπίδα της λύτρωσης από την πρόβλεψη του μοιραίου και της συνέχειας της ζωής, σύμφωνα με τον Αισχύλο («Προμηθεύς Δεσμώτης»). Ηταν εκ των προτέρων βεβαία η οποιαδήποτε προσπάθεια των ενοίκων να αποφύγουν τη γοητεία και την πειθώ της, αφού η ανθρώπινη φύση, εξ ορισμού, αντιτίθεται στη διατήρηση αμετάβλητων δομών. Η περιέργεια, η οποία παροξύνει τα πάθη και συνδέεται άμεσα με την αιώνια νεότητα του ανθρώπινου πνεύματος, πολύ σύντομα εξελίσσεται σε αμφισβήτηση και, αρκετά συχνά, σε άκριτη ή επιπόλαιη υιοθέτηση νεωτεριστικών τάσεων, που ίσως εκ των υστέρων αποδεικνύονται μοιραίες

Το αντίβαρο της θεϊκής δωρεάς, της φωτιάς, ήταν ακόμη ένα «δώρο» στους θνητούς. Ο Ζευς διέταξε την κατασκευή του ομοιώματος μιας νέας καλλίγραμμης κόρης, με πρόσωπο θεϊκό, προκειμένου να αφυπνίζει τον πόθο. Το ομοίωμα εκόσμησαν με ζώνη και απαστράπτοντα χιτώνα και του εδίδαξαν να υφαίνει, ενώ η Αφροδίτη το επροίκισε με σπάνια ομορφιά και λάμψη. Οι Χάριτες και η Πειθώ τον λαιμό στόλισαν χρυσά στολίδια και οι Ωρες στεφάνωσαν την πανέμορφη κόρη με άνθη του έαρος. Διέταξαν τον Ερμή να φυτέψει στο στήθος ψεύδη και κολακείες και απάτες ή, σύμφωνα με τον Ησίοδο, αναισχυντία και δολιότητα.

Ο αγγελιαφόρος των θεών έδωσε φωνή και της χάρισε το όνομα Πανδώρα, επειδή κάθε θεός πρόσθεσε στο μοναδικού κάλλους αξιέραστο πλάσμα από ένα δώρο, μια μοναδική δωρεά. Η θεϊκή Πανδώρα: η κυτίς ή ο πίθος ή η μαγική πυξίδα. Δώρο ή απειλητικό τέχνασμα εναντίον του οποίου δεν υπάρχει αμυντικό όπλο, επειδή «όλοι χαίρονται τυλίγοντας με έρωτα τους πόνους τους». «Ενέβλεπε μετ' απορίας και φόβου εις την γυναίκα, και ηρώτα αν άγγελος ή δαίμων είχε μεταμφιεσθεί εις την ωραίαν εκείνην και ευκίνητον πλαγγόνα, και αν ήλθεν έχουσα ειδικήν αποστολήν, ίνα την αποσπάση από της γης ταύτης, και την μεταφέρη εις την χώραν των ονείρων διά των πτερωτών και κουφοπλήκτων λόγων της» (Αλ. Παπαδιαμάντης). Ολοι, θνητοί και αθάνατοι, θαύμασαν όταν αντίκρισαν την απειλητική «παγίδα», ενώπιον της οποίας οι άνθρωποι είναι άοπλοι: από εδώ κατάγεται το θήλυ γένος! Τη μυθική παρομοίωση παρακολουθεί εξάλλου και το μεσαιωνικό τραγούδι από τη Ρόδο [1459]: «Και από τ’ Αδάμου την πλευρά, η μια παγίδα εσύ ’σαι, και οπού έκαψεν κι’ εμπύρωσεν πολλάς καρδίας».

Τα μυθολογικά παραδείγματα και οι παρομοιώσεις αποκαλύπτουν την ανθρώπινη συμπεριφορά με τα αίτια και τις συνέπειές της. Το αρχαιότερο παράδειγμα σύγκρισης, που έχει αποκλειστικό σκοπό την κατανόηση μιας συμπεριφοράς, δίνει η Σαπφώ: στη μεγαλοπρέπεια και τη λάμψη μιας παρέλασης, αντιπαραθέτει ως το ωραιότερο πράγμα «εκείνο που κάποιος αγαπά περισσότερο», και προς επίρρωσιν παραθέτει την ιστορία της Ελένης, η οποία προτίμησε να ακολουθήσει τον αγαπημένο της. Η Σαπφώ αποφεύγει να χρησιμοποιήσει τη σύγκριση, όπως ο Ομηρος, αλλά προσπαθεί να ερμηνεύσει μια συμπεριφορά σε συγκεκριμένη στιγμή και τόπο, αν και αυτό δημιουργεί ορισμένους ενδοιασμούς.

Στους αρχαϊκούς χρόνους παρομοίασαν τη φύση, το θαύμα της γέννησης και της αναγέννησης, με τη δημιουργό Μεγάλη Μητέρα, τη θηλυκή οικουμενική θεά, την οποία ταύτισαν με τις εποχικές μεταβολές και τις φάσεις της Σελήνης. Μια πανίσχυρη θεά, η οποία εξασφαλίζει την τροφή και καλύπτει τις θεμελιώδεις ανάγκες του ανθρώπινου βίου. Πρόκειται για το πρωταρχικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της ελπίδας της συνέχισης του βίου και της διαιώνισης του γένους, της φυλής.

Η λατρεία του θηλυκού Διός, της Διώνης, πιθανώς, αποτελεί επιβίωση προγενέστερων θρησκευτικών δρώμενων προς τιμήν γυναικείας θεότητας, από αρχαίο ύμνο που έψαλλαν οι ιέρειες στη Δωδώνη. Η Διώνη, η οποία στο κυρίως λατρευτικό κέντρο της Ηπείρου θεωρείται σύνναιος του Διός και φέρει την προσωνυμία Νάια, φέρεται να ενώθηκε με τον θεό των πηγαίων υδάτων και της βροχής με ιερό γάμο. Η θεϊκή ένωση συνδέθηκε με τη γονιμική λατρεία και είχε ως επίκεντρο τη βελανιδιά, η οποία έχει το χάρισμα να εκφράζεται σε πολλές διαλέκτους. Πανηγυρικές συναθροίσεις και εορταστικές εκδηλώσεις, τα Νάια, προκειμένου να τιμήσουν τον Δία Νάιο και τη Διώνη, στη Δωδώνη αλλά και σε αρκετές πόλεις του βασιλείου των Μολοσσών, καταγράφονται ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Την αρχαιότατη γυναικεία χθόνια ή τη σεληνιακή θεότητα των Θρακών Βενδίδα ή Βένδεια τιμούσαν και στην Αμφίπολη. Η λατρεία της αρχαίας θεάς, την οποία αργότερα ταύτισαν με την Εκάτη, την Περσεφόνη και την Αρτεμιν, είχε οργιαστικό χαρακτήρα, παρόμοιον με τις αντίστοιχες φρυγικές τελετές προς τιμήν του Σαβάζιου, θεού του Κάτω Κόσμου.

Οι σημαντικοί μύθοι του ηρωικού παρελθόντος πρόσφεραν ακόμη πιο πλούσια κλίμακα δυνατοτήτων για την περιγραφή της ανθρώπινης ύπαρξης και της ανθρώπινης μοίρας. Αυτές οι διηγήσεις, σε σύγκριση με τις περιγραφές των παρομοιώσεων, διαθέτουν το πλεονέκτημα να έχουν μεγαλύτερη ρευστότητα στην ερμηνεία τους, καθώς προσαρμόζονται στις νέες πνευματικές αξιώσεις και νεωτεριστικές αναζητήσεις. Τα περιορισμένα όρια της ικανότητας αντίληψης και των αισθήσεων του ανθρώπου σύντομα μετέτρεψαν τον «παράδεισο» (ασιατική λέξη, που χρησιμοποίησε πρώτος ο Ξενοφών στην αναφορά του στους κήπους των βασιλέων της Περσίας), τον μαγευτικό κήπο, όπου κάποτε θνητοί και αθάνατοι συνυπήρχαν αρμονικά και απολάμβαναν έναν βίο ευδαίμονα, μυθικών διαστάσεων, σε αφιλόξενο πεδίο κοινοτήτων, που ακατάπαυστα αντιδικούν και αντιμάχονται. Αλλωστε, «κόλαση» σημαίνει στην κυριολεξία το κλάδεμα, την αναχαίτιση της αύξησης των δέντρων, ενώ «παράδεισος» είναι ο περιφραγμένος ή απαγορευμένος λειμώνας, ο τόπος αναψυχής και διασκέδασης, κατάφυτος και πλήρης θηρίων. Μεταφορικά, είναι σε όλους πρόδηλο πως και οι δύο έννοιες αυτές εξυφαίνουν έναν πολύπλοκο συναισθηματικό ιστό γύρω από τη γυναίκα, το αιώνιο θήλυ.