Λίγα λόγια από καρδιάς: Γίνε ο φίλος του Χριστού

Αποκλείεται να απελπιστείς μέσα στην προσευχή διότι είναι επαφή με Αυτόν που είναι η Ελπίδα του κόσμου

Γράφει ο
π. Ανδρέας Κονάνος*

Δες πάλι τον εαυτό σου, παραδέξου για άλλη μία φορά το λάθος σου και ταπεινώσου μέσα απ’ αυτό που περνάς. Το κυριότερο που κερδίζεις, αν προσεύχεσαι, είναι ότι δεν απελπίζεσαι. Αποκλείεται να απελπιστείς μέσα στην προσευχή. Διότι η προσευχή είναι επαφή μ’ Αυτόν που είναι η Ελπίδα του κόσμου. Μ’ Αυτόν που είναι η Ζωή, το Φως, η Οδός, η Αλήθεια. Είναι δυνατόν να έρχεσαι σε επαφή με τον Χριστό, που είναι όλα αυτά, και να απελπιστείς; Αν όμως συμβεί και σε πιάσει κάποια στιγμή απελπισία, παραδέξου την κι αυτή μπροστά στον Χριστό.

Και πες του: «Κύριε, ενώ σ’ αγαπώ, απελπίζομαι. Τόσο αντιφατικός άνθρωπος είμαι. Τόσο διχασμένος. Τόσο μπερδεμένος. Τόσο μακριά Σου». Κι όταν μιλήσεις έτσι στον Χριστό, αυτομάτως γίνεσαι πάλι κοντινός τού Χριστού. Και φίλος Του. Διότι κάνεις τον πόνο, το πάθος και το πρόβλημά σου υλικό και γέφυρα, για να πλησιάσεις τον Θεό. Το κάνεις σκαλοπάτι για να στηριχτείς πάλι στα πόδια Του και να πας κοντά Του και να Τον παρακαλέσεις. Και τελικά όλα πάνε καλά, όταν κινείσαι μέσα στο κλίμα της προσευχής.

Ακόμη και τα λάθη, όταν προσεύχεσαι όλη μέρα, και επικαλείσαι τον Χριστό, και Τον αγαπάς, και νιώθεις ότι όλα εκτυλίσσονται μέσα στην παρουσία Του, και τα λάθη σου ακόμη δεν σου δημιουργούν πανικό. Διότι τα βλέπεις πιο ψύχραιμα και λες: «Προσπαθώ. Προσπαθώ και κάνω αγώνα. Και μέσα στον αγώνα που δίνω, κάνω και λάθη». Οπως όταν μαγείρεψες ένα φαγητό για πρώτη φορά, σου ξέφυγε λίγο το αλάτι ή το πιπέρι, σου ξέφυγαν οι αναλογίες. Εντάξει. Δεν είναι και έγκλημα, αφού είσαι αρχάριος. Γι’ αυτό και σε ρωτάνε: «Πρώτη φορά το κάνεις;» Κι αν απαντήσεις «ναι, δεν το 'χω μάθει καλά», σίγουρα σε κατανοούν. Επειτα από χρόνια, όμως, σίγουρα όλα θα είναι καλύτερα.

Οπως όταν κάνεις μια αγιογραφία. Είχα πάει μια φορά σ’ ένα μοναστήρι να δω τις αγιογραφίες που έκαναν οι πατέρες. Πήγα την ώρα που ζωγράφιζαν. Πήρα άδεια για να κάτσω λίγη ώρα κοντά τους. Πήγα. Και είδα μερικές εικόνες στον τοίχο, έτοιμες και διαθέσιμες προς πώληση. Πανέμορφες, τελειωμένες, με στιλβωτό. Εκείνο το γυαλιστερό φύλλο χρυσού που γυαλίζει και είναι πολύ όμορφο.

Οι πατέρες ζωγράφιζαν, όμως, και καινούργιες εικόνες. Οι καινούργιες που ζωγράφιζαν δεν είχαν τίποτε έτοιμο και συγκεκριμένο να δεις. Είχαν έναν προπλασμό, κάτι αόριστο, είχαν κάτι σχεδιάκια στη μέση, μα όχι λεπτομέρειες. Δηλαδή, στις εικόνες που τότε άρχιζαν δεν έβλεπες ούτε ματάκια αγίων, ούτε λεπτομέρειες στα δάχτυλά τους, ούτε τα ρούχα τους. Τίποτα. Εβλεπες μόνο γενικά χρώματα. Παρ' όλα αυτά, δεν παρεξηγείται κανείς βλέποντας κάτι τέτοιο.

Γι’ αυτό και δεν είπα: «Τι είναι αυτά που ζωγραφίζετε; Πού είναι οι άγιοι; Δεν βλέπω κάτι. Τι σχέδια είναι αυτά;». Γιατί σκέφτηκα: «Μα, κάτσε. Αφού τώρα ζωγραφίζουν, αφού τώρα είναι στη διαδικασία και προσπαθούν, και το παλεύουν οι άνθρωποι, να βάλουν τον άγιο μέσα εκεί, σ’ αυτό το ξύλο. Επειτα από δύο ώρες σίγουρα θα 'ναι αλλιώς! Και αύριο θα 'ναι αλλιώς, και μεθαύριο θα 'χει τελειώσει η εικόνα». Ετσι είναι και η ζωή.


*Από το βιβλίο του π. Ανδρέα Κονάνου «Στο βάθος κήπος» των εκδόσεων Αθως