Με το σκαρί μιας Κιβωτού

Ο Βασίλης Πέρρος στους αινιγματικούς παροιμιομύθους που μέσα από τα ταξίδια του διαμορφώνει επιχειρεί μια αντιστοιχία του «εγώ» με το «εμείς». Οι εικόνες του μιλούν για την ποίηση που βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής

Από την
Αθηνά Σχινά

Με αφετηρία έμπνευσης την Κιβωτό, τον μύθο της αλλά και το διεκπεραιωτικό σκαρί της -από τη μια όχθη στην άλλη- ο Βασίλης Πέρρος μέσα από αυτή την ενότητα των αλληγορικών έργων του υπαινικτικά μας θυμίζει έννοιες και πραγματικότητες, αισθήσεις κι αντικατοπτρισμούς που μεταφέρουμε σαν αστάθμητες ισορροπίες εντός μας. Αλλοτε πάλι ο ζωγράφος αυτός εικονοποιεί συνήθειες που ανεπίληπτα αποκαλύπτουμε κι αναμνήσεις που μας καθορίζουν αλλά κι αμφιβολίες που ως καταφυγή τις επικροτούμε. 

Τα δικά μας τα ψυχοδυναμικά σκαριά (γιατί παρομοιώσεις τους και μετωνυμίες αντανακλούν οι όψεις και τα σχήματα από την κάθε «άτρακτο» που εξεικονίζει στα εικαστικά του έργα ο καλλιτέχνης) μετατρέπονται σε κελύφη από όνειρα αλλά και θραύσματα από καθημερινότητες, λειτουργώντας σαν μετέωρες αναθεωρήσεις κι αδιευκρίνιστες καταστάσεις στα πελάγη του υποσυνειδήτου. Ο Βασίλης Πέρρος στους αινιγματικούς παροιμιομύθους που μέσα από τα ταξίδια του διαμορφώνει επιχειρεί μια αντιστοιχία του «εγώ» με το «εμείς». Με βάση τις ετεροπροσωπίες που παίζονται στην αυλαία της θέασης, οι δικές του εικόνες αποφθεγματικά μιλούν για την ποίηση που επιλέγουμε να βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής μας. Αντικρίζουμε στα έργα αυτά -τι άλλο από- επικλήσεις πράξεων κι ατελών καύσεων της ζωής μας αλλά κι αναγκαιότητες που ευδοκιμούν εντός μας, καθώς αυτές συχνά θέλουμε να τις οραματιζόμαστε να ισορροπούν οριακά ανάμεσα στον γήινο και τον υπερβατικό κόσμο, στις συνεχείς αναχωρήσεις μας και στις ανατροπές μας, στους στόχους και στις επισφαλείς ή ατελέσφορες συχνά επιστροφές μας.

Ο Βασίλης Πέρρος διατυπώνει κατ’ ουσία μια σειρά από μεταβάσεις, μεταβλητότητες και μεταγωγές, που εδράζονται στις αινιγματικές και συνεχώς ανακαθοριζόμενες σχέσεις ή σημασίες που αποκτούν μερικά από τα διώνυμα, όπως είναι τα αρχέτυπα που ανακαλούμε για να υφάνουμε, ανάμεσα στ’ άλλα, τα θαυμαστικά και τις απορίες της ζωής μας. Από την άλλη πλευρά, βλέπουμε να «παριστάνονται» αγωνίες κι αποσιωπητικά, όπως επίσης ανατροπές και διαψεύσεις μας, σαν εκείνες που η θύμηση φέρνει στο φως, μαζί με τους κυματισμούς όλων όσα με αποκοτιά λαχταρούμε ή όλων όσα μάς πληγώνουν. Πρόκειται για προσκλητήρια σχόλης κι ανάπαυλας, έρωτα και καημού, τρικυμίας και ταλαντώσεων, οδύνης και παθών της σάρκας και του νου, στοιχεία που με κάθε αφορμή τα επαναφέρουμε στο προσκήνιο της θέασης για να προσδιορίσουμε τις ταυτότητές μας. Τις ταυτότητες τις συνυφασμένες με τις αναθρώσκουσες μνήμες μας, που αναφύονται και διαρκώς μετασχηματίζονται, άλλοτε πάλι τις αποκομίζουμε πλεγμένες μέσα από ουτοπίες και παλίμψηστες στο διάβα τους εντυπώσεις, με τις οποίες μας τροφοδοτεί διαρκώς κι απρόσμενα, σε κάθε της πτυχή, η ζωή.

Στις πτυχές της ζωής θα πρόσθετα ακόμη τα φανερά και τα αθέατα που μας περιστοιχίζουν μέσα από τη νεο-παραστατική γλώσσα και την ανάλογη εικονοποιία που μας επιφυλάσσει κάθε φορά ο Βασίλης Πέρρος, προικοδοτώντας υποβλητικά και με το ανάλογο μυστήριο τα «είδωλα καμόντων» του. Αυτά, σαν τα Ελευσίνια «δεικνυόμενα», παριστάνουν και ταυτοχρόνως υποδεικνύουν ανάμεσα σε γη κι ουρανό μνήμες κι εμπειρίες, θέσεις και στάσεις, συμπεριφορές και νοοτροπίες, συνήθειες και αντιλήψεις, προερχόμενες από πληθυντικούς κι ενικούς αριθμούς καταστάσεων και ιδιοτήτων, τις οποίες μεταφέρουμε στις εντός αποσκευές ή στις παρακαταθήκες μας, αποκαλύπτοντας όψεις συμβίωσης από τα παρελθόντα και τα παρόντα μας, καταμεσής θαρρείς του πελάγους.

Στις ελεγειακού ύφους αυλαίες της εικαστικής αυτής θέασης διακρίνουμε, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, «εμάς» ως σύστοιχα αντικείμενα ενός κόσμου προθέσεων κι αναγωγών. Εκόντες, άκοντες γινόμαστε, μέσα από την ενεργητική και την παθητική μας φωνή, μετακομιζόμενοι και ταυτοχρόνως αναχωρητές, θύτες και θύματα, αφηγητές και πρωταγωνιστές, ναυαγοί και την ίδια στιγμή, έστω και περιστασιακά, «διασωσμένοι» στη θαλπωρή της Κιβωτού ή μήπως άραγε στην απόγνωση της έξωσης από τον Παράδεισο και στην ατελέσφορη λαχτάρα για επιστροφή (;).

Ο χώρος και ο χρόνος ακολουθούν στην προκειμένη περίπτωση τη σιβυλλική κι ελλειπτικά «αφηγηματική» πλοκή των έργων, με βάση του κύκλου τα γυρίσματα. Μέσα από ποιητικούς συνειρμούς και υποθέσεις που επιχειρούμε με τη σκέψη και την αίσθηση να οικοδομήσουμε βλέπουμε κι ερμηνεύουμε τα «τεκταινόμενα», καθώς διαπραγματευόμαστε υποδόρια το καταπίστευμα μιας κάποιας «σωτηρίας» μας. Ιχνηλατούμε και ψελλίζουμε, σαν ναυαγοί και διασώστες, με τη σχετικότητα μέτρων κι αντιμέτρων, μια παραμυθία μετάπλασης και μετουσίωσης για τα αμετουσίωτα κατά τα άλλα τραύματα της ψυχής, που αταξίδευτα εκείνα επιμένουν να υπενθυμίζουν το ανεκπλήρωτο.

Στην παρασημαντική αυτών των έργων του Βασίλη Πέρρου οι απορροές ενεργειών και πράξεων, αντιπαροχών κι εμπειριών που μας έχουν διαμορφώσει γεφυρώνουν συνείδηση και ασυνείδητο, ατομικότητα και συλλογικότητες. Σχέσεις και αναφορές, οράματα και σιωπές, παρουσίες κι εξαιρέσεις, όπως οι ψυχικές διαθέσεις, έτσι κι εκείνες συναιρούνται και μορφοποιούνται σε απεικάσματα, λειτουργώντας συναισθαντικά και μεταμορφωτικά ή μεταγωγικά, μέσα από την κάθε μήτρα, την επιθαλάμια κλίνη, αλλά και την Κιβωτό της επέκεινα ζωής μας, για όσους την προσδοκούν.

Παράλληλα ο ζωγράφος, με την προσήλωση στη λεπτομέρεια, την επένδυση στη μαγευτική όσο και παραπλανητική ατμόσφαιρα αλλά και στις προσήκουσες παραδοξότητες των θεμάτων που συνοπτικά κάθε φορά αποτυπώνει μας σκιαγραφεί, μέσα από την αυτοδυναμία αλλά και την παράλληλη σεναριακή «ακολουθία» των τριάντα έξι έργων του, ένα είδος άτυπου όσο κι αινιγματικού χρονολογίου.
Το χρονολόγιο αυτό είναι τόσο προσωπικό όσο και απρόσωπο. Πρόκειται για μια Κιβωτό δική του και δική μας, με αναφορές σε πρόσωπα, πράγματα και εποχές μιας κάποιας πολυεπίπεδης πραγματικότητας βιωμάτων και την ίδια στιγμή μιας «μετάστασής» τους. Της «μετάστασης» των ερωτισμών και των ερωτημάτων που απέλειπαν, όπως επίσης των αποριών και των θαυμαστικών μας.

Ο Βασίλης Πέρρος με τις ποικίλες εκδοχές εμφάνισης της Κιβωτού του στην πραγματικότητα ανοίγει τις παλάμες του για να υποδεχτεί το σήμερα και το αύριο. Ανοίγει κυρίως τις παλάμες του για να πιει και μας δώσει νερό από τα «ύδατα της Στυγός», αποτρέποντας τη λησμονιά. Ζωγραφίζει για να μετασχηματίσει, να διασώσει και να ιδιοσημάνει στη συνέχεια ουμανιστικές εμπειρίες και αξίες από τα μνημόνια της ζωής. Τη μοιραζόμαστε και την ανακαλούμε, άλλοτε πάλι την αφουγκραζόμαστε αυτή τη ζωή και την αναπολούμε, καθώς γεωργεί ο καλλιτέχνης κι εξυφαίνει τα όνειρα και τις λαχτάρες μας μέσα από τις ανατροπές του βίου, την ευδοκίμηση αλλά και τους εφιάλτες μας, αφήνοντας εν τέλει να πρωταγωνιστήσουν, σαν χάδι θαλπωρής κι αδιόρατος τρόμος του αγνώστου, οι ευαγγελιζόμενες προσδοκίες της κάθε λέμβου, που όπως μπορούμε, εμείς εν τέλει κάθε φορά τη ναυλοχούμε, επιστρατεύοντας τις ζωογόνες πάντοτε ελπίδες, τις οποίες ως δωρεά η ίδια η φύση της ύπαρξης μας τις χαρίζει.


*Ιστορικός Τέχνης και Θεωρίας του Πολιτισμού