Στα ίχνη της κοινής ελληνικής λαλιάς

Στις χαλεπές περιόδους η γλώσσα και η θρησκεία εξασφάλισαν την πνευματική συνέχεια και αποτέλεσαν τους σταθερούς πυλώνες για την ανάπτυξη και την υιοθέτηση νέων ιδεών

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο*

Στις χαλεπές περιόδους η γλώσσα και η θρησκεία εξασφάλισαν την πνευματική συνέχεια, στήριξαν την ιδεολογία του Γένους, θεμελίωσαν ουσιαστικά το οικοδόμημα της ανεξαρτησίας και αποτέλεσαν τους σταθερούς πυλώνες για την ανάπτυξη και την υιοθέτηση νέων ιδεών, μορφών τέχνης, πολιτισμού και κοινωνικής οργάνωσης. «Η χριστιανική θρησκεία», σύμφωνα με τον Ιωάννη Καποδίστρια, «εσυντήρησεν εις τους Ελληνας και γλώσσα και πατρίδα και αρχαίας ένδοξους αναμνήσεις και εξαναχάρισεν εις αυτούς την πολιτικήν ύπαρξιν της οποίας είναι στύλος και εδραίωμα».

Ο πρώτος κυβερνήτης της μικρής χώρας, η οποία αντιμετώπιζε τις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου ύστερα από σκοτεινή περίοδο μακράς δουλείας, αποφάσισε να συστήσει τη Γραμματείαν των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδείας, όπου, όπως υποστήριζε, «συνηνώθησαν δύο υπηρεσίαι αχώριστοι, και προς ένα συντρέχουσαι σκοπόν, την ηθικήν των πολιτών μόρφωσιν, ήτις είναι η βάσις της κοινωνικής και πολιτικής του έθνους ανορθώσεως».

Αλλωστε, η Εκκλησία είχε υιοθετήσει την «κοινή ελληνική» των Ευαγγελίων και των κειμένων των ιερών συγγραφέων, των πατέρων της Εκκλησίας, γλώσσα που απέδωσε και ερμήνευσε -και εξακολουθεί να ερμηνεύει- με απόλυτη ακρίβεια φιλοσοφικές έννοιες, που έδωσε νόημα και έκφραση ακόμη και στον υπερβατικό Λόγο, που «εκπαίδευε με την ακρόαση της τελετουργίας τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα των ελληνοφώνων πληθυσμών», επειδή «διαδιδόταν εύκολα στους ομόθρησκους αλλά αλλόγλωσσους πληθυσμούς και συνάμα προσηλύτιζε τους αλλόθρησκους που μιλούσαν ελληνικά ή τα μάθαιναν υπό την επίδραση του θρησκευτικού συναισθήματος, με την πρακτική του εκκλησιασμού και με την προτροπή του κλήρου. Επί δέκα τέσσερις αιώνες άλλωστε όλοι οι ορθόδοξοι κληρικοί των βυζαντινών και αργότερα των οθωμανικών επαρχιών διορίζονταν από το Πατριαρχείο και ήταν ελληνόφωνοι» (Γ. Β. Δερτιλής).

Στην ευρύτερη πολιτική του Καποδίστρια εντάσσονται η ίδρυση εκκλησιαστικής σχολής στον Πόρο για την εκπαίδευση του κλήρου, ο σχεδιασμός της Εκκλησιαστικής Ακαδημίας, η αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, καθώς και η αποκατάσταση των ναών. Ωστόσο, σε θέματα Εκκλησίας και Παιδείας, οι μετέπειτα ελληνικές κυβερνήσεις ακολούθησαν την πολιτική της Αντιβασιλείας των Βαυαρών: υποτίμηση της γλώσσας, της Παιδείας -με τις συνεχείς εκπαιδευτικές και γλωσσικές μεταρρυθμίσεις- και και της παράδοσης, απαξίωση του κλήρου, δήμευση και διαρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας, λεηλασία ιερών κειμηλίων.

Αντιθέτως, τα θεσμικά όργανα του ελληνικού κράτους, αντί να προασπίσουν με μεθόδους διάδοσης και διδασκαλίας τον ανεκτίμητο και ανεξάντλητο γλωσσικό θησαυρό, παρείχαν ασμένως διευκολύνσεις σε οργανισμούς διδασκαλίας γλωσσών της αλλοδαπής, καθώς και σε αλλοεθνείς αρχαιολογικές, θρησκευτικές και πολιτιστικές αποστολές.
«... και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια. / Ασήμαντες οι κολόνες· μονάχα ο Αγιος Επιφάνιος / δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη τής / πολύχρυσης αυτοκρατορίας» (Γ. Σεφέρης).

Η «κοινή ελληνική», η μοναδική γλώσσα, που έδεσε σφικτά με την πρωτοτυπία και τις διάφορες όψεις του κάλλους του ελληνικού τόπου, καθώς και η πολυμορφία της μικρής σε έκταση χώρας και η πολλαπλότητα των στιγμών του -όπως αποτύπωσαν υπέροχα μεγάλοι καλλιτέχνες-, είναι στοιχεία σύμφυτα της πρωτοτυπίας και της ωραιότητας της ποιητικής έκφρασης, της εξήγησης των εννοιών, της ελληνικής λαλιάς.

Από τον Ρωμανό τον Μελωδό, «που ούτε καν Ελληνας δεν ήταν», στη «μαγεία του Παπαδιαμάντη». Ο Ρωμανός, «Σύρος ή, κατά τον Maas, Εβραίος», σύμφωνα με τον Ελύτη, «έγραψε στην κοινή του καιρού του, μια μεταβατική φάση της ελληνικής, που -υπάρχουνε πολλά δείγματα- τη χειρίσθηκε με δισταγμούς και τα παραπατήματα ενός ξένου. Κάτι περίπου σαν τους μεγάλους σύγχρονους ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά, όπως έλεγε ο Σεφέρης για τον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη, και που ωστόσο -ίσως γι’ αυτό- αναπαρθενεύσανε, από ένα δρόμο απροσδόκητον ο καθένας τους, τον ποιητικό λόγο»: «Εσύ θαυμάσιε Ομηρε / εξένισας τας Μούσας / και του Διός οι κόραι / εις τα χείλη σου απέθηκαν / το πρώτον μέλι» (Α. Κάλβος).

Και ενώ ο νεαρός διάκονος της Βηρυτού «επέτυχε να διατηρήσει και ν’ ανανεώσει τους εκφραστικούς πυρήνες που πρέπουν στο ήθος του ελληνικού λόγου», στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, όπως σημειώνει ο Οδυσσέας Ελύτης, «μυρμηκιούν οι λέξεις από την άκρα δεξιά ως την άκρα αριστερά της γλωσσικής του κλίμακας. / Εκεί όπου η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες στο ελάχιστο».

«Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική. / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου... / Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου... /Εκεί σπάροι και πέρκες/ ανεμόδαρτα ρήματα / ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια / όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε / σφουγγάρια, μέδουσες / με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων / όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη... / Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα-πρῶτα Δόξα Σοι!.. / Εκεί δάφνες και βάγια / θυμιατό και λιβάνισμα / τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφύλια / στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα, / κνίσες, τσουγκρίσματα / και Χριστός Ανέστη / με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων! / Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Υμνου/ Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Υμνου» (Οδ. Ελύτης).

Αλλά «τι εζήτει η Βενετία πέμπουσα τους στόλους τούτους εις το Αιγαίον; Ο,τι ζητεί ο σφαγεύς παρά του θύματος, τας σάρκας αυτού, ίνα κορέση την πείναν του. Διατί αι ιδιωτικαί αύται και κεκυρωμέναι με τα σήματα του Αγίου Μάρκου επιχειρήσεις; Διατί οι τοσούτοι εργολάβοι των κατακτήσεων, των ως δημοπρασίας εκτελουμένων; Η Βενετία προσηγόρευεν εαυτήν Πολιτείαν, και είχεν υιούς τυράννους. Τοις έδιδε το χρίσμα της και τους έπεμπεν ίνα κατακυριεύσωσι της γης» (Αλ. Παπαδιαμάντης, «Οι έμποροι των εθνών»).
Θρήνοι και δάκρυα, απειλές και παρακλήσεις σβήνουν τα ίχνη του Οδυσσέα από τις αμμουδιές του Ομήρου.