Ευρωεκλογές 2019: Χάος με την Τουρκία

Αδυναμία των πολιτικών ομάδων του Ευρωκοινοβουλίου και των κυβερνήσεων να συγκροτήσουν σαφή πολιτική έναντι του Ερντογάν

Από τον
Αλέξανδρο Τάρκα

Πολιτικό χάος σε ολόκληρη τη γηραιά ήπειρο, εν όψει των ευρωεκλογών της 26ης Μαΐου 2019, προκαλεί σταδιακά η Τουρκία, καθώς οι πολιτικές ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου και οι περισσότερες κυβερνήσεις των «28» (ως τότε θα είναι «27» λόγω του Brexit του Μαρτίου) αδυνατούν να συγκροτήσουν σαφή πολιτική έναντι του προέδρου Ρ.Τ. Ερντογάν.

Η στάση των υποψήφιων προέδρων της Κομισιόν, κυρίως του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος Μ. Βέμπερ και των Σοσιαλιστών Φρ. Τίμερμανς, κατά της πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. είναι θεωρητικά σωστή και με μεγάλη απήχηση στους ψηφοφόρους, αφού η γειτονική χώρα δεν είχε και δεν έχει (ειδικά επί Ερντογάν) σχέση με την Ευρώπη. Ωστόσο, στην πράξη υπονομεύεται η διπλωματική στρατηγική της Ελλάδας και πολλών άλλων εταίρων, οι οποίοι προτιμούν, όπως φυσικά και οι ΗΠΑ, τη διατήρηση της Τουρκίας εντός της Δύσης πάση θυσία, συνεχίζοντας τον διάλογό της με τις Βρυξέλλες, ώστε να μη δίδονται αφορμές στους ακραίους της Αγκυρας. Πρόκειται για την επιλογή «εξημέρωσης του θηρίου» ελλείψει άλλης, πιο αποτελεσματικής.

Ομως, αν δεν υπάρξει σύντομα κάποια -δημόσια και σαφής- διευκρίνιση, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας τους κ. Βέμπερ και Τίμερμανς, ανατρέπουν ουσιαστικά όχι μόνο την παρούσα γραμμή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και εκείνη που ακολουθείται από όλες τις κυβερνήσεις από τον Μάρτιο του 1995, όταν ήρθη (με διακομματική συναίνεση) το βέτο στην τελωνειακή ένωση Ε.Ε. - Τουρκίας με αντάλλαγμα τη δρομολόγηση ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η ίδια πολιτική επιβεβαιώθηκε το 2002-2003 επί Κ. Σημίτη μέσω του διαλόγου με τον τότε νεοεκλεγέντα Ερντογάν, το 2005 επί Κ. Καραμανλή με τη μη προβολή βέτο στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας και, επίσης, τον Δεκέμβριο του 2017 επί Αλέξη Τσίπρα με την πρόσκληση του λεγόμενου «σουλτάνου» στην Αθήνα, στο πλαίσιο της διατήρησης ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας μαζί του.

Ασφαλώς, επειδή η εξωτερική πολιτική δεν είναι στατική και η Ελλάδα δεν είναι δυνατόν να ανέχεται εσαεί τη διγλωσσία του κ. Ερντογάν έναντι της ίδιας και της Ε.Ε., το ενδεχόμενο αλλαγής της στάσης της δεν αποκλείεται στο μέλλον. Με τη διαφορά, βέβαια, ότι θα πρέπει να είναι συνειδητή επιλογή της Ελλάδας, ταυτόχρονα με την αμυντική της θωράκιση από τη Δύση, και όχι συνέπεια των τεχνασμάτων ορισμένων εταίρων. Οι περισσότεροι εξ αυτών προτιμούν την «ειδική σχέση» με την Τουρκία και την είσπραξη δισεκατομμυρίων από τις εμπορικές συναλλαγές μαζί της αντί μιας πλήρους σχέσης ή κάποιου συγγενούς καθεστώτος που θα επέβαλλε στην Αγκυρα σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των καλών γειτονικών σχέσεων προς όφελος της ειρήνης στη Μεσόγειο και της ανάπτυξης της Ελλάδας και της Κύπρου. Χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα είναι η περίοδος 1981-95, όταν όλοι οι ισχυροί εταίροι κρύβονταν πίσω από το ελληνικό βέτο στο Β’ Χρηματοδοτικό Πρωτόκολλο της Τουρκίας, τροφοδοτώντας την ένταση στο Αιγαίο.

Παράλληλα, όπως επισημαίνουν καλά ενημερωμένες διπλωματικές πηγές, η πολιτική σύγχυση έχει μεταφερθεί και στα υπηρεσιακά στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επισκέφθηκαν πρόσφατα την Αγκυρα και προετοιμάζονται για τη συνεδρίαση της Επιτροπής Σύνδεσης Ε.Ε. - Τουρκίας την επόμενη Τετάρτη 28 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, κατά τους τελευταίους γύρους διαλόγου (σε έναν από αυτούς ηγήθηκε ο επίτροπος Δημ. Αβραμόπουλος) οι Τούρκοι αξιωματούχοι υποκρίθηκαν ότι δεν έβλεπαν την πραγματικότητα. Κατά την άποψή τους, η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε καλό δρόμο, η πορεία εκδημοκρατισμού συνεχίζεται, λαμβάνονται όλα τα μέτρα ανακοπής των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών προς την Ελλάδα και την Ευρώπη, και οι συνθήκες είναι ώριμες για την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης, ενώ έκαναν πως δεν καταλάβαιναν ότι η συνέχιση του διαλόγου για την ένταξη εξαρτάται από τη βελτίωση των σχέσεων με όλα τα κράτη-μέλη και, κυρίως, την Κυπριακή Δημοκρατία.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι συζητήσεις της 28ης Νοεμβρίου προεξοφλείται ότι θα αποτύχουν ή -στην καλύτερη περίπτωση- θα αποτελέσουν απλή επανάληψη εκείνων του Νοεμβρίου του 2017, οπότε το ενδιαφέρον θα στραφεί πλέον προς την πιθανή σύγκληση του (ανώτερου επιπέδου) Συμβουλίου Σύνδεσης το πρώτο εξάμηνο του 2019. Το σχετικό διπλωματικό παρασκήνιο διαρκεί αρκετές εβδομάδες, γιατί η Βιένη αφενός αρνείται να συγκληθεί το συμβούλιο επί αυστριακής προεδρίας ως τα τέλη του έτους και αφετέρου συναινεί, εν κρυπτώ, στην ολοκλήρωση αρκετών προπαρασκευαστικών εργασιών τις προσεχείς εβδομάδες, ώστε η σύγκληση να καταστεί εφικτή επί της ρουμανικής προεδρίας.

Επί της αρχής, το Βουκουρέστι δεν είχε αντίρρηση για καμία ημερομηνία, αλλά η Γαλλία και η Γερμανία φέρεται ότι επιθυμούν το Συμβούλιο Σύνδεσης να οριστεί το αργότερο ως τα τέλη Φεβρουαρίου 2019, ώστε να υπάρχει ικανή χρονική απόσταση ως τις ευρωεκλογές.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη