Από τη γοητεία των λέξεων στη δημιουργία των όρων

Tο αλφάβητο ήδη από τον 8ο π.Χ. αιώνα καταγράφει με στίχους έμμετρους τα επικά κατορθώματα, εξυμνεί τον έρωτα, επαινεί τον ήρωα και δίνει πνοή ζωής σε επιγράμματα και επιγραφές

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Η ανακάλυψη του αλφάβητου, η ευχέρεια της πλοκής των ήχων καταγοήτευσε τους Ελληνες, που μετέφεραν με λέξεις τις εικόνες, τα σχήματα και τα χρώματα, απέδωσαν τις σκέψεις και τις έννοιες και τα συναισθήματα με τρόπο μοναδικής ακριβείας.

Ο Αυστριακός Albin Lesky, κλασικός φιλόλογος και ελληνιστής, είχε υποστηρίξει πως κάποιος μεγαλοφυής ανώνυμος έδωσε στη βορειοσημιτική συμφωνική γραφή τις αλλαγές εκείνες ώστε να είναι εφικτή η καταγραφή των φωνηέντων που οδήγησαν στην ελληνική γραφή. Επειδή ο ποιητικός λόγος είχε προηγηθεί του πεζού, ο Σόλων καθώς αποτύπωνε πολιτικές σκέψεις σε ιαμβικά και τροχαϊκά μέτρα συνέδεε την ποίηση με τη φιλοσοφική σκέψη, το μεγαλειώδες επίτευγμα του ελληνικού πολιτισμού. 

Από την Ιωνία του Θαλή, του Αναξίμανδρου και του Αναξιμένη, από τον Πυθαγόρα και τον Εμπεδοκλή, από τον Ακράγαντα, οι ελληνικές λέξεις ταξίδεψαν και κατέκτησαν τον κόσμο.

Ο Γερμανός κλασικός φιλόλογος Bruno Snell μελέτησε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και διερεύνησε μέσα από τα κείμενα τη χώρα και τον λαό που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των επιστημών, χάρη στον σχηματισμό των απαραίτητων γλωσσικών κατηγοριών και του αναγκαίου εννοιολογικού οπλισμού, κατά την πορεία του από τη μυθική σύλληψη του κόσμου στη λογική ερμηνεία του, καθώς και τη συμβολή του στη συγκρότηση της ευρωπαϊκής σκέψης.

Tο ελληνικό αλφάβητο ήδη από τον 8ο π.Χ. αιώνα καταγράφει με στίχους έμμετρους τα επικά κατορθώματα, εξυμνεί τον έρωτα, επαινεί τον ήρωα και δίνει πνοή ζωής σε επιγράμματα και επιγραφές: το παλαιότερο μνημείο της ελληνικής φθογγικής γραφής ανήκει σε αττική οινοχόη από το Δίπυλο, των μέσων του 8ου π.Χ. αιώνα. Πριν καταλήξει στον τάφο είχαν προσφέρει το αγγείο ως βραβείο στον καλύτερο χορευτή: 'Hός νῦν ὀρχεστον πάντον ἀταλότατα παίζει τῶτοι δεκᾶν μιν' (όποιος από όλους τους χορευτές πιο ζωηρά χοροπηδά, με τούτο το αγγείο ας τον ανταμείβουν).

Οι πρώτες επιγραφές λειτουργούν όχι μόνο ως περιεχόμενο, ως νόημα, αλλά και ως μέρος της παράστασης. Η δύναμη του λόγου και της πειθούς δημιούργησε τις πόλεις, τους νόμους και τις τέχνες, δημιούργησε τον πολιτισμό και προώθησε την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. «Και είναι», σύμφωνα με τον Ισοκράτη («Πανηγυρικός»), «τόσοι πολλοί εκείνοι που επισκέπτονται την πόλη, ώστε πράγματι η πόλη μας έχει απολαύσει στον μέγιστο βαθμό το αγαθό της επικοινωνίας. Εκτός τούτου εδώ έχει τη δυνατότητα να συναναστραφεί κάποιος με πολύ κόσμο, να συνδεθεί με αληθείς φίλους, να παρακολουθήσει αγώνες δρόμου και αγώνες λόγου και πνεύματος και αγώνες όλων των ανθρώπινων έργων, τους νικητές των οποίων βραβεύει η πόλη με λαμπρά έπαθλα.

Μα, τόσο πολύ η πόλη μας αποδείχθηκε ανώτερη από όλους τους άλλους στο πνεύμα και στην τέχνη του λόγου, ώστε οι μαθητές της έγιναν οι διδάσκαλοι των άλλων και το όνομα Ελληνες έφτασε στο σημείο να μη σημαίνει πλέον την καταγωγή, αλλά την πνευματική καλλιέργεια. Και, επομένως, να ονομάζονται Ελληνες κυρίως όσοι δέχτηκαν να ακολουθήσουν τη μέθοδο της δικής μας παιδείας, παρά εκείνοι που έχουν κοινή με μας καταγωγή».

Στην περίοδο του χρυσού αιώνα, παράλληλα με την άνθηση των τεχνών, η πνευματική παραγωγή, με τα έργα των τραγικών ποιητών, τις φιλοσοφικές αναζητήσεις, τη συγκλονιστική παραγωγή του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους, έφτασε στο ύψιστο σημείο ακμής και ουσιαστικά αποτελεί το στέρεο θεμέλιο της διαμόρφωσης των επιστημών και του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πολιτισμού: οι λόγοι του Ισοκράτους, η απαράμιλλη τέχνη του να κυριαρχεί στη σκέψη και στην ψυχή του ακροατηρίου, είναι υπόδειγμα ρητορικής, με εμφανείς επιδράσεις στις μεταγενέστερες γενεές, ενώ η πολύτιμη ιστοριογραφική εργασία του Θουκυδίδη είναι σημείο αναφοράς των μετέπειτα επιστημόνων και, ασφαλώς, αποδίδει ανάγλυφα τη λαμπρή εποχή.

Την πολιτική και την οικονομική επικυριαρχία που επέβαλε η Αθήνα στους συμμάχους της στον 5ο π.Χ. αιώνα περιγράφει ο Θουκυδίδης, ωστόσο πολύτιμες είναι και οι πληροφορίες των επιγραφών για την εξωτερική και την οικονομική πολιτική της Αθήνας, στο πλαίσιο της Πρώτης Αθηναϊκής Συμμαχίας έως το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, που κοσμούν το Επιγραφικό Μουσείο.
Εξέχουσα θέση κατέχουν οι «κατάλογοι της εξηκοστής» του φόρου της Συμμαχίας, η οποία ιδρύθηκε με πρωτοβουλία των Αθηναίων το 478/7 π.Χ., με σκοπό την προστασία των ελληνικών πόλεων και τη συνέχιση του πολέμου εναντίον των Περσών, ενώ τα ψηφίσματα της περιόδου του Πελοποννησιακού Πολέμου δείχνουν την προσπάθεια της Αθήνας για την εξεύρεση πόρων με στόχο την αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών για την κάλυψη των υψηλών δαπανών των πολεμικών επιχειρήσεων και τη διατήρηση της ηγεμονικής θέσης της. Σε μνημειώδη στήλη είχαν αναγράψει δύο ψηφίσματα «της τάξεως του φόρου», που καθόριζαν τη διαδικασία του υπολογισμού του νέου φόρου, και ακολουθούσαν τα ονόματα των πόλεων και τα νέα ποσά. Η καταχρηστική, σχεδόν, αυτή απόφαση των Αθηναίων ενισχύει τις επικρίσεις του Θουκυδίδη για τις απολυταρχικές τάσεις των Αθηνών.

Με έναν ανεξάντλητο θησαυρό της ελληνικής γλώσσας, με ποικιλία λέξεων και νοημάτων αλλά και μια ανεπανάληπτη τεχνική, οι επιγραφές και τα επιγράμματα μεταφέρουν την ατμόσφαιρα μιας λαμπρής εποχής.

Ενα επίγραμμα, άλλωστε, επιτύμβιας κυλινδρικής στήλης, που αποδίδεται στον Σείκιλο (περί τον δεύτερο π.Χ. αιώνα), στην κοινή ελληνική, από τις Τράλλεις της Μικράς Ασίας, διέσωσε και τα αρχαιότερα σύμβολα για την ερμηνεία της μελωδίας: «Εικών η λίθος ειμί. Τίθησί με Σείκιλος ένθα μνήμης αθανάτου σήμα πολυχρόνιον» («Η πέτρα εγώ, μία εικόνα είμαι. Ο Σείκιλος με τοποθέτησε ως διαχρονικό σημείο μνήμης αθάνατης»).