Στάσεις μέσα από μια εικαστική επισκόπηση

Η ατομική έκθεση φωτογραφίας της Βιργινίας Χορμοβίτη με τίτλο της «Φωτο-Γυάλινα Γιάννενα» και τα τρισδιάστατα έργα ζωγραφικής του Σπύρου Κουρσάρη, στην αίθουσα τέχνης Εκφραση

Από την
ΑΘηνά Σχινά*

Ενα είδος έμμεσης μνείας στο σημαντικό και ευρύτερα γνωστό ποιητικό βιβλίο του Μιχάλη Γκανά με τίτλο «Γυάλινα Γιάννενα» αποτελεί η ατομική έκθεση φωτογραφίας της Βιργινίας Χορμοβίτη. Η δική της πρόσφατη ενότητα έργων έχει ως τίτλο της «Φωτο-Γυάλινα Γιάννενα», περισσότερο για να υποδείξει η δημιουργός τη νοτισμένη από υγρασία φθινοπωρινή, αλλά και χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα της πόλης, κυρίως όμως το υποκειμενικά φορτισμένο της βλέμμα, που θολώνει συναισθηματικά το τοπίο.

Σκοπίμως η Β. Χορμοβίτη υπονομεύει, τουλάχιστον δεοντολογικά, την «αντικειμενικότητα» της στιγμιαίας υποτίθεται απόδοσης του φωτογραφικού της φακού. Οσα συλλαμβάνει το μάτι της τα επεξεργάζεται εργαστηριακά ως πρωτογενές της υλικό. Κατόπιν τα «στοιχεία» της αυτά τα αποδομεί, τα ανατρέπει και τα ανασυνθέτει, επιδιώκοντας ένα διαφορετικό αισθητικά και εικαστικά ζητούμενο, που να αναδεικνύει κάθε φορά το οικείο ως ανοίκειο, χρωματίζοντας παράλληλα και μέσα από τονικότητες μια ατμοσφαιρική κατάσταση.

Πρόκειται κυρίως για την ανάπτυξη μιας βιωματικής σχέσης της φωτογράφου με τον χώρο και με την εντοπιότητα, με την εσωτερικευμένη επίσης μυθική διάσταση και με τα «μεγέθη» της, με τις αποστάσεις καθώς και με τον χρόνο.

Η ηπειρώτικη πόλη (στην έκθεση της Φωτοθήκης La Boutique) προσωποποιείται, ενώ παράλληλα αποχαρακτηρίζεται, καθώς η Β. Χορμοβίτη διαθέτει την ικανότητα να μας τη δείχνει, μέσα από τις συνεχείς μεταβλητότητές της, καθώς εκείνη επιδέξια την επιμερίζει σε μια σειρά από οπτικά προκείμενα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και με τον κατάλληλο οπτικό χειρισμό διεγείρονται συνειρμικά στον θεατή «εικασίες» από το θυμικό, τόσο της ατομικής όσο και της συλλογικής του μνήμης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρωταγωνιστεί το υποσυνείδητο.

Ως προς αυτήν την άποψη, της στιγμιαίας δηλαδή λήψης και παρουσίασης των μεταλλαγών της εικόνας, καθώς και της ρευστότητας των εντυπώσεων που κάθε φορά εκείνη προκαλεί, «εικονοποιούνται» διαθέσεις, μέσω των οποίων αποκωδικοποιούμε κι αντιλαμβανόμαστε τις μυριάδες όψεις της ένδον κι έξωθεν πραγματικότητας. Κι επειδή δεν υπάρχει παρθενογένεση, σε αυτό τουλάχιστον το πλαίσιο ερμηνείας που επιχειρώ, διαπιστώνω αρκετές εκλεκτικές συγγένειες με τα φωτογραφικά έργα του Γιάννη Τζένου. Μπορεί τα περισσότερα έργα της Β. Χορμοβίτη να κινούνται σε ένα κάποιο διαφορετικό μήκος κύματος, δεν παύουν ωστόσο ορισμένα εξ αυτών να έχουν -για να το πούμε κι έτσι- μια κοινότητα προθέσεων αλλά και στοχεύσεων, καθώς ιδιοσυγκρασιακά κι αισθητικά (αναφερόμενη στο αποτέλεσμα) οι συνισταμένες τους διαλεκτικά προσεγγίζονται.

Ο Σπύρος Κουρσάρης στην ατομική του έκθεση, που παρουσιάζεται στην αίθουσα τέχνης Εκφραση, δείχνει μια σειρά έργων του με τρισδιάστατη ζωγραφική. Εκτός από ζωγράφος, άλλωστε, είναι και σκηνογράφος, αλλά αυτό δεν τον κατηύθυνε ως προς τη συγκεκριμένη του επιλογή, θέλοντας να αποδώσει μια ενδογενή κατά τα άλλα «κοσμοθέαση». Με τον δικό του εμβληματικό κι ελεγειακό τρόπο μάς εξαντικειμενίζει τον ψυχισμό ενός φανταστικού όσο κι αμφίθυμου παράλληλα ταξιδιού, για όσους φεύγουν, αλλά και για όσους μένουν πίσω, αγναντεύοντας τα καράβια ή τον χρόνο που κυλά.

Και κυλά, αφήνοντας το απαύγασμα μιας ανεξίτηλης μνήμης που αντιστέκεται, μέχρι κι εκείνη, με τους τρόπους της να μεταβληθεί, θολώνοντας τις επικράτειες της απαντοχής της, χωρίς να απαρνιέται, από την άλλη πλευρά, έναν κρυμμένο λυγμό, ανάμεικτο με τα αποστάγματα χαράς της ζωής. Ο Σπ. Κουρσάρης σε αυτές τις παραμέτρους ιδιοσυγκρασιακά και μορφολογικά κινείται και μέσα από αυτές, χωρίς εντυπωσιοθηρικά άλματα, γνωρίζει πώς κάθε φορά να ανανεώνεται.

O σεμνός αυτός καλλιτέχνης, με την πολύχρονη κι επιτυχημένη πορεία πίσω του, χρησιμοποιεί σύμβολα κι αλληγορίες, αποδίδοντας ποιητικά πάντοτε τα θέματά του. Μπορεί να χρησιμοποιεί την παραστατικότητα, συνδυασμένη με επιμέρους ελεγχόμενα στοιχεία, που δεν αναστέλλουν ωστόσο τον αυθορμητισμό της χειρονομίας του. Αυτά είναι, π.χ., τα διάφορα ανά περίσταση εξπρεσιονιστικά, τα σουρεαλιστικά, τα κυβιστικά, τα naif και τα pop-art στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη μορφοπλασία των έργων του, αλλά ο ίδιος επιλέγει συνειδητά αυτό του το σύνθετο, πάντοτε όμως αναγνωρίσιμο εκφραστικό ιδίωμα προκειμένου να γίνεται άμεσα εύληπτος ο λόγος και η μεταφυσική ατμόσφαιρα της ζωγραφικής του, κυρίως βέβαια με συναισθαντικά επικοινωνήσιμα αυτά του τα γνωρίσματα, ως προς τον θεατή.

Ο Σπ. Κουρσάρης επικεντρώνεται ουσιαστικά στους τρόπους δόμησης και σύνθεσης της κάθε εικόνας του, καθώς ο στοχασμός του είναι σε κάθε περίπτωση αφαιρετικός. Οι μορφές του λειτουργούν, στο εικαστικό πεδίο, διαλεκτικά κι αντιστικτικά. Παράλληλα, τα μορφικά του στοιχεία επιφορτίζονται μέσα από τη σύνθεση να μεταφέρουν εντάσεις και υφέσεις, πυκνότητες κι αραιώσεις, που αφορούν τον χώρο και τη δυναμική του, όπως επίσης τις ιδιαιτερότητες του φωτός, τις σημασίες των μεγεθών, αλλά και των αποστάσεων, χωρίς να διασπούν την υφολογία και την κάθε ιδιαίτερη ατμόσφαιρα.

Ο χώρος στα έργα αυτού του ζωγράφου εμπερικλείει την ψευδαισθητική παραστατικότητα, ανάμεικτη με τη θεατρικότητα. Τα εικαστικά δομημένα επίπεδά του τα διαμορφώνει κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αφήνει το βλέμμα να περιηγείται εναισθητικά στις συγκεκριμένες σκηνογραφικές του συνθέσεις. Ο χρόνος αίρεται και μαζί του οι αποστάσεις ανάμεσα στην αλήθεια και την πλάνη, στην παρουσία και την αναπόληση, στην αποδρομή και την ίδια στιγμή στην επανεμφάνιση μιας ζωής «αλλιώς ωραίας».

Με τον τίτλο «εις υγείαν», η Βίκυ Γεωργιοπούλου παρουσιάζει μια πρόσφατη ενότητα έργων της στην αίθουσα τέχνης Περιτεχνών. Πρόκειται για μια ξεχωριστή εικαστική δημιουργό, που από την αρχή της δημιουργικής πορείας της ήξερε τι ήθελε να εκφράσει και τους τρόπους που ευθύβολα επιθυμούσε να το διατυπώσει. Η πρόθεση και το σκεπτικό των έργων της αντιστοιχούν απόλυτα στη γραφή και την υφολογία της κι αυτό το θεωρώ επίτευγμα.

H ζωγράφος αυτή καυτηριάζει πολυεπίπεδα τα τεκταινόμενα και παράλληλα ασκεί μέσα από τα έργα της ευρύτερη κοινωνική κριτική, πέρα από εμφανείς περιπτωσιολογίες, χωρίς ωστόσο διδακτισμούς, προπαγανδιστικές ρητορείες και άσκοπες εντάσεις ή φωνασκίες. Από την άλλη πλευρά, δεν μένει η ίδια στο απυρόβλητο και δεν επικαλείται επίσης σαθρούς ή εκ των πραγμάτων φαλκιδευμένους ιδεολογισμούς. Και αυτό δεν είναι μόνο σπάνιο, είναι και σπουδαίο.

Με όχημα την παραστατική και αλληγορική της γλώσσα, η Βίκυ Γεωργιοπούλου χρησιμοποιεί αυτοσαρκαστικά και με λεπτό χιούμορ την κάθε εικόνα που με επιδεξιότητα και υποβλητικότητα διαμορφώνει, στιγματίζοντας τα κακώς κείμενα σε προσωπικό και οικογενειακό, σε επαγγελματικό και ψυχολογικό, σε συναισθηματικό και κοινωνικό επίπεδο. Ουσιαστικά εκθέτει την ίδια την υποκρισία αλλά και ταυτοχρόνως την αναλγησία μας, μέσα από τον καταναλωτισμό και τα υποκατάστατά μας, μέσα από τις στάσεις ζωής ή μόδας που πειθήνια ακολουθούμε και τη χωρίς άλλοθι εκμετάλλευσή μας. Μέσα από τα έργα της εκθέτει επίσης την ευμάρεια και την αδιαφορία μας, τη βία και την καμουφλαρισμένη μας επιθετικότητα, τις φαντασιώσεις και παράλληλα τις ασύστολες ή ανεξέλεγκτες επιθυμίες μας, όπως όλα αυτά γίνονται φανερά από τα ήθη και τις νοοτροπίες του καιρού μας.

Θέμα της, εν προκειμένω, έχει την ίδια την ασθενούσα συνείδηση και κατ’ επέκταση την κοινωνία, με αφορμή τους όντως ασθενείς, αλλά και τους κατά φαντασίαν ασθενείς.

* Ιστορικός Τέχνης και Θεωρίας του Πολιτισμού