Η «ελληνική» Παιδεία

Οι Ελληνες απέφευγαν την καθυπόταξη του κόσμου με την υπεροχή των όπλων. Δημιούργησαν έναν μοναδικό πολιτισμό, ένα ακαταμάχητο όπλο, με το οποίο κατέκτησαν την αποδοχή και την εκτίμηση των λαών

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Η εύφορη κοιλάδα του ποταμού Γουραίου, ανατολικά της σημερινής Καμπούλ, είχε εντυπωσιάσει τους Μακεδόνες καθώς αντίκριζαν τους αμπελώνες στους γύρω λόφους και τις αμυγδαλιές, τις μικρές κωμοπόλεις στις πράσινες υπώρειες και, ψηλότερα, τα ποίμνια να βόσκουν αμέριμνα, οικείες εικόνες, όμοιες με εκείνες της πατρίδας. Ηταν και οι άρχοντες του τόπου, που έφτασαν πρόθυμοι να δηλώσουν υποταγή στον Αλέξανδρο και είπαν πως τη χώρα τους, τη Νύσα, είχε επισκεφθεί σε χρόνους αρχαίους ο Διόνυσος, πως ελληνική παιδεία έχουν και πως οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους απογόνους εκείνου που τους δίδαξε τις τέχνες. 

Οι Ελληνες απέφευγαν την καθυπόταξη του κόσμου με μεθόδους αριθμητικής κατίσχυσης, πολυανδρίας των στρατιών ή την υπεροχή των όπλων. Δημιούργησαν έναν μοναδικό πολιτισμό, ένα ακαταμάχητο όπλο, με το οποίο κατέκτησαν την αποδοχή και την εκτίμηση των λαών. Διέρρηξαν τα ιδεολογικά στεγανά και υπέδειξαν νέες οδούς συμπεριφοράς, επικοινωνίας και ελεύθερης διακίνησης απόψεων και ιδεών με έναν θησαυρό λέξεων και εννοιών. Στη χώρα που γέννησε τη γλώσσα και την παιδεία, τους νόμους και τους θεσμούς και τη φιλοσοφία, που γέννησε το μέτρο για τον άνθρωπο, το «μεγάλο, το ωραίο και το αληθινό», ανάρμοστα ήσαν τα συμβατικά μέτρα και σταθμά. Οι πολιτισμικές εκστρατείες των Ελλήνων σημείωσαν λαμπρή και διαχρονική επιτυχία, επειδή στόχευαν στην ηθική ανύψωση του ανθρώπου και στην προετοιμασία της ψυχής προκειμένου να δεχτεί και να αφομοιώσει τη γνώση.

Η σύγχρονη εποχή, που προσφέρει αφειδώς τα πολύτιμα αγαθά της τεχνολογικής εξέλιξης, αντί να προάγει τα συστήματα από τα οποία άμεσα εξαρτάται η πνευματική και βιολογική ύπαρξη του ανθρώπου, οδηγεί σε αποκλεισμούς και τραγικά αδιέξοδα. Η δίνη του ερμαφρόδιτου συστήματος διακυβέρνησης εξαντλεί και εξουθενώνει τις κραυγές αγωνίας για τον επαναπροσδιορισμό των αξιακών προτύπων, ενώ τα αλλεπάλληλα κύματα των παράλογων οικονομικών μέτρων οδηγoύν τους αστούς στη φτωχοποίηση, στην κοινωνική περιθωριοποίηση, στην εξαχρείωση τις πιο ευάλωτες τάξεις των πολιτών, στη μετοικεσία τους ακόμη εύρωστους επιχειρηματίες, στη μετανάστευση τα νεότερα και δυναμικά μέλη μιας κοινωνίας, που ματαίως προσπαθεί πλέον να αποκρύψει το βαθύτατα ανθρωπιστικό προσωπείο της.

Ο κριτικός του καπιταλισμού και στοχαστής Τζον Μέιναρντ Κέινς ήδη στα 1931 είχε υποστηρίξει πως πλησιάζει σύντομα η ημέρα εκείνη που το οικονομικό πρόβλημα θα κατέχει τη θέση που του αρμόζει, την τελευταία δηλαδή, ενώ στο πεδίο των ιδεών και των συναισθημάτων θα πρυτανεύουν και πάλι οι πανανθρώπινες αξίες.
Αμεσο απόρρευμα της αναισθητοποίησης του πολίτη, η περιφρόνηση της ουσιαστικής παιδείας και η απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών, αφού η επαγγελματική εκπαίδευση αποδεικνύεται πλέον το μοναδικό «κλειδί» για την ανεύρεση και την κατοχύρωση εργασίας, σύμφωνα άλλωστε με τις έρευνες της Στατιστικής Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

«Σήμερα η ελληνική παιδεία δεν προσφέρει ούτε επαγγελματική ούτε ανθρωπιστική μόρφωση» είχε υπογραμμίσει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. «Η παιδεία η ελληνική νοσεί βαθύτατα. Και νοσεί πρώτα διότι οι λειτουργοί της δεν πιστεύουν πια στο λειτούργημά τους. Εχουν γίνει ωμοί επαγγελματίες οι ίδιοι. Πώς, λοιπόν, αυτοί οι επαγγελματίες που προσφέρουν τον εαυτό τους ως παράδειγμα στα παιδιά να τους εμπνεύσουν οιοδήποτε ιδανικό;» Ο ίδιος είχε προτρέψει επίσης «να γραφεί η ιστορία της νεότερης Ελλάδος σαν ιστορία μιας αλυσίδας χαμένων ευκαιριών. Θα ήταν πιο διδακτική από την ιστορία μιας αλυσίδας επιτυχιών και θα αμνήστευε τα λάθη της πρώτης».
Η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε τη βάση της υψηλής παιδείας στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και οι ελληνόφωνες κοινότητες μετέφεραν τον ελληνικό πολιτισμό από «τας νήσους του Αιγαίου και του Μυρτώου πελάγους, την Κρήτην και τα παράλια της Μικράς Ασίας από Τροίας μέχρι Λυκίας, την Παμφυλίαν και την Κύπρον, εις τας αποικίας της Ιλλυρίας και εις Θρακικήν, από την Προποντίδα και τον Εύξεινον μέχρι Φάσιος και την Αζοφικήν μέχρι Ταναΐδος, την Κυρηναϊκήν και Ναυκράτιδα, την Σικελίαν Μεσημβρινήν και Μέσην Ιταλίαν και την Μεσημβρινήν Γαλλίαν».

Οι σύγχρονοι Ελληνες, αντί να στηρίξουν και να ανατροφοδοτήσουν τις ελληνόφωνες κοινότητες του κόσμου, προτίμησαν τη συρρίκνωση στα περιορισμένα γεωγραφικά όρια και την καταμέτρηση των πνευματικών και υλικών ερειπίων του ευκλεούς παρελθόντος. Μετέωρο ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, το ελληνικό γένος ανέκτησε την πολυπόθητη ελευθερία, ωστόσο με όρους και φραγμούς, που απέκλεισαν την αυτοδεσποτεία του και εμπόδισαν τη συνέχιση του πνευματικού βίου του. Προστάτιδες δυνάμεις, αλλότριοι θεσμοί, και θλιβεροί μισιονάριοι εξοβέλισαν βίαια τις σταθερές αξίες του εγχώριου πολιτισμού και χειραγώγησαν την ελληνική παιδεία, σύμφωνα με τα νέα ιδεολογήματα και τις απαιτήσεις ενός δήθεν εκσυγχρονισμού.

«Η λεγομένη ανωτέρα τάξις να συμμορφωθή με τα έθιμα της χώρας, αν θέλη να εγκλιματισθή εδώ. Να γίνη προστάτις των πατρίων, και όχι διώκτρια. Να ασπασθή και να εγκολπωθή τας εθνικάς παραδόσεις. Να μη περιφρονή αναφανδόν ό,τι παλαιόν, ό,τι εγχώριον, ό,τι ελληνικόν. Να καταπολεμηθή ο ξενισμός, ο πιθηκισμός, ο φραγκισμός. Να μη χάσκωμεν προς τα ξένα. Να στέργωμεν και να τιμώμεν τα πάτρια. Είναι της εσχάτης εθνικής αφιλοτιμίας να έχωμεν κειμήλια, και να μη φροντίζωμεν να τα διατηρήσωμεν», συνιστούσε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «διδάσκοντας την αποτίμηση της αρχαίας Ελλάδος διαμέσου του Βυζαντίου και πιστοποιώντας την τυφλότητα των κεχνηκότων και θαμπωμένων από τα εσπέρια φώτα», όπως σημειώνει ο Δ. Δ. Τριανταφυλλόπουλος.

Ενα έθνος επιβιώνει κάτω από τις πλέον αντίξοες και δυσχερείς συνθήκες καταδυνάστευσης, χαλεπές κατοχικές περιστάσεις εξαθλίωσης και αιχμαλωσίας, εξανδραποδισμού ακόμη και γενοκτονίας, αρκεί να διατηρήσει ακέραια τα παραδοσιακά του ερείσματα, την πολιτισμική του υπόσταση, τη θρησκεία, τα ήθη και τη συνείδηση, τη γλώσσα και, ασφαλώς, την παιδεία: «την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται/ εξέχασαν τόσους αιώνες ανακατευμένοι/ με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους./ Το μόνο που τους έμενε προγονικό/ ήταν μιά ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,/ με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους./ Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής/ τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,/ και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,/ που μόλις πιά τα καταλάμβαναν ολίγοι./ Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους./ Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Ελληνες -/ Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί/ και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,/ να ζούν και να ομιλούν βαρβαρικά/ βγαλμένοι -ώ συμφορά!- απ’ τον Ελληνισμό» (Κ. Π. Καβάφης).