Παράδειγμα προς μίμηση η Ελληνική Σχολή Βιέννης

Λειτουργεί με επιτυχία από το 1801 και σήμερα οι 350 (!) πλέον μαθητές διδάσκονται Γλώσσα, Ιστορία και Θρησκευτικά

Από τον
Σωτήρη Λέτσιο

Καμάρι διαχρονικό και φωτεινό υπόδειγμα της ελληνικής κοινότητας της Βιέννης και των επιτευγμάτων της αποτελεί η Ελληνική Εθνική Σχολή της Βιέννης. Αυτό αποδεικνύεται όχι μόνο από την επιτυχή λειτουργία του εν λόγω σχολείου, αλλά και από τη διαρκώς αυξητική τάση του αριθμού των μαθητών, που σήμερα έχουν φθάσει αισίως τους 350!

Η Εθνική Σχολή διαθέτει σήμερα τμήματα νηπιαγωγείου, δημοτικού και γυμνασίου. Οι μαθητές διδάσκονται παράλληλα με την ελληνική γλώσσα και Θρησκευτικά, αλλά και στοιχεία ελληνικού πολιτισμού, Ελληνική Ιστορία κ.ά. Μέσα από τη διοργάνωση πολλών και διαφορετικών εκδηλώσεων (ομιλίες, πολιτιστικά δρώμενα, εορτές κ.ά.) δίνεται η ευκαιρία στους μαθητές να έρχονται συχνά σε επαφή με τα ελληνικά γράμματα.

Εντυπωσιακά μεγάλη είναι και η συμμετοχή των μαθητών στις εξετάσεις για την απόκτηση επίσημου πτυχίου της ελληνικής γλωσσομάθειας. Η επιτυχία των μαθητών σε αυτές τις εξετάσεις αγγίζει συχνά το 100%! Με την αποφοίτησή τους τα παιδιά της ομογένειας δίνουν εξετάσεις κυρίως για την αυστριακή εκπαίδευση. Η Εθνική Σχολή της Βιέννης λειτουργεί υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως της Αυστρίας, ενώ από το 1963 και μετά αυτό γίνεται και σε συνεργασία με την ελληνική κοινότητα. Οσο για το αυστριακό κράτος, αυτό δεν αναμειγνύεται διόλου σε θέματα κατάρτισης προγραμμάτων και της υπόλοιπης λειτουργίας, αφού το πρόγραμμα σπουδών είναι αναγνωρισμένο από το υπουργείο Παιδείας της Ελλάδας και εμπίπτει στα εκπαιδευτικά προγράμματα του εν Ελλάδι υπουργείου.

ΑΝΘΙΜΟΣ ΓΑΖΗΣ

Η Ελληνική Εθνική Σχολή της Βιέννης ιδρύθηκε μεν το 1804 με έκδοση διατάγματος του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Α΄, ωστόσο ανεπίσημα λειτουργούσε ήδη από το 1801. Στο σχολείο αυτό δίδαξαν σημαντικές μορφές των ελληνικών γραμμάτων, όπως ο Ανθιμος Γαζής, οι αδελφοί Καπετανάκη, ο Αθανάσιος Ψαλίδας κ.ά. «Η ίδρυσή της εντάσσεται στο πλαίσιο των ζυμώσεων κατά την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού» αναφέρει o π. Ιωάννης Νικολίτσης, αναπληρωτής διευθυντής της Ελληνικής Εθνικής Σχολής Βιέννης. Οπως λέει, «όταν ιδρύθηκε το σχολείο αυτό, γινόταν η διδασκαλία μαθημάτων όπως ήταν π.χ. η ελληνική δημοτική γλώσσα, η αρχαία ελληνική γλώσσα, τα λατινικά, ενώ επίσης οι μαθητές διδάσκονταν ποίηση, ρητορική, στοιχεία αστρονομίας, φυσικές επιστήμες, μαθηματικά και μουσική».

Η ΚΑΤΗΧΗΣΗ

Ο ίδιος προσθέτει: «Εντύπωση προκαλούσε επίσης και το ότι με τη θέσπιση του αυτοκρατορικού διατάγματος ήταν υποχρεωτική η διδασκαλία της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης υπό τη μορφή της κατήχησης. Οι γονείς των μαθητών κατέβαλλαν δίδακτρα. Συγχρόνως, όμως, υπήρχε μέριμνα να καλυφθούν τα έξοδα σπουδών για τους άπορους μαθητές με τη συνδρομή βοηθημάτων μέσα από τα κληροδοτήματα των εύπορων Ελλήνων. Είχαν θεσπισθεί βραβεία για τους άριστους μαθητές, ενώ ιδιαίτερα πρωτοποριακό για τα δεδομένα της εποχής ήταν και ότι υπήρχε ενδιαφέρον για την εκπαίδευση και των κοριτσιών! Υπήρχε ακόμη μέριμνα για την οικονομική στήριξη των άπορων μαθητριών» καταλήγει ο π. Ιωάννης.

Ως προς τη λειτουργία της Εθνικής Σχολής, όλα ήταν εναρμονισμένα και υπό την επίβλεψη ενός καταστατικού, το οποίο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Απόδειξη δε αυτού ήταν και το γεγονός ότι στο καταστατικό λειτουργίας της κοινότητας της Αγίας Τριάδας αναφερόταν πως ο ιερέας όφειλε κάθε Σάββατο να επιλέγει και να ενημερώνει ποια παιδιά θα διάβαζαν τα αναγνώσματα στις ακολουθίες. Ο βασικός στόχος ήταν να αποτελέσει το σχολείο σημείο αναφοράς για τα Ελληνόπουλα της εκεί παροικίας και να διατηρήσουν την επαφή με τη γλώσσα της μητέρας πατρίδας. Ειρήσθω εν παρόδω, η τότε ελληνική παροικία της Βιέννης, στις αρχές του 19ου αιώνα, ήταν από τις πλέον ευάριθμες και ακμάζουσες σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Φροντιστηριακή εκμάθηση

Παρά τις δυσκολίες η Εθνική Σχολή συνέχιζε απρόσκοπτα το έργο της και με φιλότιμες προσπάθειες των λειτουργών της. Τις απογευματινές ώρες κυρίως γινόταν προσπάθεια ώστε να γίνεται η διδασκαλία των ελληνικών σε συνθήκες φροντιστηριακής εκμάθησης. Μετά τον Β΄ Π.Π. παρατηρείται ένα νέο κύμα Ελλήνων, που μεταναστεύουν στην Αυστρία κυρίως για σπουδές στα εκεί πανεπιστημιακά ιδρύματα. Τα τελευταία όμως χρόνια συνεχίζουν να φτάνουν στη Βιέννη Ελληνες όχι μόνο με την ιδιότητα του φοιτητή αλλά και για αναζήτηση εργασίας υπό ευνοϊκότερους -από αυτούς της Ελλάδας- όρους και σε διάφορους τομείς. Σήμερα οι Ελληνες -με διαβατήριο του ελληνικού κράτους- της Βιέννης αριθμούν τους 7.000.

Τα προβλήματα και οι αλλαγές δεν έκλεισαν ποτέ το σχολείο!

«Τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα μεγάλος αριθμός μαθητών προερχόταν από περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας» συνεχίζει την αφήγησή του ο π. Ιωάννης. «Το γεγονός αυτό επέδρασε στο να μιλούν κάνοντας χρήση των τοπικών δια-λέκτων. δυσκολεύοντας έτσι την επικοινωνία ανάμεσά τους! Στο σημείο αυτό όμως η ελληνική γλώσσα ήρθε για να συνταιριάξει όλους τους Ελληνες και να τους βοηθήσει να έχουν μια κοινή αναφορά. Γι' αυτό και τότε έδωσαν ειδικό βάρος στα αρχαία ελληνικά και στη δημοτική εκείνων των χρόνων» τονίζει ο π. Ιωάννης και συμπληρώνει: «Προβλήματα υπήρχαν και με αφορμή την αυξομείωση του πληθυσμού. Αλλες φορές ήταν μεγάλος και άλλοτε μειωνόταν. Και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην περίοδο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρατηρήθηκε μείωση του αριθμού των μαθητών. Η συμμετοχή της Ελλάδας στον Α΄ Π.Π. με τις δυνάμεις της Αντάντ είχε ως αποτέλεσμα τη θέσπιση νόμου ο οποίος απαγόρευε στα Ελληνόπουλα να σπουδάζουν στη Βιέννη. Το 1928 αλλάζει η ισχύουσα έως τότε νομοθεσία και το ελληνικό σχολείο μετατρέπεται από πλήρες και ολοήμερο σε συμπληρωματικό. Η νομοθεσία αυτή τηρείται έως τις μέρες μας. Συνέβαλε δε αυτή σε αλλαγές ως προς το ωράριο και όχι ως προς τη λειτουργία του σχολείου. Η Ελληνική Εθνική Σχολή δεν ανέστειλε ποτέ τη λειτουργία της!» υπογραμμίζει με υπερηφάνεια ο π. Ιωάννης.

Από την Εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια