ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΗΠΑ ΚΑΙ ΑΙΤΗΜΑ ΣΤΟ ΝΑΤΟ

Η ελληνική πρωτοβουλία εντός της Συμμαχίας και οι λεπτές ισορροπίες της Ουάσινγκτον στις σχέσεις με Αθήνα και Αγκυρα

Από τον 
Αλέξανδρο Τάρκα

Αίτημα για την ίδρυση Κέντρου Αντιαεροπορικής και Αντιπυραυλικής Αριστείας στη χώρα μας έχει υποβάλει η ελληνική κυβέρνηση στο ΝΑΤΟ, αξιοποιώντας τη συμμαχική προτεραιότητα θωράκισης της ΝΑ Μεσογείου και την αναβάθμιση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. 

Το νέο «Κέντρο Αριστείας», αν η ελληνική πρωτοβουλία ευοδωθεί, θα πιστοποιεί την κατάρτιση στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και πολιτικού προσωπικού των μελών του ΝΑΤΟ στις χρήσεις της υψηλής τεχνολογίας για αμυντικούς σκοπούς. Μεταξύ άλλων, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν οι υποδομές στο πεδίο βολής Κρήτης και να μελετηθεί η συνεργασία με παρόμοια «Κέντρα Αριστείας», που λειτουργούν σε άλλα μέλη της Ατλαντικής Συμμαχίας, καλύπτοντας ευρεία θεματολογία, όπως η αντιτρομοκρατική συνεργασία, η ενεργειακή ασφάλεια, οι ναυτικές επιχειρήσεις, η μηχανολογία και η εκπαίδευση σε εξομοιωτές. Σημειώνεται ότι, μόλις προχθές, ο γ.γ. του ΝΑΤΟ Γ. Στόλτενμπεργκ χαρακτήρισε μείζον θέμα ανησυχίας τούς -νέας τεχνολογίας- πυραύλους της Ρωσίας (SSC-8), για τους οποίους θα υπάρχει ελάχιστος χρόνος αντίδρασης από τις ευρωπαϊκές χώρες.

Η πρωτοβουλία εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Αθήνα αναμένει την έμπρακτη υπερατλαντική στήριξη σε πολλά θέματα, εν όψει και της διεξαγωγής, για πρώτη φορά, του «Στρατηγικού Διαλόγου» Ελλάδας - ΗΠΑ στην Ουάσινγκτον, στις 13 Δεκεμβρίου. Επικεφαλής των δύο αντιπροσωπιών θα είναι ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μ. Πομπέο και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλος, οι οποίοι θα συντονίσουν τις συνομιλίες στα κεφάλαια της Αμυνας - ασφάλειας, ενέργειας, εμπορίου - επενδύσεων, αντιτρομοκρατίας και της συνεργασίας στα Βαλκάνια, στη ΝΑ Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή.

Οι διαβουλεύσεις στην Ουάσινγκτον θα διεξαχθούν λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα στη Μόσχα, για την οποία έγκυρες αμερικανικές πηγές αναφέρουν ότι οι ΗΠΑ «κατανοούν την ανάγκη της Ελλάδας για τήρηση ισορροπιών, με δεδομένο το επίπεδο σχέσεων Ρωσίας - Τουρκίας» και ότι «δεν ανησυχούν πολύ» για το ενδεχόμενο απομάκρυνσης της Αθήνας από την κοινή πολιτική κυρώσεων της Δύσης λόγω της κρίσης στην Ουκρανία. Με ιδιαίτερο δε ενδιαφέρον παρακολουθούνται οι αποφάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην κρίση με το Πατριαρχείο Μόσχας για την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Οι ίδιες αμερικανικές πηγές εγκωμιάζουν τον κ. Τσίπρα για την πολιτική του στα Βαλκάνια και (χωρίς, ασφαλώς, να σχολιάζουν τις συχνές προκλήσεις του πρωθυπουργού της ΠΓΔΜ Ζ. Ζάεφ και τον εσωτερικό διχασμό στην Αθήνα) θεωρούν ότι, συγκριτικά με την περίοδο των συλλαλητηρίων του Φεβρουαρίου, έχει υπάρξει αλλαγή δεδομένων. Η πρόβλεψή τους είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση θα επιτύχει την κοινοβουλευτική επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών στο πρώτο τρίμηνο του 2019.

Ως προς την Τουρκία, όλοι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι χρησιμοποιούν προσεκτικές διατυπώσεις: αφενός επιθυμούν την παραμονή της Αγκυρας στο στρατόπεδο της Δύσης, αφετέρου δεν κρύβουν την ανησυχία τους για τη συνεχιζόμενη συνεργασία των προέδρων Ρ.Τ. Ερντογάν - Βλ. Πούτιν και την προμήθεια των S-400, τονίζοντας ότι, σε περίπτωση τελικής παράδοσής τους, θα υπάρξει σοβαρή αντίδραση των ΗΠΑ.

Από την πλευρά τους, τα ελληνικά υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Αμυνας έχουν μεταφέρει προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο, αντίστοιχα, την ανησυχία τους όχι μόνο για τους S-400, αλλά και για τα μαχητικά F-35, κρίνοντας ότι η ταυτόχρονη παραλαβή τους από την Τουρκία ίσως ανατρέψει οριστικά κάθε έννοια ισορροπίας δυνάμεων στο Αιγαίο και στη ΝΑ Μεσόγειο. Η Ουάσινγκτον, πέραν των (και) δημόσιων προειδοποιήσεων ότι θα αντιδράσει για τους S-400, αποφεύγει την παράθεση λεπτομερειών, ενώ τηρεί αποστάσεις από το θέμα της (πιθανής) επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων με τη διπλωματική διατύπωση ότι, αν περιοριστεί στο Ιόνιο, δεν αναμένεται τουρκική αντίδραση.

Πάντως, σε αντίθεση με τις αναπαραγόμενες φήμες, δεν επίκειται αναθεώρηση του νομικού πλαισίου της διμερούς αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας - ΗΠΑ (της συμφωνίας MDCA) ούτε σε σχέση με τη βάση της Σούδας ούτε -πολύ περισσότερο- σχετικά με την ίδρυση νέων αμερικανικών βάσεων στη βόρεια Ελλάδα ή στα νησιά. Οι αρμόδιοι Αμερικανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν χαρακτηριστικά ότι «προτιμούμε πράξεις αντί για λόγια», εκφράζοντας ικανοποίηση για τις (παράτολμες, έως αδιανόητες μέχρι πολύ πρόσφατα) πολιτικές αποφάσεις της επιχειρησιακής υποστήριξης των μη επανδρωμένων MQ-9 στη Λάρισα και της χειμερινής μεταστάθμευσης ελικοπτέρων και εκπαίδευσης των πληρωμάτων τους στο Στεφανοβίκιο.

Στα ζητήματα της οικονομίας, οι αμερικανικές εκτιμήσεις είναι θετικές, αλλά τονίζεται ότι ο κίνδυνος δεν έχει παρέλθει και πως θα πρέπει να συνεχιστούν οι προσπάθειες για την προσέλκυση επενδύσεων στην Ελλάδα και τη βαλκανική ενδοχώρα με πύλη εισόδου τη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, ο κ. Κατρούγκαλος και ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα Τζ. Πάιατ εξέτασαν πρόσφατα διάφορες εναλλακτικές λύσεις για τη συνέχιση, εντός του πρώτου εξαμήνου του 2019, του θετικού κλίματος της ΔΕΘ με τη διοργάνωση παρόμοιας εκδήλωσης (μικρότερης, φυσικά, κλίμακας), αλλά η ασάφεια ως προς τον ακριβή χρόνο των εκλογών δεν επιτρέπει τον κατάλληλο προγραμματισμό. Από τον χρόνο των εκλογών εξαρτάται και ο ορισμός συναντήσεων με Αμερικανούς αξιωματούχους, όπως ο υπουργός Εμπορίου Γ. Ρος και ο βοηθός υπουργός Εξωτερικών για Ενεργειακούς Πόρους Φ. Φάνον, που επισκέφθηκε πρόσφατα τη Λευκωσία, το Κάιρο και την Ιερουσαλήμ, αλλά όχι και την Αθήνα.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη