Μια μουσική περιπλάνηση με ενδιαφέρουσες στάσεις

Κριτική για την απόδοση από το νέο οργανικό σύνολο Εnsemble Mini έργων των Μπραμς και Μπρούκνερ, τη συναυλία του Συνδέσμου Ελλήνων Μουσουργών στον «Παρνασσό» και το «Τραγούδι της Λητώς» στην Οικία Κατακουζηνού

Από τον
Γεώργιο Κύρκο - Τάγια*

Στο τελευταίο κείμενό μου μουσικής κριτικής («κυριακάτικη δημοκρατία» 18/11) είχα αναφερθεί επιγραμματικά στο νέο οργανικό σύνολο Ensemble Mini, που ειδικεύεται στη μετατροπή συμφωνικών έργων σε μουσική δωματίου. Η μικρή αυτή ορχήστρα, που απαρτίζεται από 15 επίλεκτους μουσικούς προερχόμενους από κορυφαίες ορχήστρες της Γερμανίας, έδωσε μια ενδιαφέρουσα συναυλία στο Ωδείο Αθηνών υπό τη διεύθυνση του ιδρυτή της, του Βρετανού μαέστρου Τζουλς Γκέιλ (7/11). Το πρόγραμμα της βραδιάς, εκτός από τρεις «Ουγγρικούς Χορούς» του Μπραμς (αρ. 1, 3 και 5), περιλάμβανε τη «Συμφωνία αρ. 9» του Μπρούκνερ, δια σκευασμένη ανάλογα (όπως και οι τρεις «Χοροί») από τον Γκέιλ.

Στην πραγματικότητα η συναυλία εκείνη αποτέλεσε ένα πείραμα: Η μεταγραφή ενός έργου, όπως η «Συμφωνία αρ. 9», του τελευταίου και, κατά πολλούς, του πλέον υπερβατικού από τα έργα μη θρησκευτικής μουσικής του Αυστριακού συνθέτη, έθετε εξαρχής σοβαρά ερωτήματα ως προς την αξία του εγχειρήματος. Για τα συγκεκριμένα έργα του Μπραμς δεν μπορούσε καταρχήν να υπάρχει αντίρρηση, διότι είχαν αρχικώς γραφεί για πιάνο τέσσερα χέρια και ο ίδιος ο συνθέτης είχε μεταγράψει δέκα «Ουγγρικούς Χορούς» για σόλο πιάνο και τρεις για ορχήστρα.

Στην περίπτωση του Μπρούκνερ, όμως, παρότι η ιδιότυπη λιτότητα της ενορχήστρωσης στο πρωτότυπο δίνει την εντύπωση ότι επιτρέπει τη μεταγραφή της συμφωνίας, μια τέτοια ενέργεια επιδρά άμεσα σ’ ένα βασικό στοιχείο της μουσικής αυτής, που είναι η υφή (texture) του ήχου. Επισημαίνω ότι η ορχήστρα που χρησιμοποιεί ο Μπρούκνερ είναι λίγο μικρότερη απ’ αυτή που χρειάζεται ο Μπραμς στις δικές του συμφωνίες, αλλά αυτό που δίνει στα έργα του πρώτου την αίσθηση του γιγάντιου είναι ο τρόπος με τον οποίον εκείνος χρησιμοποιεί τις διάφορες ομάδες οργάνων.

Η μουσική του Μπρούκνερ είναι συνυφασμένη με μια αίσθηση χώρου που το Ensemble Mini δεν μπόρεσε να μεταδώσει. Η έντονη δυναμική, στην οποία κατ’ ανάγκην κατέφυγε (και την οποία μεγέθυνε η ακουστική της αίθουσας), ζημίωνε τον συγκροτημένο τρόπο με τον οποίον ο μαέστρος έχτιζε τις κορυφώσεις.
Το γεγονός, μάλιστα, ότι όλα τα επιμέρους στοιχεία αποδόθηκαν σωστά αποτελεί επιπλέον απόδειξη του ότι, αντίθετα με αυτό που έχει ειπωθεί για τον Σούμαν (θεωρείται ότι συνέθετε με όρους πιανιστικούς), η σύλληψη του Μπούκνερ ήταν εξαρχής συμφωνική και κανένα άλλο όργανο, εκτός απ’ αυτά που ορίζει η παρτιτούρα, δεν μπορεί να την αποδώσει. Η χρήση ακορντεόν που επιχειρήθηκε, παρότι συμπλήρωσε κάποιες μεσαίες γραμμές, ήταν μια ατυχής επιλογή· αντίθετα, μια δεύτερη βιόλα θα ήταν χρήσιμη.

Ειδικά στο τελευταίο μέρος (Adagio), το οποίο ο συνθέτης είχε αποκαλέσει «αποχαιρετισμό στη ζωή», η ερμηνεία αλλοίωσε τον χαρακτήρα του έργου, που εδώ θύμιζε μάλλον έναν παρατεταμένο και επώδυνο θάνατο.
Γενικώς, η εντύπωση που αποκόμισα ήταν αυτή του σκελετού ενός οργανισμού, ο οποίος, όμως, χρειάζεται μυς και λίπος για να φανερώσει όλες τις διαστάσεις του. Αποτελεί, μάλιστα, ειρωνεία της ιστορίας ότι η πρώτη προσπάθεια έκδοσης των συμφωνικών έργων του συνθέτη στην αρχική μορφή τους ξεκίνησε από μια συναυλία (Μόναχο, 2/4/1932), στην οποία παρουσιάσθηκε η ίδια αυτή «Συμφωνία αρ. 9» σε δύο εκδοχές: σ’ εκείνην με τις παρεμβάσεις του Φέρντιναντ Λέβε, μαθητή του Μπρούκνερ, και στην αρχική του συνθέτη. Η παράθεση της δεύτερης, όπως εγράφη τότε, ήταν «σαν να είχαν καθαρίσει έναν πίνακα από τη σκόνη αιώνων»!

Η συναυλία που οργάνωσε ο Σύνδεσμος Ελλήνων Μουσουργών στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» (10/11) είχε ενδιαφέρον κυρίως λόγω των έργων που παρουσιάστηκαν, τα οποία σπάνια εκτελούνται. Με εξαίρεση την «Ανάμνηση της Σμύρνης» του Τιμόθεου Ξανθόπουλου (1864-1942), όλα προέρχονταν από μέλη του συνδέσμου και αποκάλυψαν ακόμη μερικά άγνωστα τεκμήρια της ελληνικής μουσικής παραγωγής, όπως η «Ελληνική σουίτα» του Ελευθερίου Παπασταύρου (1923-2008) και η «Σονάτα» του Ανδρέα Καρμπόνε (1926-2018), αμφότερα για τσέλο και πιάνο. Από τους καλλιτέχνες που τα απέδωσαν ξεχώρισαν οι πιανίστες Stefanie Seah και Καλλιρρόη Τσολάκη. Χάρη στην πρώτη αναδείχθηκε η μελωδία της «Ρομάντσας για μπάσο κλαρινέτο και πιάνο» του Νικηφόρου Νευράκη, όπως και η γραμμή των δύο έργων του Ερρίκου Βάιου «Die Stadt» και «Βουτάω στα μάτια των ανθρώπων» - το δεύτερο, ένα τραγούδι σε στίχους Κώστα Καρτελιά, που αξίζει να ενταχθεί στο ρεπερτόριο.

Την ίδια ημέρα είχα την ευκαιρία, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τις δύο αίθουσες, να παρακολουθήσω στην Οικία Κατακουζηνού «Το Τραγούδι της Λητώς», έναν κύκλο τραγουδιών που έγραψε ο συνθέτης Χρίστος Παπαγεωργίου για την υψίφωνο Κάτια Πάσχου, η οποία ερμήνευσε με πάθος τα εφτά τραγούδια του, που, βασισμένα σ’ ένα βιβλίο της Λητώς Κατακουζηνού (+1997) για τον σύζυγό της, διαπρεπή ψυχίατρο Αγγελο Κατακουζηνό (1904-1982), αναφέρονται σε πρώτο πρόσωπο στα αμοιβαία συναισθήματα αγάπης που τους ένωναν.

Ιδιαίτερο προνόμιο της βραδιάς, η συνοδεία που πρόσφερε από το πιάνο ο ίδιος ο συνθέτης, ο οποίος έγραψε μουσική τόσο ενδιαφέρουσα (και απαιτητική) που συχνά με αποσπούσε από τα λόγια (π.χ., τα σύνθετα μέτρα 5+6/8 και 5/4 του «Ενα βράδυ σαν γλέντι μεγάλο»). Ειδικά το δεύτερο τραγούδι «Το όνομά σου», αν αποδοθεί κατάλληλα στα αγγλικά ώστε να ταιριάζει στη μουσική, έχει τη δυνατότητα να γίνει διεθνής επιτυχία. Ενορχηστρωμένος, ο κύκλος αυτός θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει υλικό για ένα μιούζικαλ.

Κορυφαίο γεγονός του διαστήματος αυτού απεδείχθη το ρεσιτάλ των Κωνσταντή Σφέτσα (τσέλο) και Νέλλης Σεμιτέκολο (πιάνο) στην Αίθουσα «Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής (14/11). Οι δύο καλλιτέχνες απέδωσαν σχεδόν υποδειγματικά τη «Σονάτα για τσέλο και πιάνο σε ντο μείζονα» του Προκόφιεφ και τη «Σονάτα αρ. 1» για τον ίδιο συνδυασμό οργάνων του Αλφρεντ Σνίτκε (1934-1998). Τα αισθαντικά encores που ακολούθησαν (Τσαϊκόφσκι και Βιβάλντι) ήταν περιττά και ξένα προς την ατμόσφαιρα των προηγουμένων.

 


*Κριτικός μουσικής