«Ατάκτως ερριμμένα» μέσα στη χαρμολύπη της ώχρας

Η Τάνια Δρογώση στην παρουσιαζόμενη αυτήν ενότητα των ζωγραφικών έργων της (παρουσιάζονται στην γκαλερί «Περιτεχνών») αναλαμβάνει να εκφράσει τον ρόλο του αφηγητή αλλά και του οδοιπόρου

Aπό την
Αθηνά Σχινά*

Η Τάνια Δρογώση, στην παρουσιαζόμενη αυτήν ενότητα των ζωγραφικών έργων της (παρουσιάζονται στην γκαλερί «Περιτεχνών») αναλαμβάνει να εκφράσει τον ρόλο του αφηγητή και ταυτοχρόνως εκείνον του οδοιπόρου. Η ματιά της ανοίγει δρόμο ανάμεσα στα χαμόκλαδα, διασχίζοντας άλλοτε μικρά ξέφωτα και πότε μέρη αποσκιερά. Ιχνηλατεί και περιδιαβαίνει σβησμένα -από καιρό- αρχαία μονοπάτια, που απαρτίζουν τον δικό της εικαστικό και δασώδη λαβύρινθο.

Σε πίνακες διάφορων μεγεθών, που φορέα τους έχουν τον καμβά, η ζωγράφος έχει φιλοτεχνήσει με λινέλαιο, με ακρυλικά επίσης χρώματα και μεικτά υλικά τις όψεις και διαδρομές ενός πραγματικού και παραλλήλως ενός φανταστικού δάσους που η Τάνια Δρογώση μάς το αποκαλύπτει συνήθως μέσα από μια ευφάνταστη ποικιλομορφία και μια κατωφερώς διαγώνια προοπτική.

Πρόκειται για την ελαστικότητα που στη ζωγραφική αυτή αποκτούν οι πτυχές και αναπτυχώσεις του χώρου, ιδωμένου μέσα από μια προοπτική του «αετού», όπως ήταν γνωστότερη στα χρόνια της Αναγέννησης, μιας δηλαδή βιωματικής περπατησιάς, που διαδραματίζεται ως οπτικοποίηση για τα εντός κι εκτός Ιστορίας «γεγονότα».
Η προοπτική αυτή, που εποπτεύει και παραλλήλως κατοπτεύει (αντίθετα με εκείνην του «βατράχου»), φέρνει στο προσκήνιο τη σημασία της εντοπιότητας σε σχέση με εκείνην της διαχρονίας. Μια σχέση που αφορά κατ’ αναλογίαν το βάθος και την επιφάνεια, το γήινο και το υπερβατικό επίπεδο, όπως επίσης τα φανερά -σε συμβιωτική συνύπαρξη και ισορροπημένη αντιπαράθεση- με τα υποκρυπτόμενα, που βρίσκονται στις σκιές αυτού του εικαστικά πραγματικού, αλλά ταυτοχρόνως και νοητού δάσους.

Τα συμπτωματικά και τα ασύμπτωτα στοιχεία στα έργα αυτά, μαζί με τα ορατά και τα αθέατα, αντιστοιχούν στον διάλογο που υπάρχει ανάμεσα στη συνείδηση και στο ασυνείδητο, στην ατομικότητα και την ομαδικότητα, στο παρελθόν και το παρόν, στον μύθο και στην ιστορία. Γιατί είναι βέβαιο πως η Τάνια Δρογώση, χρησιμοποιώντας τη ρεαλιστική γραφή συνδυασμένη με την εξπρεσιονιστική χειρονομία και τον χρωματικά αντιστικτικό διάλογο ανάμεσα στα ψυχρά και τα θερμά «φώτα» του ιμπρεσιονισμού, δεν κάνει τίποτε άλλο στην αλληγορική και συμβολική της κατ’ ουσίαν γλώσσα από το να ενυδατώνει και να ζωογονεί τη χοϊκότητα και ευθρυπτότητα των αντικειμένων, που λειψά κι αντιστεκόμενα εκείνα στη φθορά και άλλοτε αφημένα στην τύχη τους προκαλούν σαν τα επίμονα ερωτηματικά τον διαβάτη. Ελκουν, με άλλα λόγια, τη στιγμιαία προσοχή του μέσα από τις ασυνέχειές τους και τις «ανακοπές» που έχει κάθε τους σενάριο ιστορίας υποστεί κατά το διάβα του χρόνου, όπως φαίνεται στην πραγματικότητα, που ορίζει αυτή η φύση, όσο και η ίδια η ανακοπτόμενη «συνοχή» που αφορά την πλοκή κάθε επιμέρους αφήγησης.

Κορμοί δέντρων και γκριζωπά κλαδιά σχηματίζουν ένα παράδοξο και τρισδιάστατο «αλφάβητο» με ιερογλυφικά (αν θεωρήσει κανείς ότι βλέπουμε τα «αντικείμενα» αυτά και σαν φόρμες), παραμερίζοντας προς στιγμήν τις επιζητούμενες κι αλλοτινές σημασίες τους. Αλλού, πάλι, αυτά θυμίζουν συλλαβές που ανιχνεύουν ξεχασμένα κομμάτια και νοήματα, φθαρμένα πια κι ερχόμενα από εκείνο θαρρείς το υφαντό απαντοχής της Πηνελόπης, με ξεραμένα παραδίπλα χόρτα και πέτρες αφημένες στη μοναξιά τους. Ανάμεσα, αντικρίζει κανείς σβόλους χώματος, τέφρας και αποτσίγαρα, κιτρινισμένα φύλλα και κάποια ορφανά υπολείμματα από μια παλιότερη ζωή ή κάποιο τυχαίο και μοιραίο πέρασμα ανθρώπου, όπως είναι ένα ξεχαρβαλωμένο παπούτσι, άχρηστα και παραπεταμένα αντικείμενα, αφημένα στην τύχη τους, σπασμένα και λησμονημένα, καθώς ένα μικρό δοχείο με νερό της βροχής. Ξάφνου το βλέμμα αγκιστρώνεται σε κομμάτι από σκοινί, έπειτα εμφανίζονται περιστασιακά ξύλα και λιθαράκια ατάκτως ερριμμένα να θυμίζουν το ανάλογο απόφθεγμα του Ξενοφώντα.

Κι όλα, παρουσιασμένα μέσα από τα χρώματα και κυρίως μέσα από τις τονικότητες και την κρυμμένη χαρμολύπη τής ώχρας, του ξεπλυμένου γαλάζιου, του ρόδινου της αυγής κι ενός πνιγμένου καημού, έρχονται στα έργα αυτά να συναντήσουν την όμπρα της αποδρομής ή το μενεξεδί του νοσταλγικού απογεύματος, αλλά και των κοκκινωπών αποχρώσεων που σαν μακρινές αναπολήσεις και ανεξίτηλες μνήμες διαπλέκουν, καθώς διάτρητη θαρρείς δαντέλα, την υφή τους μέσα από τους υπόλευκους τόνους και τα σταχτιά ημιτόνια της απουσίας.

Η Τάνια Δρογώση έχει αναγωγικά μεταφέρει στα έργα της τις αισθήσεις των χωροχρονικών αποστάσεων και των ρυθμών ενός βηματισμού, ο οποίος ανταποκρίνεται σε έναν θαρρείς μορφογενετικό «συλλαβισμό» που προκαλείται στο βλέμμα του θεατή από τον μεταιχμιακό χώρο. Ο χώρος αυτός υποβλητικά αναπτύσσεται ανάμεσα στο οικείο και το αλλότριο ή ανοίκειο, στην περισκόπευση επιπλέον, αλλά και στην ίδια τη φύση της εξιχνίασης, που οδηγεί στην προσπάθεια ανεύρεσης ταυτοτήτων και νοημάτων, ερωτημάτων κι αινιγμάτων. Πρόκειται για τα αινίγματα, αλλά και τους απλούς υπαινιγμούς που ανακύπτουν από τις ασυνέχειες ζωής και πράξης.

Με βάση την αφή και την όραση, που στα έργα της ζωγράφου υποβλητικά συλλειτουργούν, άλλοτε πάλι το ένα συμπληρωματικά επενεργεί και ζωοδοτεί το άλλο, ο «εαυτός» που παρατηρεί και περιδιαβαίνει, που εστιάζει το βλέμμα μας και την ίδια στιγμή το αποσύρει φευγαλέα για μια καθολική αίσθηση, εμφανίζεται ως ετεροπροσωπία. Το αντικείμενο γίνεται υποκείμενο, το είδωλο γίνεται αντικαθρέφτισμα, το εκτός «περιβάλλον» μεταποιείται ανεπαισθήτως στην εντός επικράτεια, άλλοτε πάλι ανατρέπεται αυτό το σχήμα που κατά τα άλλα περιθάλπει χίλιες μύριες ιστορίες. Ιστορίες που τελεσφόρησαν κι άλλες που έμειναν ατελέσφορες και μετέωρες να επιζητούν τη «χαρτογράφηση» ενός δεύτερου σεναρίου ζωής.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως οι πτυχές αυτού του δασώδους περιβάλλοντος, που πλαισιώνουν θεματικά αλλά κι εκθεσιακά τον θεατή, σαν φανταστικές όψεις και διαδρομές συνείδησης και υποσυνειδήτου, ενοποιούνται μέσα από έναν άτυπα σχηματιζόμενο λαβύρινθο.
Από τις χρονικές ασυνέχειες που υποδηλώνουν τα κατάλοιπα φύσης κι ανθρώπινης επενέργειας, αλλά κι από τα τυχαία ή μοιραία άλματα που φανερώνουν τόσο ο χρόνος όσο και οι συγκυρίες γεφυρώνεται στα έργα αυτά η απορία με το αίνιγμα, όπως και η δραματικότητα του ασύμπτωτου με έναν υφέρποντα λυρισμό.

Η παραστατικότητα, με βάση την οποία ενεργοποιείται μια στοχαστική αναψηλάφηση εννοιών, έχοντας συναντηθεί στην προκειμένη περίπτωση με την αδέσμευτη διαπραγμάτευση της χειρονομιακής αφαίρεσης, αναδεικνύει εν τέλει τη συνεύρεση παρελθόντος και παρόντος. Διακρίνουμε επιπλέον τη μεταβλητότητα της προσωπικής σε απρόσωπη με τον χρόνο κατάσταση, σύμφωνα με τον τρόπο άλλωστε που λειτουργούν οι μνήμες και οι εντυπώσεις, χαρακτηριστικά γνωρίσματα που τα εμπεριέχει όχι μόνον ο εαυτός μας και ο πολιτισμός που παράγουμε, αλλά και η ίδια η φύση που μας περιβάλλει και, ως φευγαλέα όντα, μας συνιστά.

* Ιστορικός Τέχνης & Θεωρίας του Πολιτισμού