Πνεύμα των Χριστουγέννων

Ο Ντίκενς αποδίδει με ιδιαίτερη έμφαση τον στυγνό τοκογλύφο, όμοιον με όσους εμφανίσθηκαν στην πρόσφατη κρίση και πρόθυμα αντάλλαξαν τις ανάγκες των απλών πολιτών με οικογενειακά κειμήλια και μνήμες

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Στην Αγγλία του 1729 είχαν καταδικάσει σε φυλάκιση τον νεαρό αρχιτέκτονα Robert Castell για χρέη, τον είχαν οδηγήσει στις φυλακές του Marshalsea, όπου τον υποχρέωσαν να μοιράζεται ένα μικρό κελί καθώς και την ίδια κλίνη με συγκρατούμενο, ο οποίος είχε προσβληθεί από ευλογιά. Οι διαμαρτυρίες του νεαρού αρχιτέκτονα άφησαν ασυγκίνητη την αγγλική Δικαιοσύνη και ο Castell άφησε την τελευταία του πνοή στην τρομερή φυλακή σε διάστημα ενός μηνός. Το γεγονός αποτέλεσε εθνικό σκάνδαλο, καθώς την ίδια χρονιά σε αναφορά κοινοβουλευτικής επιτροπής είχε σημειωθεί ότι 300 φυλακισμένοι πέθαναν σε διάστημα τριών μηνών, ενώ οκτώ έως 10 έχαναν κάθε ημέρα τη ζωή τους κατά τη διάρκεια των θερμών ημερών του θέρους. Μοναδικό έγκλημα των φυλακισμένων στις άθλιες συνθήκες των φυλακών του Marshalsea, «στο πιο απομονωμένο και σκοτεινό μέρος», ήταν η αδυναμία της εμπρόθεσμης τακτοποίησης των χρεών τους.

Μεταξύ των σημαντικών εγκλείστων των φυλακών του Marshalsea ήταν και ο πατέρας του Καρόλου Ντίκενς, το 1824, για χρέος σε έναν αρτοποιό. «Δεξιά κι αριστερά, τοίχος από ακανόνιστες πέτρες που έσταζε υγρασία και απέκλειε οποιαδήποτε θέα, με εξαίρεση κάποια λωρίδα ουρανού: στη μια κατεύθυνση, η προοπτική δεν ήταν παρά η στρεβλή προέκταση αυτού του κάτεργου, στην άλλη κατεύθυνση, η προοπτική βραχύτερη, σταματούσε σε ένα ζοφερό μικρό κόκκινο φως και στην ακόμη πιο ζοφερή είσοδο μιας μαύρης σήραγγας, στην ογκώδη αρχιτεκτονική της οποίας υπήρχε κάτι το τραχύ, κάτι πνιγηρό και αποτρεπτικό. Ηταν τόσο λιγοστό το φως του ήλιου που κατάφερνε να φτάσει μέχρι εκεί ώστε το μέρος είχε μια χωμάτινη θανατερή μυρωδιά, και ήταν τόσο παγωμένος ο αέρας που το διαπερνούσε ώστε ένιωσα μια ανατριχίλα, λες και είχα εγκαταλείψει τον φυσικό κόσμο».

Η εμπειρία τραυμάτισε ανεπανόρθωτα τον δωδεκάχρονο συγγραφέα, ο οποίος στη «Little Dorrit», ένα από τα γνωστά μυθιστορήματά του, όπως και στο «Bleak House» («Ζοφερός οίκος»), με ειρωνεία αποτυπώνει και στιγματίζει τα στερεότυπα της κοινωνικής και ηθικής παρακμής της εποχής: Το απάνθρωπο εργασιακό περιβάλλον, οι συνεχείς οικονομικές επιβαρύνσεις, η κατάρρευση της οικιακής βιοτεχνίας, ήδη από τα πρώτα έτη της Βιομηχανικής Επανάστασης, έχουν δημιουργήσει ατμόσφαιρα ασφυξίας. Η τυπολατρία της βικτοριανής περιόδου, η γραφειοκρατία και τα νομικίστικα τεχνάσματα καταδυναστεύουν τους πολίτες και αφυδατώνουν τον βίο από τις εφήμερες δωρεές και τα συναισθήματα. Μεγάλες ομάδες μεταναστών σε κατάσταση πλήρους εξαθλίωσης και απόγνωσης έχουν δημιουργήσει πληθυσμιακή έκρηξη και πολλαπλασιάζουν τα προβλήματα που χρονίζουν.

Ανάμεσα σε θλιβερούς τοίχους και σε σκοτεινές οδούς και πλατείες, ένα αξιολύπητο πλήθος περιφέρεται και προσπερνά σαν σκιά, διασταυρώνεται με άμαξες και προσπαθεί εναγώνια να συναντήσει τη ζωή και τον έρωτα και την ελπίδα. Ενα πλήθος ανθρώπων, που καθένας αφηγείται με ψιθύρους στο σκοτάδι τη δική του ιστορία. Θύμα των χρεών του πατέρα της, η Ντόριτ αντικρίζει το φως της ζωής στις φυλακές του Λονδίνου, όπως και ο μικρός Κάρολος, με την οικογένειά του, έζησε σε τρυφερή ηλικία πίσω από τους θλιβερούς τοίχους των φυλακών του Marshalsea, εκεί όπου «ο αέρας της νύχτας έχει το συνήθειο να στριφογυρίζει γύρω από τους τοίχους θλιβερών κτιρίων βογκώντας και να δοκιμάζει με τ’ αόρατα χέρια του πόρτες και παράθυρα, να ψάχνει σχισμάδες και χαραματιές, για να χωθεί μέσα. Τότε, σαν τον δύστυχο που δεν βρίσκει ποτέ αυτό που γυρεύει, ό,τι κι αν είναι αυτό, κλαίει και θρηνεί και παλεύει να ξαναβγεί. Εχει μια φωνή τρομερή ο αέρας τα μεσάνυχτα, όταν αρχίζει να τραγουδάει το ανατριχιαστικό τραγούδι του μέσα στις σκοτεινές εκκλησίες!»

Μια νέα «βιομηχανοποιημένη κοινωνία» κινείται και ανασαίνει σε νέα ήθη και απαιτήσεις υψηλού ρυθμού ανάπτυξης, σε πρωτόγνωρα καθεστώτα εργασίας, όπου η εφαρμογή καινοτομιών αναδεικνύει το «εργοστάσιο» σε βασικό χώρο παραγωγής. Θύματα της εκμετάλλευσης και της οικονομικής εξαθλίωσης, οι εργάτες, ενώ οι αστοί και οι αριστοκράτες αναγκάζονται να απολέσουν προνόμια και περιουσίες εξαιτίας οφειλών σε στυγνούς και απαιτητικούς τοκογλύφους, όπως ο πρωταγωνιστής του Ντίκενς στο -πάντα επίκαιρο- μυθιστόρημα «A Christmas Carol» (1843), Ebenezer Scrooge (Εμπενίζερ Σκρουτζ).

«Ο Σκρουτζ ένας άπληστος, ένας κυριολεκτικά εκδορέας, φιλάργυρος, μίζερος και πλεονέκτης. Σκληρός και κοφτερός, σαν την πέτρα στο τσακμάκι του, που καμιά σπίθα δεν είχε σκορπίσει γύρω φως ή ζεστασιά. Μονόχνωτος, ούτε παρέες ήθελε, ούτε κουβέντες, και αμίλητος, κλειστός σαν στρείδι. Η παγωνιά της καρδιάς του έκανε το γέρικο πρόσωπό του να φαντάζει πιο γέρικο, τα μάγουλα του πιο ζαρωμένα, τη μύτη του πιο σουβλερή, την περπατησιά του πιο αλύγιστη, τα μάτια του πιο κόκκινα, τα στενά του χείλη πιο μελανά. Λες και η σκοτεινιά κι ο πάγος του χειμώνα σκέπαζαν βαριά το κεφάλι του, τα φρύδια του, ακόμη και το μυτερό πιγούνι του. Οπου κι αν πήγαινε κουβαλούσε μαζί του το κρύο αυτό της ψυχής του. Δεν ένιωθε ούτε ζέστη ούτε κρύο. Η ζεστασιά αδυνατούσε να τον ζεστάνει και ο παγερός χειμώνας δεν κατάφερνε να τον κάνει να νιώσει το κρύο, όσο δυνατό και αν ήταν. Η χειρότερη κακοκαιρία δεν μπορούσε να παραβγεί μαζί του. Και ήθελε να βαδίζει στο περιθώριο των πολυσύχναστων δρόμων της ζωής και να κρατάει σε απόσταση κάθε είδους ανθρώπινη συμπάθεια, αυτό ακριβώς ήθελε, έλεγαν όσοι τον γνώριζαν».

Ο Ντίκενς, που πρώτος σε μια εποχή ασφυξίας και έλλειψης ανθρωπισμού επινόησε το «πνεύμα των Χριστουγέννων», αποδίδει με ιδιαίτερη έμφαση τον άπληστο και στυγνό τοκογλύφο, όμοιον με όσους εμφανίσθηκαν από τα πρώτα ήδη έτη της πρόσφατης οικονομικής κρίσης και πρόθυμα αντάλλαξαν τις ανάγκες των απλών πολιτών με οικογενειακά κειμήλια και μνήμες. Ομοιον με τους καθ’ όλα «νόμιμους» ενεχυροδανειστές, προς τους οποίους κατέφυγαν οι πολίτες προκειμένου να αποφύγουν την κατάσχεση των εστιών, τον κοινωνικό διασυρμό και την απαξίωση.

Σε αργυραμοιβούς και «σαράφηδες» οδήγησαν πολίτες σε απόγνωση οι ειδεχθείς και παράλογες οικονομικές επιβαρύνσεις της Πολιτείας, η οποία θρηνεί και κόπτεται εκ των υστέρων, αφού πλέον άλλα περιθώρια ανταλλάξιμων αποθεμάτων είναι ανύπαρκτα.
Στα χρόνια μιας άλλης γερμανικής Κατοχής συνήθιζαν, για παραδειγματισμό, να κρεμούν τους μαυραγορίτες στους φανοστάτες των πλατειών των πόλεων, που γεμίζουν και πάλι χαρά και ευχές και κόσμο και κίνηση, όπως συμβαίνει σε όλες τις μεγάλες πόλεις, καθώς πλησιάζουν οι ημέρες των εορτών, καθώς οι προθήκες των καταστημάτων με φώτα και πολύχρωμες διακοσμήσεις καλούν τον κόσμο για συμμετοχή και συμπαρασύρουν στη μέθεξη.

«“Πνεύμα”, ικέτεψε ο Σκρουτζ τρέμοντας από τα νύχια ως την κορφή του: “Κατάλαβα! Το τέλος του δύστυχου αυτού ανθρώπου θα μπορούσε να είναι και το δικό μου! Προς τα εκεί τραβάει τώρα η ζωή μου! Θεέ μου, λυπήσου με!”»