Ο πνευματικός πατέρας που άλλαξε τη ζωή αμέτρητων ανθρώπων

Πέντε χρόνια έπειτα από την κοίμηση του Κύπριου γέροντα Γαβριήλ Σιόκουρου, Ηγουμένου της Μονής του Αγ. Αποστόλου Βαρνάβα, πολλοί από όσους τον γνώρισαν μιλούν για τη συγκλονιστική εμπειρία τους

Καθ' ἅπασαν τὴν μεταχριστιανικὴν αὐτῆς ἱστορίαν ἡ Κύπρος ἀνέδειξεν Ἁγίους οἵτινες ἠγωνίσαντο τὸν “ἀγῶνα τὸν καλόν” καὶ ἐλάμπρυναν τὴν κατὰ Κύπρον Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου» (Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄, «Κύπρος, ἡ ἁγία νῆσος»).

Η Κύπρος ονομάστηκε «Νήσος Αγίων» όχι αβάσιμα: Από τους αποστολικούς χρόνους έως σήμερα οι καταγεγραμμένοι γνωστοί Αγιοι, είτε εκ καταγωγής Κύπριοι είτε διερχόμενοι από το νησί ή τελειωθέντες σε αυτό, ανέρχονται στους 239, σύμφωνα με έρευνα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, ο οποίος τους αναφέρει στο βιβλίο του «Κύπρος, ἡ ἁγία νῆσος». Και στη σημερινή εποχή δεν έλειψαν από το νησί οι αγιασμένες εκείνες μορφές «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος», κληρικοί, λαϊκοί ή μοναχοί.

Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους κατέχει ο μακαριστός γέροντας Γαβριήλ Σιόκουρος, Ηγούμενος της Μονής του Αγίου Αποστόλου Βαρνάβα, που βρίσκεται σήμερα στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου. Εκατοντάδες ψυχές βρήκαν ανάπαυση στο πετραχήλι του, γνώρισαν τον Χριστό, άλλαξε η ζωή τους χάρη στη γνωριμία τους με τον γέροντα. Φέτος, στις 5 Δεκεμβρίου, συμπληρώνονται πέντε χρόνια από την οσιακή κοίμησή του και με την αφορμή αυτή γίνεται το ταπεινό αφιέρωμά μας.

Ορισμένοι από όσους τον γνώρισαν, έχοντας την αίσθηση της αγιότητας και του πνευματικού αναστήματός του, κατέθεσαν την εμπειρία τους στην «Ο.Α.». Συνομιλήσαμε με τους πανιερότατους Μητροπολίτες Ταμασού και Ορεινής κ. Ησαΐα και Μόρφου κ. Νεόφυτο, με τον ιερομόναχο π. Αγαθόνικο, με τον μοναχό π. Χαρίτωνα, με τον μέγα υμνογράφο της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας Χαράλαμπο Μπούσια, με τους καταξιωμένους καλλιτέχνες Γιώργο Τσιάκκα, σεναριογράφο, και τη σύζυγό του, ηθοποιό Χριστίνα Παυλίδου. Οσα μας είπαν θα μπορούσαν να γίνουν βιβλίο, ενώ υπάρχουν και οι μαρτυρίες πολλών ακόμα ανθρώπων που τον γνώρισαν, αλλά θα ήταν τεχνικά αδύνατον να συμπεριληφθεί κάτι άλλο πέραν κάποιων ενδεικτικών αποσπασμάτων από τις μαρτυρίες όσων μας μίλησαν. Καθένας τους πρόσθεσε τη δική του ψηφίδα στο ψηφιδωτό μιας κορυφαίας μορφής της Εκκλησίας της Κύπρου και της καθ' όλου Ορθοδοξίας. Κατά τον λόγο του Μητροπολίτη Μόρφου, ο γέροντας Γαβριήλ υπήρξε ο μεγαλύτερος πνευματικός που είχε την εποχή εκείνη η Λευκωσία, με κυρίαρχο χάρισμα, ίδιον των μεγάλων γερόντων, εκείνο της πνευματικής πατρότητας.



Για το χάρισμα της πνευματικής πατρότητας, ο Μητροπολίτης Ταμασού κ. Ησαΐας, πνευματικό τέκνο του γέροντα, θα πει: «Ο γέροντας ήταν αληθινός πατέρας και γνώριζε ότι η πατρότητα δεν κατακτάται με υλικά μέσα και τρόπους, αλλά αποτελεί δωρεά του Παναγίου Πνεύματος, είναι αποτέλεσμα της Χάριτος του Θεού, αποτελεί σημείον, γι' αυτό οι πνευματικοί πατέρες είναι σημειοφόροι. Τους δίνεται η ικανότητα να συμβουλεύουν στοργικά, να νουθετούν τα πνευματικά τους τέκνα, να τα κατευθύνουν μέσα από τις συμπληγάδες του παρόντος βίου στο ευρύχωρο πλάτωμα της αιωνιότητας. Ο γέροντας πονούσε για τα πνευματικά παιδιά του και προσευχόταν γι' αυτά, ώστε να μη ρίχνουν ασβέστη στα μάτια τους με τα ίδια τους τα χέρια και τυφλωθούν εκούσια. Προσευχόταν για τις πτώσεις τους, αλλά δεν επενέβαινε, για να μη θίξει το αυτεξούσιό τους. Είχε διάκριση και με αυτήν κέρδιζε ψυχές, ώστε να μπορεί να επαναλαμβάνει τα λόγια του Ιησού μας προς τον Θεό Πατέρα: “Κύριε, οὓς δέδωκας μοι, οὐκ ἀπώλεσα ἐξ αὐτῶν οὐδένα”».

Ο κατά κόσμον Γεώργιος (Γιωρκής) Σιόκουρος γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1923 στη Λύση, την πατρίδα του Γρηγόρη Αυξεντίου, αλλά και του γερο-Παναή, μιας άλλης αγιασμένης μορφής της σύγχρονης Κύπρου. Ο Χαράλαμπος Μπούσιας μάς είπε, μεταξύ πολλών άλλων: «Η εγκράτεια και η ασκητικότητά του είχαν εντυπωσιάσει τόσο τους συγχωριανούς του, ώστε κάποια Κυριακή της Ορθοδοξίας, όταν πήραν τις φορητές εικόνες για τη λιτάνευση, ο νεωκόρος, που δεν είχε προλάβει να πάρει κάποια εικόνα, βλέποντας τον μικρό Γιωργάκη να περνά, ασκητικό, εξαϋλωμένο, σαν μορφή από τα “Γεροντικά της Ερήμου”, είπε: “Αφού δεν έχω εικόνα του Χριστού, της Παναγίας, των Αγίων, μου 'ρχεται να σηκώσω στα χέρια μου τον Γιωρκή του Ζαχαριά». Την πληροφορία αυτή μας επανέλαβε και ο κατά πνεύμα υιός και διάδοχός του, όπως τον χαρακτήρισε ο Μητροπολίτης κ. Νεόφυτος, π. Αγαθόνικος, έφορος της Μονής στον Κύκκο.

Κατά τον Απελευθερωτικό Αγώνα της Κύπρου (1955-1959), στον οποίο η Λύση πρόσφερε το μεγάλο τέκνο της, τον εθνομάρτυρα Γρηγόρη Αυξεντίου, ο γέροντας (Γιωρκής τότε) συνελήφθη με άλλους νέους εξαιτίας της πατριωτικής δράσης του και βασανίστηκε, αλλά διέφυγε τη θανατική καταδίκη. Το 1958, με δική του πρωτοβουλία, λειτούργησε στη Λύση χριστιανικό βιβλιοπωλείο με την επωνυμία Τιβεριάς, όπως μας πληροφορεί ο Χ. Μπούσιας. Κατά την εύστοχη διατύπωση του π. Αγαθονίκου, ο γέροντας «ήταν μια ρίζα παιδαγωγίας ενός άλλου γέροντα, του Παναή από τη Λύση, ο οποίος ήταν ένας απλός, λαϊκός άνθρωπος, με πολλά χαρίσματα». Ο Αγιος Μόρφου μας είπε ότι, όταν πήγαινε να συμβουλευτεί τον γερο-Παναή και τον αδελφό του, τον Βασίλη, έβρισκε συχνά τον γέροντα Γαβριήλ να κάθεται ταπεινός ακροατής του λαϊκού εκείνου δασκάλου της μετανοίας. Οπως αναφέρει ο κ. Μπούσιας, ο π. Γαβριήλ έλαβε το μέγα αγγελικό σχήμα στις 28 Οκτωβρίου 1964, ημέρα της εορτής της Παναγίας της Ελευθερώτριας και της Αγίας Σκέπης, από τον Ηγούμενο της Μονής Σταυροβουνίου, που μετέβη για τον σκοπό αυτό στο Μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα.

Ο ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΕΙΔΕ ΤΟ ΤΑΛΕΝΤΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΣΤΕΙΛΕ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Στις 3 Νοεμβρίου, ημέρα της μετακομιδής του ιερού λειψάνου του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, το όνομα του οποίου έφερε ο γέροντας ως λαϊκός, χειροτονείται διάκονος στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Παραλιμνίου από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ΄. Στις 11 Ιουνίου 1971, ημέρα της μνήμης του Αποστόλου Βαρνάβα, χειροτονήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο εις πρεσβύτερον. Ο Μακάριος, βλέποντας τις ικανότητες του γέροντα στην αγιογραφία, τον έστειλε στο Αγιον Ορος για να εξασκηθεί και να μεταφέρει στην Κύπρο τη βυζαντινή αγιορείτικη τέχνη. Η εκεί παραμονή του έληξε λίγο πριν από την εισβολή. Επιστρέφοντας, επισκέφθηκε στην Πεντέλη τον Οσιο γέροντα Σίμωνα, ο οποίος, βλέποντας με το χάρισμα της προόρασης τα μέλλοντα να συμβούν, τον συμβούλευσε να μην επιστρέψει στην Κύπρο. Και ακολούθησε η εισβολή. Το νησί μοιράστηκε στα δύο, η πατρίδα του γέροντα και η μονή της μετανοίας του περιήλθαν στην ξένη κατοχή, η συνοδεία πήρε τον δρόμο της προσφυγιάς: «Ἤλθοσαν ἔθνη εἰς τὴν κληρονομίαν σου, […] ἐβεβήλωσαν τὸ σκήνωμα τοῦ ὀνόματός σου».

Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα θα υπηρετήσει επί επτά χρόνια ως εφημέριος και πνευματικός στη γυναικεία Μονή του Αγίου Δημητρίου Καρακαλλά στο Ναύπλιο, εργαζόμενος παράλληλα και ως αγιογράφος, ώστε να μην επιβαρύνει το μοναστήρι, μας πληροφορεί ο κ. Μπούσιας. Το 1981 ο γέροντας Γαβριήλ επιστρέφει στην Κύπρο και εγκαθίσταται στη γυναικεία Μονή Αγίου Παντελεήμονος Αχεράς. Οπως ανέφερε ο π. Αγαθόνικος, ο οποίος εκεί συνάντησε πρώτη φορά τον γέροντα που επρόκειτο να γίνει ο πνευματικός πατέρας του, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου τον ρώτησε πού θα ήθελε να πάει και ο γέροντας επέλεξε αυτή τη μονή, όπου και η Ηγουμένη ήταν πρώτη ξαδέλφη του. Εκεί τον συνάντησε πρώτη φορά και ο Μητροπολίτης κ. Νεόφυτος, διάκονος τότε, μαζί με τον γέροντά του, π. Συμεών. Ο Μητροπολίτης μάς είπε: «Είχαμε σκεφθεί κι εμείς να κάνουμε ένα μοναστήρι κάπου ήσυχα, όμως δεν το εκμυστηρευθήκαμε σε κανέναν. Ενώ, λοιπόν, ήταν οι πρώτες στιγμές που γνωριστήκαμε με τον γέροντα Γαβριήλ, γύρισε στο μέρος μου με το γνωστό, γλυκύτατο χαμόγελό του και μου είπε: “Πάτερ Νεόφυτε, μην ανησυχείς. Θα 'ρθει καιρός που θα κάμεις το μοναστήρι που επιθυμείς και ύστερα και μοναστήρια”. Τα 'χασα με αυτά που μου είπε, χωρίς να του έχω εμπιστευτεί την επιθυμία μου αυτή».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ

Στην Αχερά, μας λέει ο κ. Μπούσιας, πρωτοδημιουργήθηκε ο πυρήνας των πνευματικών τέκνων του, τα οποία μέρα με τη μέρα αυξάνονταν. Εκεί δημιουργήθηκε και η πνευματική κυψέλη των ηθοποιών και καλλιτεχνών της Κύπρου που μαθήτευσαν ταπεινά παρά τους πόδας του Γαβριήλ, ο οποίος, όπως μας είπε η Χριστίνα Παυλίδου, χαρακτηρίστηκε «ο γέροντας των ηθοποιών».

Οι εμπειρίες που μας κατέθεσαν από αυτό ο Γιώργος Τσιάκκας και η Χριστίνα Παυλίδου είναι πράγματι συγκλονιστικές. Ο κ. Τσιάκκας μάς περιγράφει την πρώτη εξομολόγησή του: «Ηταν η πιο συγκλονιστική εμπειρία της ζωής μου. Για 19 χρόνια, έως την κοίμησή του, είχαμε την ευλογία να τον έχουμε στη ζωή μας. Ηταν ο πνευματικός μας οδηγός, ο άνθρωπος που άλλαξε τη ζωή μας, που μας έδειξε καινούργιους δρόμους, τους οποίους δεν ξέραμε. Που με την προσευχή του πορευόμασταν σε ό,τι κάναμε στη ζωή μας. Ο,τι κάναμε το κάναμε με την ευλογία του γέροντα». Και όταν τον ρωτήσαμε τι ήταν εκείνο που τον τράβηξε περισσότερο στον γέροντα, μας απάντησε ότι ήταν κυρίως η συγκλονιστική αγάπη του προς όλους τους ανθρώπους, πέραν όλων των άλλων μεγάλων χαρισμάτων του.



Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η μαρτυρία της κυρίας Παυλίδου: «Ημουν ένα παιδί πολύ μακριά από την Εκκλησία. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που δεν είχαμε καμία επαφή ούτε με την Εκκλησία ούτε με κάποιον ιερέα. Δεν είχα εξομολογηθεί ποτέ μου. Είχα την εντύπωση ότι οι άνθρωποι της Εκκλησίας είναι αυστηροί, κλειστοί, χωρίς χιούμορ. Ετσι, η πρώτη μου εξομολόγηση, που ήταν στον γέροντα, ήταν μια αποκάλυψη. Βίωσα ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα και καταρρίφθηκε η εντύπωση που είχα. Γνώρισα έναν άνθρωπο απλό, σαν μικρό παιδί - αυτή την αίσθηση μου έδινε. Είχε μια χάρη στα λόγια του, στον τρόπο που μιλούσε, μια τρυφερότητα, μια γλυκύτητα στο βλέμμα, μια διάθεση να βοηθήσει και να δικαιολογήσει τα όποια ατοπήματα ή λάθη μου. Με πήρε από το χέρι σαν ένα μωράκι που δεν ξέρει τίποτα και με έβαλε σε αυτό τον κόσμο, τον τόσο άγνωστο σ' εμένα. Και ένιωσα, πρώτα απ' όλα, ασφάλεια, ώστε να ανοίξω την ψυχή μου, αλλά και μιαν απέραντη αγάπη, μιαν αγάπη όμως εντελώς διαφορετική, που δεν την είχα γνωρίσει προηγουμένως».

ΜΕΤΟΧΙ ΚΥΚΚΟΥ

Ακολούθησε η παραμονή του στο Μετόχι του Κύκκου στη Λευκωσία, όπου βρέθηκε «χωρίς να το πολυκαταλάβει, με τη βοήθεια πνευματικών παιδιών του», κατά τη μαρτυρία του κ. Μπούσια, και μπορούσε πλέον πιο εύκολα να ασχοληθεί με την πνευματική καθοδήγηση των παιδιών του. Ο πανιερότατος Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρος, άνθρωπος αγάπης, με ευρείς πνευματικούς ορίζοντες, όπως τον περιγράφει ο κ. Μπούσιας, δέχθηκε τον γέροντα αρχικά ως φιλοξενούμενο και εν συνεχεία ως μέλος και πνευματικό της αδελφότητος του Κύκκου, ενώ τον «αγκάλιασε» όσο λίγοι. Το κελί που του παραχωρήθηκε, λέει ο κ. Μπούσιας, «έγινε κέντρο πνευματικής συνάξεως και ανατάσεως πλήθους πιστών».

Από τις μαρτυρίες των πνευματικών τέκνων του γίνεται φανερό ότι ο γέροντας είχε λάβει από τον Θεό το χάρισμα της διόρασης και της προόρασης. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις (δύο από τις πολλές) είναι αυτές που μας κατέθεσαν ο π. Αγαθόνικος και ο Γιώργος Τσιάκκας.
Μας είπε ο π. Αγαθόνικος: «Οταν ήμουν φοιτητής στη Θεολογική Σχολή, είχα περιέλθει κάποια περίοδο ιδιαίτερα δύσκολη, σε μεγάλη αθυμία, και δεν είχα όρεξη να φάω. Κάποια στιγμή, ενώ ήμουν μαζί με τα άλλα παιδιά, μου είπαν ότι με ζητούσε κάποιος στο τηλέφωνο. Ηταν ο γέροντας. “Ελα, παιδί μου” μου είπε “πώς είσαι;” Του απάντησα: “Καλά είμαι, γέροντα”. Μου είπε: “Σήμερα σε έβλεπα που έκανες αυτό, αυτό, αυτό…” και μου περιέγραψε όλη την ημέρα μου, όλους τους λογισμούς μου. Κατόπιν μου είπε: “Ελα, ξέρω ότι είσαι κουρασμένος και δεν νιώθεις καλά, αλλά κάνε αγάπη, για να μη λυπούνται τα άλλα παιδιά που δεν έχεις όρεξη να φας”. Για μένα ήταν η πρώτη πολύ καθαρή εμπειρία του χαρίσματός του». Και δεν ήταν η μόνη. Και ο κ. Τσιάκκας όμως μας ανέφερε ότι κάποτε που είχε βρεθεί στη Ρωσία για τα γυρίσματα κάποιας ταινίας, όταν επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον γέροντα (που, φυσικά, βρισκόταν στην Κύπρο), ο π. Γαβριήλ τού περιέγραψε όλη την ημέρα του: «Μου περιέγραψε ακριβώς ό,τι έκανα και ό,τι δεν έκανα εκείνη την ημέρα, βήμα προς βήμα» μας είπε χαρακτηριστικά.

Ωστόσο είχε και το χάρισμα της ίασης, καθώς με την προσευχή του βρήκε την υγεία του κάποιος παράλυτος στον τάφο του Αποστόλου Βαρνάβα, γεγονός που μας περιέγραψαν αυτόπτες μάρτυρες (μεταξύ αυτών, ο κ. Τσιάκκας και ο π. Αγαθόνικος) και είχε γίνει ευρύτερα γνωστό στην Κύπρο. Το θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων είδαμε να επαναλαμβάνεται, μας είπε επίσης ο κ. Τσιάκκας, αναφέροντας το σχετικό περιστατικό.

Το περιστατικό με τις παράνυμφες, αυτό που απεχθανόταν και ο δρόμος με τις... αγκινάρες!

Ενα άλλο χαρακτηριστικό που μας περιέγραψε ο κ. Μπούσιας ήταν η καθαρότητα των λογισμών του. Κάποτε, σε έναν γάμο όπου οι παράνυμφες ήταν όχι και τόσο σεμνά ντυμένες και κάποιοι προσκεκλημένοι αναρωτήθηκαν τι θα λέει ο γέροντας, εκείνος, καταλαβαίνοντας με το προορατικό χάρισμά του τη σκέψη τους, τους είπε: «Τι ωραία που είναι όλα… Ακόμα και οι παράνυμφες ως άγγελοι περιίπτανται»…

Ο μοναχός Χαρίτων, που υπήρξε ο υποτακτικός του και τον γηροκόμησε, μας είπε: «Για μένα ο γέροντας ήταν το οξυγόνο μου, η ανάσα μου, τον αγάπησα περισσότερο από τους γονείς μου και τα αδέλφια του, περισσότερο από κάθε άλλον στον κόσμο». Μας τον παρομοίωσε δε σαν το πλατάνι που οι ρίζες του εισδύουν βαθιά στη γη για να βρουν νερό. «Ετσι και ο γέροντας», μας είπε, «εισέδυε στα βάθη της ψυχής μας για να βρει για εμάς το Υδωρ το Ζων, που είναι ο Χριστός, για να μας το χαρίσει».

ΚΕΝΤΡΟ, Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

Οπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Ταμασού, «ο γέροντας απεχθανόταν να τον θεωρούν υποκατάστατο του Χριστού. Πάντοτε μας έλεγε ότι δεν πρέπει να προσκολλώμαστε μαζί του, αλλά να αναζητούμε μόνοι μας τον Χριστό, που μας δείχνει αυτός με την αγάπη του. “Το κέντρο, Ησαΐα παιδί μου”, μου έλεγε, “δεν είναι ο πνευματικός, αλλά είναι ο Χριστός, ο Οποίος ευλογεί τον πνευματικό να λέει τα σωστά λόγια, τα οποία οδηγούν τον πιστό στην αγκαλιά του». Ο καλός πνευματικός δεν είναι αυτός που μετρά πολλά πνευματικά τέκνα, αλλά αυτός που καταφέρνει, έστω και λίγα, να τα στείλει στον Παράδεισο διά της γνωριμίας τους με τον Ιησού Χριστό».

Ο π. Αγαθόνικος μάς διηγήθηκε το εξής περιστατικό: «Η Χριστιάνα ήταν μια κοπέλα που ήταν κοντά του και τον βοηθούσε. Ο Μητροπολίτης Κύκκου, που τον φιλοξενούσε στη μονή, της τον εμπιστεύτηκε ώστε να τον μεταφέρει στον Απόστολο Βαρνάβα, για να λειτουργήσουν. Λειτουργούσε ο π. Αγαθόνικος. Ο γέροντας και η Χριστιάνα έφτασαν με μεγάλη καθυστέρηση και ο π. Αγαθόνικος τη ρώτησε τι είχε συμβεί. Ο γέροντας πήγε με τη Χριστιάνα να επισκεφθεί το χωριό του, ήταν από τις τελευταίες του επισκέψεις. Επιστρέφοντας, έχασαν τον δρόμο και βρέθηκαν σε μια μεγάλη έκταση με αγκινάρες, χωρίς διέξοδο για τον κεντρικό δρόμο. Ο γέροντας της είπε να προχωρήσει, αλλά εκείνη ρώτησε: “Πού να πάμε; Οι αγκινάρες έκλεισαν τον δρόμο”. “Βρε παιδί μου”, της είπε, “δεν βλέπεις τον δρόμο; Πήγαινε!” Δεν μπορούσε όμως να προχωρήσει ούτε να γυρίσει πίσω. Ο γέροντας έμεινε για λίγο ακίνητος, είπε το Απολυτίκιο της Παναγίας, σήκωσε λίγο το χέρι του, είπε και το Απολυτίκιο του Αποστόλου Βαρνάβα και πρόσταξε: “Πήγαινε”. Η Χριστιάνα δεν αρνήθηκε. Προχώρησε διανύοντας σχεδόν μισό χιλιόμετρο έως τον κεντρικό δρόμο και έβλεπε τις αγκινάρες να γυρίζουν δεξιά και αριστερά. Οταν έφτασαν, κατέβηκε να δει μήπως είχε πάθει κάτι το αυτοκίνητο, και δεν είχε ούτε γρατσουνιά. Τον ρώτησε: “Γέροντα, τι ήταν αυτό;” “Ε, τι ήταν” είπε ο γέροντας. “Αφού σου είπα, εδώ είναι ο δρόμος, κι εσύ δεν τον έβλεπες”. Και άλλαξε τη συζήτηση». Οπως μας είπε ο π. Αγαθόνικος, «έχω δει ανθρώπους να θεραπεύονται με την προσευχή του, ανθρώπους να έρχονται σε μετάνοια».

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ, Η ΤΑΦΗ του ΚΑΙ Η ΕΝΤΟΝΗ ΕΥΩΔΙΑ

Στις 10 Ιουνίου 2007, έπειτα από ομόφωνη απόφαση της Ιεράς Συνόδου της εν Κύπρω Εκκλησίας, ενθρονίστηκε Καθηγούμενος της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής του Αποστόλου Βαρνάβα «εν εξορία». Στις 5 Δεκεμβρίου 2013 ο γέροντας, όπως λέει ο Μητροπολίτης Ταμασού κ. Ησαΐας, «εγκατέλειψε το χοϊκό σαρκίο και μεταδημότευσε για την ουράνια πολιτεία. βρίσκεται πλέον στα ουράνια σκηνώματα, που από νεότητος επόθησε, για να συνεχίσει να λειτουργεί στο Ουράνιο Θυσιαστήριο και να πρεσβεύει στον ψυχοσώστη Κύριο για την ευλογημένη μας Κύπρο, για τη λύτρωση του μοναστηριού του από την τουρκική κατοχή και για τη σωτηρία όλων μας, που αγωνιζόμαστε τον καλόν αγώνα της πίστεως». Μας είπε ο π. Αγαθόνικος: «Η τελευταία μας συνομιλία λίγο πριν από την κοίμησή του ήταν για μένα μια παιδαγωγία, μια τελευταία καθοδήγηση πώς να σκέφτομαι, πώς να χειρίζομαι, πώς να προσεύχομαι. Ηταν και για μένα η τελευταία μου εξομολόγηση στον γέροντα. Την ημέρα της εορτής του Αγίου Σάββα, που ήταν από τους αγαπημένους του Αγίους, εκοιμήθη. Είχε αφήσει οδηγία να με περιμένουν να κατέβω εγώ από το μοναστήρι. Στο τέλος της ετοιμασίας για την εξόδιο ακολουθία του έβαλα ο ίδιος το σχήμα. Αρρητη ευωδία ξεχύθηκε. Τα δικά μου χέρια ευωδίαζαν και αυτά από το μύρο τόσο, που με ρωτούσαν τι άρωμα είχα βάλει. Η ευωδία ήταν τόσο έντονη, ώστε τις δύο επόμενες ημέρες είχα τα χέρια μου μέσα στις τσέπες, για να μην τα φιλήσει ο κόσμος. Διερωτόμουν τι ήταν αυτό. Την επομένη λειτούργησα σε άλλο μετόχι της μονής με τον Μητροπολίτη. Και έως τις 11.00 που τελείωσε η θεία λειτουργία η ευωδία παρέμενε στα χέρια μου και εγώ ντρεπόμουν, μήπως την αισθανθούν οι άλλοι».

ΠΛΗΘΟΣ ΚΟΣΜΟΥ

Ο Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος την ημέρα της κηδείας του γέροντα ήταν χειρουργημένος και δεν του επέτρεπαν οι γιατροί να μετακινηθεί. Μη αντέχοντας όμως να μην παραστεί, συμφώνησε με τον π. Αγαθόνικο να πάει στη Μονή του Κύκκου για τον ενταφιασμό. «Ηταν μια βροχερή ημέρα» μας είπε συγκινημένος ο Μητροπολίτης «και συγκινήθηκα πολύ όταν είδα πόσος πολύς κόσμος, ιδιαίτερα νέος στην ηλικία, κατέκλυσε το Καθολικό της Μονής του Κύκκου. Κάναμε τον ενταφιασμό υπό βροχήν. Και είπα, αυτό είναι το δώρο που κάνουν τα παιδιά στον πατέρα τους. Να τον συνοδεύουν με αγάπη στην τελευταία του κατοικία και να τον προπέμπουν στην αιωνιότητα». Κατά τον αδιάψευστο λόγο της Αγίας Γραφής, ο θάνατος των δικαίων είναι η μετάβαση στη χαρά της αληθινής ζωής: «Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου». Και ο Οσιος γέρων Γαβριήλ συνεχίζει από ψηλά να παραστέκει στα πνευματικά τέκνα του και σε όσους ζητούν τη μεσιτεία του στον Κύριο στην Κύπρο και σε όλο τον κόσμο. Ο Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος μας είπε: «Προσωπικώς, όταν κατά τη Μεγάλη Είσοδο μνημονεύω ονόματα Αγίων ανδρών και γυναικών από την Κύπρο και την Ελλάδα, μεταξύ αυτών μνημονεύω και το όνομα του πατρός Γαβριήλ. Αισθάνομαι ότι είναι μετά των Αγίων».

Από την Εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια