Σκηνική πιραντελική «πραγματεία»

Κριτική της παράστασης «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» στο Εθνικό Θέατρο

Από τον 
Γιώργο Παπαγιαννάκη*

Το έργο δεν δημιουργεί ανθρώπους, οι άνθρωποι δημιουργούν έργο». Αυτή η θέση του Πιραντέλο, διατυπωμένη στην «Azione Parlata» ήδη από το 1899, προοιωνίζεται τη δραματουργική παραγωγή του, ψυχή της οποίας θα καταστεί η συγγραφική περίοδος, γνωστή ως «Η μάσκα και το πρόσωπο» ή «Το παιχνίδι γύρω από την υποκειμενικότητα της αλήθειας», στην οποία διατυπώνεται το αίτημα για μια τέχνη ζωντανή και όχι δέσμια αφηρημένων ιδεών, για ένα θέατρο χαρακτήρων τόσο χειραφετημένων από την πένα του ίδιου του δημιουργού τους και αυθύπαρκτων όσο και χαρακτηριστικά διακριτών.

Το θέατρο του Πιραντέλο καταγράφεται ως μια τομή κυρίως για την αγωνία του συγγραφέα απέναντι στην παραμορφωτική, σε σχέση με την αυθεντικότητα, παραστατική πρακτική της εποχής του. Μέσα από τα έργα του ο Ιταλός νομπελίστας θα αναδείξει τις αλλεπάλληλες και κάθε φορά διαφορετικές διασπορές τού «εγώ» μέσα από τα πρίσματα των μεταθεατρικών τεχνικών του, όπως το θέατρο εν θεάτρω, οι αλληλοδιεισδύσεις του πραγματικού στο φανταστικό, η σύντηξη των ερμηνευτικών επιπέδων, η καταφυγή στο απρόοπτο, η αστραπιαία επενέργεια της ψευδαίσθησης, η αναγωγή στο μεταφυσικό, η υπαγωγή τού «είναι» στην υπηρεσία του έργου τέχνης.

Δίκην σκηνικής πραγματείας στον πιραντελισμό από τον Δ. Μαυρίκιο, το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» στο Εθνικό Θέατρο (Κτίριο «Τσίλλερ», Κεντρική Σκηνή) είναι ιδωμένο μέσα από τα φίλτρα της μνήμης, του ιστορικού αρχείου, της λειτουργίας του χρόνου, του προσωπικού βιώματος, της κατάθεσης, της αναμέτρησης με την αναπόληση: Ενας θίασος που επιχειρεί να ζωντανέψει σκηνικά μια ιστορία, ένας σκηνοθέτης που διεκδικεί, όπως ο «παντογνώστης αφηγητής», να εδραιώσει την οπτική του, οι μεταξύ τους συγκρούσεις, οι υπονομεύσεις, αλλά και η αναπαριστάμενη τραγική ιστορία, βγαλμένη από τα σπλάχνα της ιταλικής ηθογραφικής παράδοσης, με τις μελοδραματικές κορυφώσεις της οργανώνουν έναν δραματουργικό καμβά που διασταυρώνεται με κινηματογραφικά πλάνα, μουσικές αναθυμήσεις και παρέμβλητες μονολογικές εξομολογήσεις.

Αδιαμφισβήτητα κεκτημένα του όλου εγχειρήματος, παρά την απόπειρα να ενσταλαχθεί ένας αισθητισμός με αναγνωρίσιμα υλικά και με ενδεχόμενη πρόθεση να προκαταλάβει, είναι η ακριβής πυκνότητα της πιραντελικής ατμόσφαιρας σε ένα σκηνικό τοπίο υποβλητικής λιτότητας και ευθύβολων σημάνσεων (Δ. Πολυχρονιάδης) με την επικουρία «γλυπτικών» φωτισμών (Λ. Παυλόπουλος), καθώς και η ερμηνευτικά αριστοτεχνική μετάβαση από τα πραγματικά πρόσωπα στους ρόλους και αντιστρόφως, με προεξάρχουσες τη Λυδία Φωτοπούλου, τη Ράνια Οικονομίδου και τη Γιούλικα Σκαφιδά στο εύθραυστο υποκριτικό «κοντραπούντο» της Μομίνας. Από τις ανδρικές παρουσίες ξεχωρίζουν ο Αλέξανδρος Βάρθης, που κατοχυρώνει επαρκώς τις αμφισημίες του Ενρίκο Βέρι, και ο Γιάννης Βογιατζής, παρά το γεγονός ότι αξιοποιείται δραματουργικά με υπερβολή ως απολογητική αρχειακή περσόνα.

*Θεατρολόγος - Κριτικός θεάτρου