Δραματοποίηση ιστοριών της Βίβλου

Η ακολουθία «εις τους Τρεις Παίδες εν Καμίνω» κατά το βυζαντινό τυπικό

Aπό τον
Νίκο Παπουτσόπουλο*

Από τον 4ο αιώνα η απαγόρευση του αυτοκράτορα Ιουλιανού στους χριστιανούς να μελετούν κλασικούς ποιητές και συγγραφείς και η κατηγορία που είχαν απευθύνει οι «εθνικοί» περί «του ταπεινού της γλώσσας των γραφών» («υμέτερος δε κλήρος εστιν η αμάθεια, η αγροικία και ουδέν πλέον») είχαν οδηγήσει επιφανείς Πατέρες και μεγάλους διδασκάλους της Εκκλησίας στην ελεύθερη μετάφραση αποσπασμάτων από την Αγία Γραφή, με καλή χρήση δόκιμης γλώσσας και ποιητικών μέτρων, παρόμοιων με εκείνα των ποιητών της αρχαιότητας (μεταφράσεις των δύο Απολλιναρίων και θρησκευτικά δράματα, κατά τα πρότυπα του Ευριπίδη, «Συμπόσιο των Δέκα Παρθένων», Μεθοδίου επισκόπου Πατάρων).

Τις ιδιαίτερες ακολουθίες, με πυρήνα θρησκευτικές τελετές, είχαν εντάξει στο τυπικό της Εκκλησίας και συνήθιζαν να ψάλλουν εντός των ναών, με τη συμμετοχή των ιερέων, των χορών και του πλήθους των πιστών. Η υπόθεσή τους είχε αναφορές στον βίο του Χριστού, αλλά αρκετά συχνά σε σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, της χριστιανικής ιστορίας και στον βίο μεγάλων αγίων. Η ένταση της δραματικής διήγησης και η με τη θεία παρέμβαση (θαύμα) εκτόνωση της φόρτισης αποτελούσαν τα κριτήρια επιλογής των λειτουργικών δραματοποιημένων ακολουθιών.

Στην εκκλησία της Δύσης ο κλήρος συμμετείχε ενεργά στα θρησκευτικά δρώμενα: κατά την τελετή της Αναλήψεως, οι ιερείς ανέβαιναν στα υψηλότερα σημεία του ναού, ενώ κατά την εορτή της Πεντηκοστής ελευθέρωναν λευκά πτηνά. Σύμφωνα με αναφορές (αρχαιότερη είναι η σαφής μαρτυρία του Συμεών Θεσσαλονίκης, 14ος αιώνας), η ακολουθία «εις τους Τρεις Παίδες» ήταν ευρύτατα γνωστή στις περισσότερες περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας πριν από τον 11ο αιώνα και κατά το έθος την τελούσαν στους ναούς (και στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινουπόλεως και σε μεγάλους μητροπολιτικούς ναούς της Ορθοδοξίας) μέχρι τους χρόνους της Αλώσεως.

Η παράδοση αυτή φτάνει ως τον 17ο αιώνα και, πιθανώς, είχαν εντάξει την ακολουθία των Τριών Παίδων στη λειτουργία της Κυριακής προ των Χριστουγέννων, Κυριακή των Προπατόρων, με τον ακόλουθο τρόπο, όπως άλλωστε αναφέρεται στα βυζαντινά χειρόγραφα και σε άλλες πηγές, όπου παρατίθενται τελετουργικές οδηγίες για σκηνική δράση και αναφορές σε δραματικά στοιχεία: με το τέλος του όρθρου, αφού είχαν προετοιμάσει την κάμινο, οδηγούσαν τρία παιδιά με κατάλληλη ενδυμασία, που επρόκειτο να υποδυθούν τους Αγίους Παίδες, πλησίον της καμίνου, την οποία τοποθετούσαν περίπου στο μέσον του ναού. Οι χοροί των ψαλτών ερμήνευαν το ιδιόμελο «πνευματικώς ημάς πιστοί σύνηγαγε σήμερον ο Προφήτης Δανιήλ» και πλησίαζαν γύρω από τον χώρο της καμίνου.

Τότε τα παιδιά προχωρούσαν στο μέσον της καμίνου και προσκυνούσαν τρεις φορές προς Ανατολάς. Στη συνέχεια παίδες και ψάλτες άρχιζαν να ψάλλουν εναλλάξ τους ύμνους της ακολουθίας και στον στίχο «ο δε άγγελος Κυρίου συγκατέβη» (όπου δηλαδή και η δραματική κορύφωση της ιστορίας) άφηναν από τη θόλο του ναού να αιωρείται επάνω από την κάμινο εικόνα ή παράσταση αγγέλου. Από τις περιγραφές λείπουν οι λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο μετέφεραν σε χαμηλότερο σημείο την εικόνα του αγγέλου, ωστόσο υπάρχουν πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη χορευτική κίνηση των τριών παίδων στο τέλος της ακολουθίας και ιδίως στον ύμνο της ογδόης ωδής, «τον Κύριον υμνείτε», ως έκφραση δοξολογίας και ευχαριστίας.

Η «ακολουθία της Καμίνου» αναπαριστά την ιστορία των Αγίων Τριών Παίδων, τους οποίους είχαν οδηγήσει στην κάμινο, κατόπιν διαταγής του βασιλέως των Χαλδαίων Ναβουχοδονόσορ (ή Βαλτάσαρ), επειδή αρνήθηκαν να προσκυνήσουν την εικόνα του, όπως ακριβώς περιγράφει στο τρίτο κεφάλαιο ο Προφήτης Δανιήλ.
Την αυτοτελή εκκλησιαστική ακολουθία ανακάλυψε σε βυζαντινά χειρόγραφα ο Μίλος Βελιμίροβιτς, ο οποίος χαρακτήρισε την ακολουθία «λειτουργικό δράμα», επειδή περιέχει στοιχεία δράματος, διατηρεί τη στενή μορφολογική σχέση με την ακολουθία του όρθρου, ψάλλεται μέσα στον χώρο του ναού, μεταξύ όρθρου και θείας λειτουργίας, και επειδή συνδυάζει στοιχεία που υπάρχουν στο παράλληλο λειτουργικό δράμα, που είχε υιοθετήσει και αναπτύξει η μεσαιωνική Δύση, ήδη από τον 10ο αιώνα.

Ολόκληρο το κείμενο και η μουσική της ακολουθίας σώζονται στη Μονή Ιβήρων (αριθμός χειρογράφου 1.120, έτους 1458), στο Σινά (αριθμός χειρογράφου 1.257, 16ος αιώνας), στη Μονή Μεγίστης Λαύρας (αριθμός χειρογράφου 1.165, 17ος αιώνας) και στην Εθνική Βιβλιοθήκη, από το χειρόγραφο απ' όπου προέρχεται και η μεταγραφή της «ακολουθίας της Καμίνου».

Ιδιαίτερα προσφιλής φαίνεται πως ήταν η ακολουθία αυτή στην ορθόδοξη Ρωσία, η οποία είχε υιοθετήσει την «ακολουθία της Καμίνου» προ του 16ου αιώνος, κατά το τυπικό της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και με την προσθήκη και τον εμπλουτισμό νεωτερισμών που πιθανώς προέρχονται από τη Δύση και από την εγχώρια παράδοση, με τη χρήση πολλών σκηνικών στοιχείων και λεπτομερειών που δημιουργούσαν άμεσα μια ατμόσφαιρα εντυπωσιασμού: η συμμετοχή ανδρών με στολές πολύχρωμες και φανταχτερές, όπως οι Χαλδαίοι στρατιώτες-φρουροί των Παίδων, τα πυροτεχνικά μέσα προκειμένου να αναπαραστήσουν τη φωτιά, τη -με μηχανικούς τρόπους- κάθοδο του αγγέλου, την οποία συνήθιζαν να συνοδεύουν με δυνατή βοή, υπόκωφους κρότους και ισχυρές λάμψεις. Ρωσικής προέλευσης είναι το μοναδικό αντικείμενο που έχει διασωθεί, η κάμινος του Καθεδρικού Ναού του Νόβγκοροντ (αρχές του 16ου αιώνα), και σχετίζεται με την «ακολουθία των Παίδων».