Από τα κοιτάσματα της μνήμης

Κάποιες εκθέσεις δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες και επιμένουν να δείχνουν, σαν τους φάρους, προς κατευθύνσεις επανεξέτασης αλλά και εμβάθυνσης

Από την 
Αθηνά Σχινά*

Στις γιορτινές μέρες που διανύουμε και μέσα στην τύρβη της εντυπωσιοθηρικής, της καταναλωτικής, της γεμάτης κορδέλες λαμπερές και αστραφτερά λαμπιόνια ατμόσφαιρας, που μας αποπροσανατολίζει, δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες κάποιες εκθέσεις που επιμένουν να δείχνουν, σαν τους φάρους, προς κάποιες κατευθύνσεις επανεξέτασης αλλά και εμβάθυνσης, σχετιζόμενης με εικαστικές ποιότητες που αναδύονται από τα κοιτάσματα της μνήμης, ατομικής ή συλλογικής.

Με τίτλο «Κυκλάδες» ο ιδιαίτερα σημαντικός ζωγράφος Δημοσθένης Κοκκινίδης «ανακυκλώνει», τροφοδοτεί εκ νέου και επαναπροσεγγίζει εικαστικά το ζήτημα της αειφορίας της μνήμης, μέσα από τη φαντασιακή όσο και «πραγματογνωστική» καθημερινότητα. Τα ζωντανά, τα συμπληρωματικά και άλλοτε τα αντιθετικά εναρμονιζόμενα χρώματά του, που μεταδίδουν την αίσθηση της στερεότητας, της λαμπρότητας και ταυτοχρόνως της διαφάνειας -θυμίζοντας ορυκτά πετρώματα ή επιφάνειες από σμάλτο- δεν λειτουργούν στη ζωγραφική του ως αυτοσκοπός. Τα χρώματα στα έργα του Κοκκινίδη μεταφέρουν και αποδίδουν εντάσεις και δυναμικές αποχρώσεις ή ωσμωτικές ταλαντώσεις αισθημάτων, παραπέμποντας υπαινικτικά σε ηφαιστειογενή, θαρρείς, μάγματα, που αναδύονται από το υποσυνείδητο.

Πίσω ωστόσο από τα χρώματα, το υπόστρωμα κάθε εικαστικής σύνθεσης αυτού του καλλιτέχνη περιλαμβάνει μια ευέλικτη και -με διαρθρωτικές πάντοτε εναλλαγές- μια ιδιότυπα αναπτυσσόμενη χωρογεωγραφία, που περνά από τον ρεαλισμό σε μια εσωτερικευμένη αφαίρεση. Μια αφαίρεση που συνιστά, ως χωρογεωγραφία, το αντίκρισμα της κίνησης, της θέσης και της στάσης, της «κυκλοφορικής» επίσης συμπεριφοράς του στίγματος παρουσίας κάθε φιγούρας, όπως οπτικοποιείται νοητικά και μεταπλάθεται συναισθαντικά μέσα από την ίδια τη δομοσύσταση της εικόνας.

Πρόκειται για μια οπτική αγωγή, που γεννιέται στη σημασιολογία των παρασκηνίων της εικονοποιίας, η οποία κατόπιν μεταβιβάζεται και προσαρμοστικά μεταποιείται στην αυλαία της θέασης. Εκείνης της θεατρικού τύπου θέασης, που διαμορφώνει στη ζωγραφική του Δημ. Κοκκινίδη τις ανάλογες ειρωνικές αποστάσεις, που αντλούν πνοή ζωής ωστόσο από τους «ομιλητικούς» συσχετισμούς της εκάστοτε σχεδιαστικής μορφής, αφενός μέσα από την εποχή στην οποία κάθε εξπρεσιονίζουσα φόρμα του παραπέμπει (ως διαμεσότητα ανάμεσα στο παρελθόν που ως μνήμη και διάθεση ανάκλησης την ορίζει, αλλά και από το παρόν μέσω του οποίου βιώνεται σαν οπτικό αντίκρισμα εκ μέρους του θεατή), αφετέρου, κάθε μορφή του σχετίζεται με το κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα επικοινωνίας που υποδηλώνει, χωρίς από την άλλη πλευρά τίποτα να τη δεσμεύει και να την καθηλώνει περιοριστικά, ως υπόσταση. Γιατί το κλίμα ή η ατμόσφαιρα επενεργητικά και καταλυτικά υποβάλλει κάθε σχεδιαστική και σκηνογραφικά παρουσιαζόμενη φιγούρα.

Η φιγούρα αυτή στη συγκεκριμένη εκθεσιακή ενότητα του καλλιτέχνη παραπέμπει στην αείμνηστη ζωγράφο και σύντροφο της ζωής του Πέπη Σβορώνου. Εκείνη διαμορφώνει εικαστικά το τοπίο της μνήμης του. Τουλάχιστον είναι εκείνη που του δίνει πνοή, καθώς φωτίζει σαν φανοστάτης το περιβάλλον, τόσο το δικό της όσο και το εκάστοτε δικό μας, στον βαθμό που μπορεί αυτός ο διάλογος να μας διεγείρει συνειρμούς ανάμεσα σε χρόνους και καιρούς, τόπους και συνθήκες, αποστάσεις και μεγέθη, ατομικότητες και συλλογικότητες, «προοπτικές» και μνημοτεχνικές επαναναγνώσεις της συστελλόμενης και άλλοτε πάλι της εικαστικά διαστελλόμενης αυτής «πραγματικότητας», που εμπεριέχει πολλά επίπεδα της υπαρκτής και της μεταφυσικά αποκαθηλωνόμενης πάντοτε παρουσίας της.

Ο Γιώργος Γκέλμπεσης παρουσιάζει αυτόν τον καιρό έργα ζωγραφικής του στη Zivasart Gallery που βρίσκεται στο Μαρούσι, σε έναν χώρο διαμορφωμένο με μεράκι από τον ιδιοκτήτη του Νίκο Ζήβα. Ο χώρος αποτελείται στην πλειονότητά του και ως εσωτερικής διάρθρωσης «αρχιτεκτόνημα» από υλικά κατεδαφίσεων, υλικά δηλαδή που παλαιότερα τα συναντούσαμε στις μάντρες και αφορούσαν νεοκλασικά τα οποία είχαν δοθεί ως αντιπαροχή, έχοντας κατά τη δεκαετία του ’60 καταλάβει τη θέση τους οι πολυκατοικίες.

Ο ζωγράφος συνομιλεί με τον ίδιο τον χώρο που επέλεξε να εκθέσει -και ως συναισθαντική, αλλά και ως συνειδησιακή «ετεροπροσωπία» εκτιθέμενος κι εμμέσως διερωτώμενος ο ίδιος-, καθώς ανοίγει έναν διάλογο. Από τη μια πλευρά ο διάλογος αυτός αφορά το φυσικό ή πραγματικό «περιβάλλον» του εκλεκτικά τρισδιάστατου και αρχιτεκτονημένου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ερειπιώνα. Τα μέρη που τον απαρτίζουν έχουν με κατάλληλες επιλογές σταχυολογηθεί, προκειμένου να κοσμήσουν, με μεταμοντέρνα αντίληψη και υφολογία, το εσωτερικό των αιθουσών της Zivasart.

Το πλαίσιο αυτό είναι η μία παράμετρος του διαλόγου, για να αιτιολογήσει κανείς, από την άλλη πλευρά, τη δισδιάστατη σχέση της ζωγραφικής επιφάνειας, που με φωτογραφικό ρεαλισμό σκοπίμως τη χρησιμοποιεί εικαστικά ο Γ. Γκέλμπεσης, προκειμένου πάνω σε αυτήν να αποδώσει, με αφοπλιστικά εντυπωσιακή ακρίβεια, κάθε λεπτομέρεια. Ο κόσμος που ο καλλιτέχνης απεικονίζει αποτελείται από σπαράγματα στοιβαγμένα άλλοτε τυχαία και άλλοτε μεθοδικά, για να περιορίσουν τον χώρο που κάποτε καταλάμβαναν. Μαζί με τον χώρο αυτή «η αυλή των θραυσμάτων και της μνήμης», όπως είναι και ο τίτλος της έκθεσης, φανερώνει έναν αλλοτινό τόπο μύθων, χαμένων «ταυτοτήτων» και επάλληλων ιστοριών ή ιδεολογιών, που παρουσιάζονται συνεπτυγμένες και σε αποδρομή, σε απεμπόληση και εξαλλαγή.

Στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο της Αθήνας και στους εκθεσιακούς χώρους του παρουσιάζεται αυτή την περίοδο μια ενότητα με σχέδια σινικής και υδατογραφίες του Παύλου Χαμπίδη. Η συγκεκριμένη ενότητα του πολυταξιδεμένου και καταξιωμένου, εδώ και χρόνια, εικαστικού καλλιτέχνη (που είναι περισσότερο γνωστός στο εξωτερικό απ’ ό,τι στη χώρα μας) αφορά την «Κοιλάδα των Ναών» που βρίσκεται, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, στη Σικελία, την αλλοτινή Μεγάλη Ελλάδα.

Πρόκειται για το σύγχρονο «Σημειωματάριο» ενός σημερινού και αναγνωρισμένου εικαστικού περιηγητή, στον οποίο ανατέθηκε -εκ μέρους της Ιταλίας, παρακαλώ- να φιλοτεχνήσει ένα λεύκωμα (έχει ήδη εκδοθεί από τον εκδοτικό κολοσσό DeAgostini), που να περιλαμβάνει τα ελληνικά μνημεία της παγκόσμιας ουμανιστικής κληρονομιάς, για την οποία οι Ιταλοί είναι υπερήφανοι που βρίσκονται στη χώρα τους. Σε αυτό το λεύκωμα, όπως φαίνεται μέσα από τα έργα του, ο καλλιτέχνης αποδίδει τη διαχρονική καλλιτεχνική πνοή και το πνευματικό μεγαλείο (μαζί με το «μαγευτικό δέος», σύμφωνα με την Ιταλίδα κριτικό τέχνης Agata Polizzi) των μεγαλεπίβολων αρχαιοελληνικών ναών του Ακράγαντα, στην προσπάθεια των Ιταλών να αναδείξουν την πολυτιμότητα μιας παράδοσης που τη διατηρούν ζωντανή μέχρι σήμερα, φωτίζοντας, προβάλλοντας και τονίζοντάς την, αντίθετα με εμάς, που κάνουμε καθετί για να απεμπολήσουμε ό,τι «μας φαίνεται βαρύ κι ασήκωτο».

*Ιστορικός της Τέχνης & της Θεωρίας του Πολιτισμού