Ελληνες (!) θεράπευσαν τη λευχαιμία με κολλύριο

Το υπερόπλο καταστρέφει τα κακοήθη κύτταρα, βάζει τέλος στη χημειοθεραπεία. Ελπίδες και για τον καρκίνο του μαστού

Οι οφθαλμικές σταγόνες αποδεικνύονται «υπερόπλο» στη μάχη κατά της λευχαιμίας. Επιστήμονες στη Βρετανία, με επικεφαλής ελληνικής και κυπριακής καταγωγής ερευνητές, ανακάλυψαν ότι μια δραστική ουσία που περιέχεται στα δάκρυα μπορεί να καταστρέψει επίσης τα καρκινικά κύτταρα της συγκεκριμένης κακοήθειας. 

Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Wellcome Sanger Institute, καθώς επίσης των πανεπιστημίων του Κέμπριτζ και του Νότιγχαμ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature Communications», βρήκαν ότι η εν λόγω ουσία, το SPHINX31, που στοχοποιεί ένα σημαντικό γονίδιο του καρκίνου, το SRPK1, μπορεί να εξοντώσει τα καρκινικά κύτταρα στους ασθενείς με οξεία μυελογενή λευχαιμία, χωρίς να κάνει ζημιά στους υγιείς περιβάλλοντες ιστούς. Η οξεία μυελογενής λευχαιμία (ΟΜΛ) είναι μια επιθετική μορφή καρκίνου του αίματος, που πλήττει ανθρώπους όλων των ηλικιών και συχνά απαιτεί μήνες εντατικής χημειοθεραπείας και παρατεταμένη παραμονή στο νοσοκομείο.



Εκδηλώνεται στα κύτταρα του μυελού των οστών, τα οποία σταδιακά εκτοπίζουν τα υγιή κύτταρα, με συνέπεια να αυξάνεται επίσης ο κίνδυνος σοβαρών λοιμώξεων και αιμορραγίας.

Οι θεραπείες για την ΟΜΛ ουσιαστικά είναι οι ίδιες εδώ και τρεις δεκαετίες, ενώ στην πλειονότητα των ασθενών ο καρκίνος δεν θεραπεύεται. Ενας υποτύπος της ΟΜΛ, μάλιστα, που αφορά μια μετάλλαξη στο γονίδιο MLL, έχει ιδιαίτερα κακή πρόγνωση.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τους Γιώργο Βασιλείου, Τόνυ Κουζαρίδη και Κώστα Τζελέπη, εντόπισαν το γονίδιο SRPK1, το οποίο παίζει ρόλο-κλειδί σε αυτή τη μορφή λευχαιμίας που σχετίζεται με το MLL. Η αναστολή του SRPK1, η οποία επιτυγχάνεται χάρη στην ουσία SPHINX31, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε σε κολλύριο για τη νεοαγγειακή νόσο του αμφιβληστροειδούς, «φρενάρει» την ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων στην ΟΜΛ, όπως έδειξαν τα πειράματα σε ποντίκια, χωρίς να καταστρέφει τα γειτονικά υγιή βλαστικά κύτταρα του αίματος και χωρίς άλλες ορατές παρενέργειες.

Ο δρ Κ. Τζελέπης εξέφρασε την ελπίδα ότι η μελέτη «μπορεί να είναι αποτελεσματική και σε άλλους καρκίνους, όπως ο μεταστατικός καρκίνος του μαστού».