Η λαμπρή εορτή του αθώου χωροχρόνου!

Εποχές αθωότητας και στιγμές προσμονής του θαύματος αναπολούν με νοσταλγία κορυφαίοι Ελληνες λογοτέχνες, καθώς περιγράφουν τη μαγική νύκτα των Χριστουγέννων

Από τον 
Νίκο Παπουτσόπουλο

Χριστούγεννα! Φαιδρά Χριστούγεννα! Εορτή του γάλακτος και του μέλιτος! Εορτή της γλυκείας και αθώας παιδικής ηλικίας! Πόσον με συγκινείς ακόμη με τας ωραίας αυτάς αναμνήσεις σου, παιγνίδια τερπνά οιχομένων ες αεί παιδικών χρόνων!» 

Εποχές αθωότητας και στιγμές προσμονής του θαύματος αναπολούν με νοσταλγία Ελληνες λογοτέχνες καθώς περιγράφουν τη μαγική νύχτα των Χριστουγέννων, μία και μοναδική στιγμή, όπου η οξύτητα της καθημερινής μέριμνας, μέσα από μιαν ανεπανάληπτη διαδικασία πνευματικής μεταλλαγής, υποχωρεί και, στην εορταστική πανδαισία, πρόθυμα παραχωρεί τη θέση της στη συναισθηματική φόρτιση: «Σαράντα χρόνια είχε να πατήσει σε νάρθηκα, να δει τέμπλο, εικονίσματα, μανουάλια, πολυέλαιο, καντήλια, αγιατράπεζα και παπά ντυμένον με το φελόνι του. Σαράντα χρόνια είχε ν' ακούσει το βραχνό, σουρτό ψάλσιμο του ψάλτη, ν' ακούσει ευαγγέλιο, άγια, να δει επιτρόπους να γυρίζουνε το δίσκο για βοήθεια της εκκλησίας... Και τώρα, καθώς άκουγε βραχνά και σουρτά το “Η Παρθένος σήμερον...”, ένιωθε ένα σωρό πράματα ν' αναδεύουνε μέσα του. Σαν κάτι ν' ανατάραζε τα σωθικά του... Εκλεισε τα μάτια, ακούμπησε το κεφάλι σα να προσευχόταν στις δυο απαλάμες κι αφέθηκε να πλανηθεί σ' όσα είχε απολησμονήσει...»

Σε μια συναρπαστικά πνευματική ατμόσφαιρα, «μ' ελκύει το κάτι Απώτερο, που παιδεμός ναν' τόβρω,/ ...κάτι Αλλόκοτον εμένα η προσμονή μου:/ δεν περιμένω να ορθωθεί το Εωθινό Φεγγάρι,/ ούτε του τάδε, ούτε του δείνα Αστερισμού το αχνάρι./ Δεν περιμένω την οσμή καμίας σπανίας βοτάνης,/ αλλά το Υπερουράνιο, που, θεέ μου, θα με ράνεις,/ και θα φανώ ποιμενικόν θαύμα, θα φανώ φάσμα,/ που φέρνει το Αρχαγγελικό της νύχτας τούτης άσμα./ Παρ' όλα τα τρισκόταδα, λαμπρά το παν διακρίνω,/ ώστε και θέλοντας και μη, κάτι να μεγαλύνω». Αλλωστε, «για όλα τ' άστρα, αλίμονο! δεν είναι η ματιά μας…/ Και μόνον όταν τα λαμπρά Χριστούγεννά μας θα μπουν,/ θαρρώ πως οι ακτίνες του μες στην ψυχή μου λάμπουν».

Ατμόσφαιρα πανηγυρική, καθώς απαιτεί η μεγάλη εορτή στο μέσον παγερού χειμώνα, καθώς ο «βορράς εξηγριούτο φοβερώτερος και εις τα βουνά έστιλβον αι χιόνες, και ο βορράς εμαίνετο εις το πέλαγος, όπερ παρίστα εικόνα ορχουμένων κυμάτων». Υποβλητική ψυχολογική διάθεση που διαστέλλει την αντίθεση ανάμεσα στην αγριότητα της φύσης και τη θέρμη των συναισθημάτων που αναθρώσκει πάντοτε αυτήν την εποχή, σε πείσμα των νόμων που οι άνθρωποι πάντα ψηφίζουν και πάντοτε παραβιάζουν, και που προκαλεί η αναγέννηση της ζωής με την επάνοδο του φωτός: «Για να χυθεί η αγάπη του στα πάντα με το χιόνι,/ που 'ναι κουνιά και σάβανο, σεντόνι και ξαντός,/ κι ό,τι στον κύκλο της βαθιά έχ' η ζωή μας θρέψει/ το ξαναφέρνει ολάκερο στην άμετρη σιγή,/ για να ξανοίξει μέσα του μιαν υπερούσια γέψη,/ στην πρωτινήν ανέκφραστη γυρίζοντας πηγή». Στις χειρότερες ημέρες, στους ψυχρούς μήνες, στην εποχή της ολιγοπιστίας και του ζοφερού σκότους, σε χειμώνες απελπισίας και κοινωνικής ερημίας, «είδες -μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία! Εσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ./ Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα 'χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ' αυτό».

Μια ανάσα πριν από το ευφρόσυνο άγγελμα, και καθώς η φύση προμάντευε την έλευση μιας άνοιξης διαφορετικής, μιας μαγικής αναδημιουργίας, «βγήκε στο ψηλό διάσελο. Αγνάντεψε τη μεγάλη χούνη των βουνών που ήταν γιομάτη πηχτό σκοτάδι. Είχε ξαστερώσει και τα κορφοβούνια ξεχώριζαν ανάμεσα στα σκόρπια και στ' ανάρια τ' αστεράκια. Τσουχτερό κρύο στάλαζε από γύρω του. Κι από μέσα του ανάβλυζε μυστικός τρόμος. Τα 'χασε. Κάποια συντέλεια προφήτευε η ψυχή του. Ζούσε ή δε ζούσε εκείνη την ώρα; Οπως και να 'ναι, δε θα ζήσει άλλο, ποτέ πια!»

Προσδοκία των ημερών εποχής ανέμελης, εποχής ελπίδας και παιδικής σοφίας: «Χριστούγεννα και χιονιάς να πηγαίνουν πάντα μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνασμένοι παρά φύση. Χιόνι δεν έριχνε. Μοναχά που η ατμοσφαίρα ήτανε θυμωμένη και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμιά βδομάδα ο καιρός καλοσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωί ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κι έπιασε κι έριχνε βελονιαστό χιονόνερο».

«Οξω πέφτει αδιάκοπα και πυκνό το χιόνι,/ κρύα και κατασκότεινη κι αγριωπή η νυχτιά», ή κάποτε άλλοτε, «λάμπουνε τ' ασυγνέφιαστα τα ουράνια σα ζαφείρια,/ Σαν μάτια π' αγρυπνήσανε φέγγουν τα παραθύρια», ωστόσο όλα συντελούνται γύρω από τη φάτνη, που περιτοιχίζουν ευλαβικά «οι άγγελοι κι οι Μάγοι/ και το αστέρι ολόλαμπρο μες στη συννεφιά!/ Κι οι ποιμένες, που έρχονται γύρω από τη στάνη/ Το μικρό το εικόνισμα όλ' αυτά τα φτάνει,/ μαζεμένα όλα μαζί και σφιχτά-σφιχτά».

Παραμονή της μεγάλης εορτής, και «ήδη σκοτία πανταχού ηπλούτο. Νυξ ασέληνος. Ψύχος ξηρόν εσκόρπιζεν ο ελαφρός βόρειος άνεμος και ούτε γλαυξ ούτε πτηνόν άλλο νυκτερινόν ηκούετο την παγεράν αυτήν της Παραμονής νύκτα μόνον οι παράδοξοι κροταλισμοί των καιομένων ξηρών ξύλων εκρότουν και τα πρατσαλίζοντα ενίοτε φύλλα του θυμωμένου πρίνου, εξακοντιζόμενα μακράν υπό της υποβοϋζούσης φλογός μετά σπινθήρων. Ο είς των ποιμένων, πλαγιασμένος εγγύς, ήτο σιωπηλός, αφαιρεθείς προς το ανακάχλασμα της χύτρας, ήτις τεθείσα πλέον επί δύο λίθων εν τη πυρά εμαγείρευε των Χριστουγέννων το φαγητόν, εξάγουσα από των άκρων του καλύμματος ευώδη βράζοντας κρέατος αχνόν, κινούντα την όρεξιν των ποιμένων».

Αναδρομές και περιδινήσεις και λυρικοί στοχασμοί σε εποχές που η βαθιά και ακλόνητη πίστη των απλών ποιμένων, της «αγαθής μερίδας» των ανθρώπων ανακαλεί θαύματα και οπτασίες από το παρελθόν, «ότε οι καλικάντζαροι, τα παράδοξα αυτά ελληνικά πνεύματα του δωδεκαημέρου, έρχονται εκ των ερήμων ίνα σταθμεύσωσιν ολίγας ημέρας εγγύς των ανθρώπων, εγγύς της πασχαλείου χύτρας των και της ευώδους εκ του χοιρείου παστού ανθρακιάς». Τότε που «το φως του φαναρίου, προσπίπτον απαισίως επί των ξηρών κορμών των κεκαυμένων δρυών, έδιδεν αυτοίς όψιν δαιμονίων φαντασμάτων».
Ενας αλλόκοτος χορός «Σκαλικανδζάρων, οι οποίοι συγκεντρούμενοι οικογενειακώς μετά γερόντων, ανδρών, γυναικών και παιδίων διεσπείροντο εν οργάνοις, χοροίς και τυμπάνοις εις τας οικίας της πολίχνης, καταλαμβάνοντες εν τη υψηλή κυριαρχία των τας καπνοδόχους».

«Και ήτο αληθώς η νυξ των Χριστουγέννων!», ενώ και πάλι «όξω φυσομανούσε ο χιονιάς και βογγούσανε τα δέντρα κι η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουίσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές... Αληθινά από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Ολα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που “ευλογούσανε την βρώσιν και την πόσιν”».

Παραμονή των Χριστουγέννων, η «ανεκλάλητος χαρά παγκοσμίου πανηγύρεως, ην, αφθόνως καιόμενον το θυμίαμα, ως νεφελώδης τις σκέπη, ανήγεν εις την ξυλίνην του ναού στέγην, και εκείθεν διά των χασμάδων έφερε προς το στερέωμα, εις τους θρόνους του Θεανθρώπου. Την στιγμήν εκείνην και το λεπτόν απόγαιον εναρμονίως φυσών απετέλει μυστικήν υμνωδίαν, ήτις εν τη θεσπεσία ταύτη ώρα προ του απλού των ποιμένων ομίλου και της φεγγοβολούσης εκκλησίας επανελάμβανε τους αγγελικούς ύμνους: “Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί Γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία!”».

(Αποσπάσματα κειμένων και στίχοι, κατά σειρά παράθεσης, Αλ. Μωραϊτίδη, Κ. Μπαστιά, Τ. Παπατσώνη, Α. Σικελιανού, Τ. Λειβαδίτη, Γ. Αθάνα, Φ. Κόντογλου, Τ. Αγρα, Κ. Παλαμά, Κ. Κρυστάλλη)