Από τον Ολυμπο στη Βηθλεέμ

Κάθε γέννηση είναι ένα θαύμα ή επιφάνια, μια διοσημία, ένα μήνυμα χαράς και αισιοδοξίας και μια υπόσχεση εκπλήρωσης προαιώνιας προσδοκίας

Από τον 
Νίκο Παπουτσόπουλο

Ποιμένες έκρυψαν, ανέθρεψαν και λάτρεψαν μυθικά βρέφη, που είχαν εγκαταλείψει σε όρη και σπήλαια, σε οπές της γης, ή που παρέδωσαν στα κύματα της θάλασσας, μέσα σε μικρό ξύλινο κιβώτιο, προκειμένου οι γεννήτορες να αποφύγουν δεινά, κακούς οιωνούς και προφητείες και ζοφερές προβλέψεις: ο Οιδίπους και ο Αίγισθος, ο Πελίας και ο Αμφίων, ο Κύρος και ο Ρωμύλος, ο Μωυσής.

Απλοί και αγαθοί βοσκοί, αιπόλοι, διαχειριστές και άγρυπνοι φρουροί της φύσης, παρατηρητές των σημείων των καιρών, οιωνοσκόποι, εξάγγελοι δεινών στον Χορό του αρχαίου δράματος ή ευαγγελιστές χαράς και αισιοδοξίας εμπειρικά ή συναισθηματικά προσεγγίζουν και ερμηνεύουν τα φαινόμενα, και εξιστορούν γεγονότα που φαντάζουν υπερβατικά.

Ομοιότητες στην εικαστική αποτύπωση της Γεννήσεως του Χριστού ανιχνεύονται και σε άλλες σχετικές μυθικές σκηνές, όπως οι ελεφαντοστέινες πλάκες με τον βίο του Αχιλλέα (4ος μ.Χ. αιώνας) από την αρχαία πόλη της Ελεύθερνας. Σύμφωνα με την περιγραφή του αρχαιολόγου Πέτρου Θέμελη, «σε αρχιτεκτονικό πλαίσιο που ορίζεται από δύο κίονες εικονίζεται η Νηρηίδα Θέτις, σύζυγος του Πηλέα, τυλιγμένη σε πλούσια πτυχωμένο ιμάτιο με καλυμμένο το κεφάλι ξαπλωμένη σε κλίνη. Γηραιά δούλη πλησιάζει τη λεχώνα νεράιδα της θάλασσας κρατώντας δαυλό για να φωτίσει το σκοτάδι.

Στο αριστερό της σκηνής, μια δεύτερη ανακαθισμένη δούλη κρατά στην αγκαλιά της το βρέφος Aχιλλέα, που της χαϊδεύει με το δεξί χέρι το πρόσωπο. Aνάμεσα στα πόδια της δούλης βρίσκεται βαθιά λεκάνη, όπου μόλις έκανε το πρώτο λουτρό του ο νεογέννητος ήρωας, ενώ δεξιότερα εικονίζεται μια υψηλόκορμη οινοχόη. H πλάκα B φέρει σε βαθύ ανάγλυφο την παράσταση τριών ώριμων γυναικών (Mοίρες), καθισμένων εν κύκλω σε βράχια. Oι δύο στα άκρα της σκηνής έχουν τα μέλη τους στραμμένα λοξά προς το κέντρο, ενώ η τρίτη προβάλλει ανάμεσά τους με ορατό μόνο το πάνω μέρος του κορμού της. Φορούν ποδήρεις χιτώνες και ιμάτια που πέφτουν πτυχωμένα στους μηρούς τους και φέρουν το δεξί χέρι σε οριζόντια θέση κάτω από το στήθος. H Μοίρα στα αριστερά κρατά στο υψωμένο αριστερό της βλαστό φυτού, η Μοίρα δεξιά ακουμπά το αριστερό χέρι της σε κιονίσκο».

Με εμφανείς τις επιδράσεις της αρχαίας τέχνης, στους ρωμαϊκούς χρόνους φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα προσφιλής η απεικόνιση της γέννησης και του πρώτου λουτρού θεών ή ηρώων, όπως καταδεικνύει ένας θησαυρός ψηφιδωτών, λίθινων ανάγλυφων, τοιχογραφιών και εξαίρετων έργων μικροτεχνίας. Στην «Οικία του Θησέα», στην Πάφο, αποκαλύπτεται η επιδαπέδια ψηφιδωτή απεικόνιση της γέννησης και του λουτρού του Αχιλλέα, ενώ από την «Οικία του Αιώνος», στην ίδια πόλη της Κύπρου, η παράσταση με σχεδόν όμοια πρότυπα της γέννησης του Διονύσου: εδώ, ο Ερμής -σύμφωνα με εντολή του Διός- έχει παραλάβει το βρέφος, το οποίο περιβάλλουν οι μορφές Νυμφών, του Τροφέως, της Αμβροσίας και του Νέκταρος (4ος μ.Χ. αι.). Αρχαιολόγοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια κρυπτοχριστιανική παράσταση της Θείας Γέννησης.

Στην ψηφιδωτή σύνθεση της γέννησης του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ηλιούπολη, στην κοιλάδα Μπεκάα του Λιβάνου, μια Νύμφη προετοιμάζει το λουτρό του βρέφους, ενώ οι δύο γυναικείες μορφές, που ασχολούνται με το πρώτο λουτρό του Χριστού -και διανθίζουν, ως παράπλευρο επεισόδιο-, στην ψηφιδωτή εικόνα της Γέννησης στη Μονή της Χώρας (14ος αι., Κωνσταντινούπολη), ανακαλούν αρχαία εικονογραφικά πρότυπα, τα οποία επιβιώνουν σε βάθος χρόνου ή αναβιώνουν κατά τις συνεχείς «αναγεννήσεις» των κλασικών γραμμάτων στο Βυζάντιο.

Στην εικόνα της Γέννησης του Χριστού, οι βοσκοί υποδηλώνουν τους πρώτους μάρτυρες ενός θαύματος που συντελείται μυστικά, μυσταγωγικά, καθώς επικοινωνούν με κόσμο υπερφυσικό. «Εγώ, ο Ιωσήφ» (αναφέρει το απόκρυφο Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου) «περπατούσα και είδα πρόβατα να προχωρούν και στάθηκαν ακίνητα και, όταν σήκωσε το χέρι του ο βοσκός για να τα χτυπήσει, αυτό έμεινε υψωμένο, ακίνητο». Κοντά στον μνήστορα Ιωσήφ, που απορεί και στέκει περίσκεπτος καθώς «ήττηνται της φύσεως οι όροι», αρκετοί καλλιτέχνες τοποθετούν εκτός σπηλαίου ακόμη έναν ποιμένα, μεσήλικα, ο οποίος γέρνει σε ράβδο που σε ορισμένα παραδείγματα ανθεί. Σύμφωνα με μια ερμηνεία, ο γέροντας βοσκός συμβολίζει τον πειρασμό, το πονηρό πνεύμα, ωστόσο η ανθοφορία της ράβδου παραπέμπει σε πανάρχαια λατρευτικά σύμβολα καρποφορίας και γονιμότητας της γης (άλλοτε παρουσιάζεται ο ίδιος ο διάβολος, και ο γέρος με το ραβδί είναι σχεδόν πάντα δυσειδής). Ράβδο έφεραν και οι ιερείς του Διονύσου, του καλού ποιμένα ή του σωτήρος, την αναγέννηση του οποίου συνήθιζαν να εορτάζουν οι Ελληνες τις ημέρες του χειμερινού ηλιοστασίου.

Σε σπήλαιο παρεδόθη ο Διόνυσος ως βρέφος, όπως σε σπήλαιο της Ιδης και ο πατέρας του Ζευς, με την ίδια τροφό, την αρχέγονη μητέρα της ζωής, τη Γαία. To Κωρύκειο Αντρο λειτουργούσε ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα ως ιερό μεγάλης εμβέλειας, όπως καταδεικνύουν κατάλοιπα πολλών αναθημάτων. Είχαν συνδέσει τα σπήλαια, χώρους σκοτεινούς και περίκλειστους, με πρωτόγονες μνήμες καταφυγής και μύησης στο μέγα μυστήριο της ζωής και του θανάτου.

Σημεία αναφοράς φόβου και ικεσίας στη σκιά και στο σκότος, απομόνωσης και αποκλεισμού από τον κόσμο των αισθήσεων, μακρινοί πρόγονοι κέντρων λατρείας του Πανός και των Νυμφών, των ναών αργότερα, που αφιέρωσαν στους θεούς. Σύμφωνα με τον Δημήτριο Δ. Τριανταφυλλόπουλο, «αυτά τα σπήλαια, οι θεραπαινίδες, οι βοσκοί εμφανίζονται μετά την Εικονομαχία». Στην παλαιοχριστιανική τέχνη έχουμε άλλη σκηνοθεσία, λ.χ. ψηφιδωτά στη S. Maria Maggiore της Ρώμης, ανάγλυφο Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών από τη Νάξο. Προφανώς μεσολαβεί η «μακεδονική αναγέννηση», με τις έντονες ροπές για τον αρχαίο κόσμο. (Γενικά για τα μυθολογικά θέματα και την επιβίωσή τους στη βυζαντινή τέχνη, βλ. K. Weitzmann, «Greek Mythology in Byz. Art».

Σε σπήλαιο συντελείται με θαυμαστό τρόπο η Γέννηση του Χριστού. Ενα πλήθος γεγονότων, που αποδίδεται σε θεϊκή παρέμβαση, σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας εποχής, ενισχύει την ελπίδα για μια «εκτός σπηλαίου πορεία» προς την αλήθεια και το φως, ταυτόχρονα με τη λύτρωση, την αποδέσμευση από την περίφρακτη περιοχή των φαινομένων. Αλλωστε, κάθε γέννηση είναι ένα θαύμα ή επιφάνια, μια διοσημία, ένα μήνυμα χαράς και αισιοδοξίας και μια υπόσχεση εκπλήρωσης προαιώνιας προσδοκίας.