Η ΓΝΗΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΟΘΕΥΤΗ ΗΠΕΙΡΟΣ

Παράδοση και νεωτερικότητα εξακολουθούν να συνυπάρχουν στα Γραμμενοχώρια 
Το όμορφο χωριό που άφησε άφωνο ακόμη και τον πρέσβη των ΗΠΑ Τζέφρι Πάιατ

Από τον
Μανώλη Κοττάκη

Την Ηπειρο μου τη γνώρισε ο πατέρας μου. Εκείνος επέμενε να εγκαταλείπουμε το νησί τους Αύγουστους και να γνωρίζουμε την άλλη Ελλάδα. Τη Μακεδονία πρώτα, την Ηπειρο μετά, την Πελοπόννησο έπειτα, την Κρήτη στο τέλος. Από την Ηπειρο των παιδικών μου χρόνων αναπολώ τον επιβλητικό γέροντα με την κάπα, τον παππού Μήτσο, μέσα στην πλατεία του -παρθένου τότε από πολυκοσμία- Μετσόβου. Το Μουσείο του Βρέλλη, το Νησί στη λίμνη και το κάστρο στα Ιωάννινα. Τα στρατιωτικά φυλάκια στην Κόνιτσα. Την «μπακαλοταβέρνα» στα Πράμαντα. Την απεραντοσύνη της Πίνδου. Και, βεβαίως, τα γεφύρια. Τα άπειρα γεφύρια. Υπάρχει άραγε σήμερα αυτή η γνήσια, ανόθευτη, αγέρωχη Ηπειρος; Η Ηπειρος της ευεργεσίας, της προκοπής, των προσώπων με το καθαρό βλέμμα και τα ωραία μάτια; Εκανα μόλις τέσσερις ώρες δρόμο το προπερασμένο Σαββατοκύριακο μέσω της νέας Ιονίας Οδού για να την αναζητήσω και να την ανακαλύψω εκ νέου. Και η απάντηση είναι «ναι, ασφαλώς και υπάρχει». Ευτυχώς που υπάρχει. Και δεν παύει να με γοητεύει. Και για τον τρόπο που αντιστέκεται στον χρόνο αλλά και για τον τρόπο που προσαρμόζεται στον χρόνο. Επισκέφθηκα τον Λύγγο Γραμμενοχωρίων. Ενα μικρό χωριό που ανήκει στον Δήμο Ζίτσας και βρίσκεται 28 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων σε υψόμετρο 760 μέτρων. Κατοικούν σε αυτό μόλις 33 κάτοικοι. Λίγοι, αλλά αρκετοί για να κρατούν ψηλά τη σημαία της παράδοσης, ώστε να θυμόμαστε από ποιους παραλάβαμε τη σκυτάλη. Λίγοι, αλλά αρκετοί επίσης για να χαράσσουν τις γραμμές της νεωτερικότητας, να μεταμορφώνουν το παλαιό σε καινούργιο για να πηγαίνει ο τόπος τους μπροστά.

Στον Λύγγο γνώρισα τη συνταξιούχο δασκάλα Μιράντα Παπαϊωάννου. Δασκάλα εκείνη, δάσκαλος και ο σύζυγος, με τέσσερα παιδιά, τρεις υιούς και μια κόρη, αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό μετά την αφυπηρέτησή της από την Εκπαίδευση και να επικεντρωθεί στο να φυλάξει τον πλούτο της ιστορικής μνήμης. Και το ωραιότερο, παρέσυρε και τα παιδιά της να ασχοληθούν με το χωριό. Τον Νικόλα, ο οποίος το 2007, όταν το χρήμα «χόρευε» στην Αθήνα και οι Σειρήνες του lifestyle ηχούσαν δαιμονιωδώς στα αυτιά του, έκανε πως δεν άκουσε, πήρε τον δρόμο της επιστροφής και ανέβηκε στη μέση του πουθενά για να ανοίξει ένα παραδοσιακό μπιστρό: Με... γαλοτύρι και γαλλική μουσική. Μα, παρέσυρε και τον άλλο υιό της, τον Βαγγέλη, ο οποίος ασχολείται με τα βότανα και κάθε χρόνο οργανώνει στο χωριό τους ορεινούς αγώνες αλληλεγγύης. Ανεβαίνοντας στις στροφές για τον Λύγγο και αντικρίζοντας τους βοσκούς και τα πρόβατα, μόνο προετοιμασμένος για να συναντήσω αυτό που συνάντησα δεν ήμουν. Οπως είμαι βέβαιος ότι δεν ήταν και ο πρέσβης Τζέφρι Πάιατ, ο οποίος -όπως πληροφορήθηκα- επισκέφθηκε πρόσφατα το χωριό συνοδευόμενος από τον δήμαρχο Ιωαννίνων και έφυγε γοητευμένος. Ή και κορυφαία στελέχη του ΔΝΤ, που πήγαν ινκόγκνιτο στον Λύγγο, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Το κοντράστ είναι εντυπωσιακό. Πρώτα συναντάς το μουσείο που δημιουργήθηκε από το υστέρημα των μελών του τοπικού Εξωραϊστικού Συλλόγου, χωρίς την παραμικρή κρατική βοήθεια το 2004 - σημειώνω τη χρονιά διότι έχει σημασία ο χρόνος που επιλέγουμε να κάνουμε κάτι στη ζωή: Τη χρονιά που όλα τα βλέμματα κοιτούσαν στο αστραφτερό λεκανοπέδιο, το βλέμμα της κυρίας Μιράντας κοιτούσε προς το μαγικό βουνό. Και τι έκπληξη! Να βλέπεις τα αντικείμενα, να τα χαϊδεύεις, να τα περιεργάζεσαι και να ανακαλύπτεις μια Ελλάδα που κάποτε υπήρξε, σήμερα δεν υπάρχει, αλλά το πνεύμα της, το πνεύμα του κοινοτισμού (που την κράτησε όρθια) περιέργως υπάρχει ακόμη στις ψυχές μας. Οπου κοινοτισμός ίσον πρόεδρος (εξουσία) - δάσκαλος (Εκπαίδευση) - παπάς (θρησκευτική παράδοση). Με αυτά τα όπλα νικήσαμε τη φτώχεια! Κοιτώ τα ξύλινα μαθητικά θρανία, την ελληνική σημαία με την επιγραφή «Βασίλειο της Ελλάδος», κοιτώ την προτομή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κοιτώ τη μικροσκοπική έδρα του δασκάλου, τις μάλλινες τσάντες «ταγάρια» των μαθητών, τα βιβλία, τον αργαλειό, γυρίζω στην Ελλάδα του 1950 και σκέφτομαι: Ναι, αυτό το σύστημα, μέσα στην καρδιά των παρεξηγήσεων που άφησε πίσω του ο Εμφύλιος, τα κατάφερε: Εφτιαξε ωραίους Ελληνες.

Κοιτάζω τα άμφια του παπά κρεμασμένα, βλέπω και τον ίδιο τον παπά σε φωτογραφία «πορτρέτο» στον τοίχο και λέω «δεν μπορεί, τώρα θα ξεπεταχθεί το πρόσωπό του μέσα από τα άμφια» και θα μας πει τον... εξάψαλμο. Κοιτάζω τον σοφρά, το τραπέζι του φαγητού με τα χαμηλά πόδια, μόλις 40 εκατοστά ύψος, και δεν φαντασιώνομαι μόνο μια ηπειρώτικη οικογένεια γονατιστή γύρω από αυτόν να δειπνεί. Αλλά σκέφτομαι ότι σε αυτό το χαμηλό στρογγυλό τραπέζι ζύμωναν κάποτε πρόσφορα για την εκκλησία, ζύμη για πίτες, φύλλα για γλυκό, σαν και αυτά που πωλεί ένα κατάστημα στα Ιωάννινα και έχει κάθε μέρα ουρά πελατών. Αυτή είναι η πατρίδα μας -λέω μέσα μου-, μπορείς να τη διαβάσεις και από τα αντικείμενά της, καμιά φορά δεν χρειάζονται οι άνθρωποι. Είναι η Ελλάδα γύρω. Στρογγυλή, κυκλωτική, μια αγκαλιά, όπως οι παρέες της. Μα, και όταν τελειώνει η ξενάγηση στο μουσείο και πάω στο μπιστρό του Λύγγου, το KoZmos, με τους σοφράδες, τις φλοκάτες, το τζάκι, το εορταστικό πιάτο με πρασοσέλινο και τη... γαλλική μουσική, η δασκάλα μού λέει ιστορίες για τους ανθρώπους. Πως ο υιός της Βαγγέλης προσπάθησε να βάλει στους φετινούς ορεινούς αγώνες τον κόσμο στο πνεύμα της αλληλεγγύης, να τρέξει κουβαλώντας βάρος, γιατί η ζωή καμιά φορά τα φέρνει έτσι που πρέπει να σώσουμε ακόμη έναν εκτός από τον εαυτό μας. Ο υιός της Νικόλας μού λέει πως δεν του βάστηξε καρδιά να κάνει την καθιερωμένη εορτή της επιχείρησής του κάτω από τον πλάτανο τον Αύγουστο, την ημέρα που καιγόταν κόσμος στο Μάτι.

Ακούω τη σύμβουλο τουριστικής ανάπτυξης Ελενα Κατσάρη να μου λέει: «Η μοναδικότητα κάθε τόπου, κάθε προορισμού και κάθε ανθρώπου είναι οι αντιθέσεις του». Ακούω τους ιατρούς Μπέση, Παπαδοπούλου και Παπακώστα, που έχουν ανέβει με τις παρέες τους στο βουνό για τσίπουρο, να μου μιλούν για την πολιτική και τους πολιτικούς από απόσταση. Πρωί Δευτέρας, κατά την αναχώρησή μου από το κλασικό και φιλόξενο Du Lac της οικογένειας Νιτσιάκου, παρατηρώ τα άψογα ελληνικά του σαραντάρη ρεσεψιονίστ, ο οποίος μου μιλά με αγάπη για την εφημερίδα μας και σκέφτομαι ακόμη μία φορά: Εχει μέλλον ο τόπος μας και ας τον θεωρούν κάποιοι ξεγραμμένο. Αν πας στα Γραμμενοχώρια, το νιώθεις. Γραμμένοι είμαστε, όχι ξεγραμμένοι. «Γράφουμε».