Στιγμές στα ίχνη του Ετους

«Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών», σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη, ή μια αέναη σειρά απειροελάχιστων στιγμών ενός παρόντος που αναιρεί το παρελθόν και το μέλλον

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Η σφαίρα αιωρείται στο άκρο επιμήκους νήματος, στηριγμένου στον τρούλο του χοροστασίου, και γράφει τις πλατιές ταλαντώσεις με ισόχρονη μεγαλοπρέπεια. Και ο χρόνος του ταξιδιού από τον έναν πόλο στον άλλον είναι αποτέλεσμα μιας μυστηριώδους συνωμοσίας των πιο άχρονων μέτρων, της μοναδικότητας του σημείου εξάρτησης, της δυαδικότητας μιας αφηρημένης διάστασης, της τριαδικής φύσης του αριθμού «π», του μυστικού τετραγώνου της ρίζας, της τελειότητας του κύκλου.

Ενας μαγνητικός μηχανισμός στέλνει τις επικλήσεις του σε έναν κύλινδρο κρυμμένο στο κέντρο της σφαίρας για να εξασφαλίζει τη συνέχεια της κίνησης. Και η χάλκινη σφαίρα αναδίδει χλομές λάμψεις, που μεταβάλλονται καθώς τη χτυπούν οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου που γλιστρούν από τα υαλοστάσια.

Αν, όπως άλλοτε, έφθανε να χαϊδέψει με την ακίδα της ένα στρώμα υγρής άμμου που είχαν απλώσει στο δάπεδο του χοροστασίου, θα χάραζε με κάθε ταλάντωση ένα αχνό αυλάκι στο χώμα, και το αυλάκι, καθώς κάθε στιγμή θα άλλαζε κατεύθυνση, θα πλάταινε όλο και περισσότερο με μορφή ρήγματος, κοιλότητας, και θα επέτρεπε να γίνει εμφανής μια ακτινοειδής συμμετρία, μια ιστορία, ένα ίχνος, μια μορφή στον χρόνο, στην αιωνιότητα με μια αέναη κίνηση. Αυτήν ακριβώς την αργόσυρτη ακολουθία μετακινήσεων του κόσμου στον χρόνο καταγράφει το «Εκκρεμές του Φουκό» στο Μουσείο Τεχνών και Επιτηδευμάτων (Arts et Metiers), στο Παρίσι, όπως περιγράφει και ο Ουμπέρτο Εκο στο ομώνυμο μυθιστόρημα: «Το βλέμμα μου δεν στρεφόταν στη γη, αλλά εκεί ψηλά, όπου δοξαζόταν το μυστήριο της απόλυτης ακινησίας. Το Εκκρεμές μού έλεγε ότι, μολονότι όλα κινούνταν, η υδρόγειος σφαίρα, το ηλιακό σύστημα, τα νεφελώματα, οι μαύρες τρύπες και όλα τα τέκνα της κοσμικής εκπόρευσης, από τα πρώτα θεία όντα ως την πιο ιξώδη ύλη, ένα μοναδικό σημείο παρέμενε ιδεατός πείρος, σφήνα, γάντζος, και άφηνε το σύμπαν να κινείται γύρω του».

«Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών», σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη, ή μια αέναη σειρά απειροελάχιστων στιγμών ενός παρόντος που αναιρεί το παρελθόν και το μέλλον, στιγμών που συνθέτουν και παρακολουθούν τον βίο, όπως καθορίζει η εναλλαγή των εποχών ή των σημαντικών περιόδων, καθώς διαγράφουν κυκλική τροχιά και προσδιορίζουν το έτος. Από το χάος κενότητας στη συνείδηση του μύθου, ως αφετηρία αντίληψης χώρου και χρόνου, σημαντικών στιγμών εορτής και τελετουργίας, διηγήσεων και ονομάτων, που ανακαλούνται κυκλικά, όπως ακριβώς και η εναλλαγή των ωρών του έτους που θεμελίωσε τις κοινωνικές δομές. Ο Πλάτων υποστήριξε ότι ο χρόνος, σύμφυτος με τον ουρανό, είναι η κινητή εικόνα της αιωνιότητας που μιμείται την αιωνιότητα και κινείται ρυθμικά σε κύκλους. Ο Θεός έπλασε τον Ηλιο και τη Σελήνη και τους αστέρες, τους πλανήτες, προκειμένου να καθορίζουν τους χρόνους και να τηρούν την ισορροπία. Ο Πλωτίνος είχε συνδέσει τον χρόνο με την ψυχή και την αιωνιότητα: Ο χρόνος είναι η ζωή της ψυχής και την παρακολουθεί από τη μια κατάσταση σε άλλη.

Ενας νέος χρόνος ή ακόμα μία εμπειρία, μια νέα παραίσθηση, ένα νέο τέχνασμα της στιγμής, όπως ένας στίχος, μια μελωδία, μια μοναδική στιγμή που αποτύπωσε ο τεχνίτης σε ένα και μοναδικό έργο τέχνης. Μία και μοναδική στιγμή χωρίς διάρκεια, μια «σύμβαση της χωροποίησης του χρόνου», όπως είχε υποστηρίξει ο Henri Bergson, μια «παρωδία της άχραντης διάρκειας ο χρόνος», σύμφωνα με τον Νίκο Καρούζο.

«Μονοτονία: Την μια μονότονην ημέραν άλλη/μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν/τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι,/οι όμοιες στιγμές μάς βρίσκουνε και μας αφίνουν./Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα./Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·/είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα./Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει» (Κ. Π. Καβάφης).

«Ενας νέος χρόνος ήρθε. Εκείνος, ακάλεστος, ξένος - τι ζητούσε;/Εμείς δε θέλαμε να δούμε, ν' ακούσουμε, να τον αφουγκραστούμε./Το σκονισμένο του ρούχο ελεητικό -δε ζητούσαμε εμείς ευσπλαχνία-/τα λιωμένα παπούτσια του απαιτούσαν συμπάθεια -δεν είχαμε εμείς να δώσουμε τίποτα-/ξένος, ακάλεστος, αμέτοχος στη λύπη μας,/ήρθε να λυπηθεί εμάς. Πίσω από τα σκονισμένα γένια του/τρεμοφέγγιζαν τ' αστέρια του χαμόγελου/μ' αυτή την αυταρέσκεια της επιείκειας, με τη συγκατάνευση/της αρχαίας δοκιμασίας του, σα νάλεγε: “Κι αυτό θα περάσεἰ̓» (Γ. Ρίτσος).

Ο μύθος του αρχέγονου χρόνου, του ακαταμάχητου και αγέραστου, αόρατου και αινιγματικού, αναβιώνει μέσα από έναν επίσης αρχαίο εορταστικό κύκλο αναδημιουργίας και ανανέωσης για να συνδέσει ένα παρελθόν με τον μέλλοντα χρόνο, με την αιωνιότητα. «Ο χρόνος, σκέφτομαι, ίσως είναι μια αργοπορημένη τιμωρία - για ποιο πανάρχαιο σφάλμα!/Βράδιαζε. Ανοιξα το παράθυρο κι αφουγκράστηκα μακριά το αιώνιο παράπονο του κόσμου./Ετσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από 'να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ…» (Τ. Λειβαδίτης).

Ωστόσο, από την αυγή της δημιουργίας του κόσμου, «ο τωρινός ο χρόνος κι ο περασμένος χρόνος είναι ίσως και οι δυο παρόντες στον μελλούμενο χρόνο. Κι ο μελλούμενος χρόνος περιέχεται στον περασμένο χρόνο» (Τ. Σ. Ελιοτ), καθώς παραμένει πάντα, είτε σε στάση ψυχής είτε σε κυκλική τροχιά ή σε διαρκή ευθεία κίνηση, ακόμη ένα νέο έτος για τον κόσμο στην αιωνιότητα.

«Ο χρόνος είν' ακόμη για σένα/θρίαμβος/και σου τον εύχομαι πάντα» (Νίκος Καρούζος).