Το βίωμα του χρόνου

Στη νεότητά μας ο χρόνος είναι άχρονος επειδή αισθανόμαστε αθάνατοι

Από τον 
Παντελή Βασματζίδη*

Ο χρόνος είναι μια αλληλουχία στιγμών, πράξης ή απραξίας, έντασης ή σιωπής, μουσικής ή παραφωνίας, που οδηγούν στην ανάπτυξη του ατόμου, στην εξέλιξη της προσωπικότητάς του και στη διαμόρφωση της πορείας του. Ο άνθρωπος, κινούμενος ανάμεσα στην ανάμνηση του παρελθόντος και στην ελπίδα του μέλλοντος, προσπαθεί να ενώσει τις διαφορετικές στιγμές σε ένα ενιαίο όλο, προσδοκώντας την αιωνιότητα ενάντια σε άγχη αφανισμού και θανάτου. Η αίσθηση του χρόνου είναι υποκειμενική και ανάλογη με τα δρώμενα. Οι ευτυχισμένες στιγμές τρέχουν σαν αστραπή, ενώ η θλίψη κυλά σαν αργόσυρτο ποτάμι. Στη νεότητά μας ο χρόνος είναι άχρονος επειδή αισθανόμαστε αθάνατοι μέσα από αμυντικές λειτουργίες.

Από ψυχολογικής άποψης, η εμπειρία του χρόνου βασίζεται στην καταγραφή της διαδοχής των γεγονότων. Τόσο το παρελθόν όσο το παρόν και το μέλλον είναι στατικές και γραμμικές έννοιες, εμπειρίες αίσθησης του χρόνου που αλληλοδιαμορφώνονται και επηρεάζονται από ενδοψυχικές δυνάμεις. Προκειμένου να αποκτήσει το βρέφος την έννοια του χρόνου, πρέπει να περάσει από μία διαδικασία σύμφωνα με την οποία προσλαμβάνει τη μητέρα ως αντικείμενο ικανοποίησης ή ματαίωσης των απαιτήσεών του. Ετσι, με την απαρτίωση των «καλών» και των «κακών» εμπειριών αναπτύσσεται η αναγνώριση του παρελθόντος ως εμπειρία.

Ο χρόνος, αυτός καθαυτός, είναι μία αυθαίρετη θεώρηση του ανθρώπου. Αποτελεί μία προβολή της εσωτερικότητάς του, μία αναπαράσταση των ψυχολογικών συγκρούσεών του και της αποδοχής των αντιφατικών ενορμήσεών του. Αποδεχόμενοι τον χρόνο, αποδεχόμαστε τον εαυτό μας και τη ζωή με τις ματαιώσεις, τις αντιφάσεις και τους περιορισμούς της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο χρόνος ανθρωπομορφοποιείται και καθίσταται σύμμαχος, αλλά ταυτόχρονα και δυνάστης. Μία «αρκετά καλή μητέρα» μέσω της ικανοποίησης των αναγκών του βρέφους για πείνα, δίψα, αγκαλιά και λίκνισμα γίνεται φορέας και εκφραστής του χρόνου του. Αυτός ο χρόνος, σημαντικός σύμμαχος στη δόμηση της σχέσης τους, μπορεί να καταστεί δυνάστης για το βρέφος, όταν δεν ικανοποιείται, αλλά και για τη μητέρα, που υποχρεώνεται να το φροντίζει περιορίζοντας τον προσωπικό της χρόνο.

Σε πολλές ψυχοπαθολογικές καταστάσεις ο χρόνος βιώνεται διαφορετικά. Στους σχιζοφρενείς είναι ακίνητος, παγερός, σιωπηλός, χαοτικός, χωρίς παρελθόν και μέλλον. Στους καταθλιπτικούς ο χρόνος ταυτίζεται με τον ίδιο τον εαυτό τους, επειδή το μέλλον κατακλύζεται και παγιδεύεται από το παρελθόν. Στους αγχώδεις το αίσθημα του χρόνου εμπεριέχει ένα αμετάκλητο παρελθόν και ένα αγωνιώδες μέλλον. Στους ψυχαναγκαστικούς υπάρχει δυσκολία στην αντίληψη του χρόνου.

Από μεταφυσικής άποψης, το ερώτημα για τη σχέση του Είναι με τον χρόνο βρίσκεται στην καρδιά της φιλοσοφίας της θρησκείας. Το κρίσιμο οντολογικό δίλημμα στην προκείμενη περίπτωση είναι αν μπορούμε να κάνουμε λόγο περί του Θεού (θεολογία) με ή χωρίς τον χρόνο (εσχατολογία). Ως εσχατολογία νοείται ο περί εσχάτων λόγος, δηλαδή ο λόγος περί του χρόνου και της Ιστορίας.

Στον ιουδαϊσμό, οι οντολογικές προτιμήσεις του εβραϊκού κοσμοειδώλου είναι ο χρόνος αντί του χώρου, η Ιστορία αντί της φύσης και η εσχατολογία αντί της κοσμολογίας. Η οντολογική προτεραιότητα του χρόνου οδήγησε τους Ισραηλίτες να καλλιεργήσουν την επιστήμη του χρόνου, δηλαδή την Ιστορία, η οποία χαρακτηρίζεται από σκοπιμότητα και κατεύθυνση προς το μέλλον. Ετσι, αντιλαμβάνονται τον χρόνο σαν βέλος που έχει αφετηρία τη γέννηση του φωτός και πέρας την έλευση του Μεσσία στο μέλλον.

Αντίθετα, οι Ελληνες διακρίθηκαν στην επιστήμη του χώρου, στα μαθηματικά, στη γεωμετρία και την αστρονομία. Το περιεχόμενο του κόσμου είναι γι’ αυτούς κατά πρώτο λόγο χωρικό, ενώ για τους Ισραηλίτες κυρίως χρονικό. Στην άποψη ότι οι Ελληνες είναι οι δημιουργοί της επιστήμης της Ιστορίας (Ηρόδοτος, Θουκυδίδης) δίνεται ως αντίλογος το γεγονός ότι η ιστορική αντίληψη του Ελληνισμού δεν είναι εξελικτική, αλλά επαναληπτική. Δηλαδή, δεν πρόκειται για μια ευθύγραμμη προοδευτική διαδικασία προς τα πρόσω, αλλά για μια αέναη και αιώνια επανάληψη του ομοίου, δίχως απρόβλεπτα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι εμφανές ότι οι Ελληνες αντιλαμβάνονται τον χρόνο σαν κύκλο.

Η χριστιανική εσχατολογία διαθέτει δύο κέντρα·· το ένα στο παρελθόν (Ενσάρκωση, Πρώτη Παρουσία) και το άλλο στο μέλλον (Κρίση, Δευτέρα Παρουσία). Αντί για τη μονοδιάστατη ιουδαϊκή εσχατολογία ο χριστιανισμός έχει δυσδιάστατη θεολογία με την ένταση ανάμεσα στις δύο Παρουσίες. Για τον χριστιανό ο χρόνος είναι ένας κοχλίας που κάνει κυκλικές κινήσεις, αλλά κινείται ευθύγραμμα· εξελίσσεται, μολονότι μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του σαν τη βίδα.

Ο Οσκαρ Κούλμαν, θεολόγος γερμανικής καταγωγής, στο έργο του «Χριστός και Χρόνος» (1946) επιχειρεί να καταδείξει την εσώτατη συνάφεια Θεού και χρόνου, Χριστού και Ιστορίας, οντολογίας και εσχατολογίας. Αναφορικά με τα παραπάνω, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι στον χριστιανισμό ισχύει το «Χριστός και Χρόνος», στον ιουδαϊσμό το «Χρόνος χωρίς Χριστό» και στον αρχαίο Ελληνισμό το «Ούτε Χριστός ούτε Χρόνος».

*Συγγραφέας - Ψυχίατρος