Οταν τα οστά και οι αρθρώσεις γερνούν...

Σημαντικό ποσοστό των Ελλήνων επισκέπτεται τον γιατρό του με προβλήματα στις αρθρώσεις, μια κατάσταση που προκαλεί πόνο, απώλεια εργατοωρών, κακή ποιότητα ζωής και πρόωρη συνταξιοδότηση• Με την υπογραφή του Μιχάλη Κεφαλογιάννη

Ηοστεοαρθρίτιδα είναι η συχνότερη πάθηση των αρθρώσεων και πλήττει περισσότερο τις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες, ενώ η συχνότητά της αυξάνει με την πρόοδο της ηλικίας. Πρόκειται για μια ομάδα ανατομικών ανωμαλιών που συνεπάγονται την υποβάθμιση της λειτουργικότητας της άρθρωσης. Εκτιμάται ότι το 80% του πληθυσμού έχει ακτινολογικά στοιχεία της οστεοαρθρίτιδας από την ηλικία των 65 ετών, αλλά μόνο το 60% θα εμφανίσει συμπτώματα. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πόνο στις αρθρώσεις, ευαισθησία, δυσκαμψία και ύδραρθρο (διάχυση υγρού στην περιοχή της άρθρωσης). 

«Ο πόνος περιγράφεται γενικά ως απότομο άλγος ή μια αίσθηση καψίματος στους συνδεόμενους μυς και τένοντες. Επίσης, ο ασθενής μπορεί να νιώσει έναν θόρυβο σαν τρίξιμο, όταν η πληγείσα άρθρωση μετακινείται ή την αγγίζουμε, και οι ασθενείς μπορεί να βιώσουν σπασμό μυών και συσπάσεις στους τένοντες» εξηγεί ο Ιωάννης Αναστασίου, χειρουργός - ορθοπεδικός, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών.

▲ Τα αίτια
Μια ποικιλία αιτίων -κληρονομικά, αναπτυξιακά, μεταβολικά, μηχανικά- μπορεί να κινήσει διαδικασίες που οδηγούν σε απώλεια του χόνδρου. Ετσι, όταν οι επιφάνειες των οστών είναι λιγότερο καλά προστατευμένες από χόνδρους, τα οστά είναι δυνατόν να εκτεθούν και να καταστραφούν. Οποιαδήποτε άρθρωση μπορεί να επηρεαστεί, αλλά κυρίως επηρεάζονται τα άνω και τα κάτω άκρα, η σπονδυλική στήλη και οι αρθρώσεις μεγάλου φορτίου, όπως η άρθρωση του ισχίου και του γόνατος. «Καθώς η οστεοαρθρίτιδα προχωράει, οι αρθρώσεις που επηρεάζονται φαίνονται οιδηματώδεις, σκληρές και επίπονες, και συνήθως ακόμα και μια ήπια χρήση τις επιδεινώνει. Σε μικρότερες αρθρώσεις, όπως στα δάχτυλα, μπορεί να σχηματιστούν σκληρές οστεώσεις - διευρύνσεις, που ονομάζονται οζίδια και περιορίζουν την κίνηση των δαχτύλων σημαντικά, ενώ τα δάχτυλα φαίνονται πρησμένα» επισημαίνει ο κ. Αναστασίου.

Το μεγάλο σωματικό βάρος και η απώλεια της δύναμης των μυών που υποστηρίζουν τις αρθρώσεις παίζουν καθοριστικό ρόλο. «Για αυτό και η σωστά επιλεγμένη και σωστά εκτελεσμένη άσκηση ανάλογα με την ηλικία, το βιολογικό υπόστρωμα και τον βαθμό εκφύλισης των αρθρώσεων παίζει καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη των εκφυλιστικών αλλοιώσεων στις αρθρώσεις. Η διατήρηση, επίσης, χαμηλού σωματικού βάρους και κυρίως χωρίς κιλά από περιττό λιπώδη ιστό είναι καθοριστική για να διατηρούμε τις αρθρώσεις μας σε όσο το δυνατόν καλύτερη κατάσταση. Βέβαια, πάντα η ηλικία παίζει τον ρόλο της, καθώς, όπως ο άνθρωπος μεγαλώνει, η περιεκτικότητα του χόνδρου σε νερό μειώνεται, με αποτέλεσμα τη μικρότερη ελαστικότητα» λέει ο κ. Αναστασίου.

Φλεγμονή του αρθρικού υμένα μπορεί, επίσης, να προκύψει σε μικρότερο βαθμό από τις ρευματοπάθειες, ενώ σειρά μελετών έχει δείξει ότι τουλάχιστον στις μισές περιπτώσεις καθοριστικό ρόλο παίζουν γενετικοί - κληρονομικοί παράγοντες.
Κυρίαρχο στοιχείο της θεραπείας, ειδικά στις πιο ελαφριές μορφές της οστεοαρθρίτιδας, είναι η αλλαγή του τρόπου ζωής, με απώλεια βάρους και άσκηση. «Η μέτρια διαβαθμισμένη και σωστά προσαρμοσμένη σωματική άσκηση μπορεί να βελτιώσει γρήγορα τα μαλακά μόρια (μύες, τένοντες, σύνδεσμοι), με συνέπεια την επιβράδυνση ή και την αναστροφή σε κάποιο βαθμό των συμπτωμάτων της οστεοαρθρίτιδας» τονίζει ο κ. Αναστασίου. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις ένα ειδικό πρόγραμμα φυσικοθεραπειών μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη λειτουργικότητα και, το πιο σημαντικό, στη μείωση των πτώσεων στα ηλικιωμένα άτομα.

▲ Τα σκευάσματα

Η φαρμακευτική αγωγή έχει, επίσης, θέση στην αντιμετώπιση της νόσου. Συστήνονται σκευάσματα με βάση την παρακεταμόλη και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη για πιο σοβαρά συμπτώματα. «Είναι αρκετά αποτελεσματικά, όμως το υψηλό ποσοστό των παρενεργειών από το πεπτικό και το καρδιαγγειακό δεν επιτρέπουν τη μακροχρόνια χορήγηση. Επίσης, υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα ΜΣΑΦ για τοπική χρήση, αλοιφές, έλαια με μικρότερη θεραπευτική δράση αλλά λιγότερες συστηματικές παρενέργειες» επισημαίνει ο ίδιος. Οπιοειδή αναλγητικά, όπως μορφίνη και φαιντανύλη, βελτιώνουν τον πόνο, έχουν όμως και αυτά σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και προκαλούν εθισμό, γι’ αυτό και δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται σε τακτική βάση. Επίσης, συχνή είναι η ενδαρθρική έγχυση υαλουρονικού και η από του στόματος χορήγηση θειικής γλυκοζαμίνης, ενώ λιγότερο συχνά χρησιμοποιούνται τα στεροειδή (κορτιζόνη), οι εγχύσεις βλαστοκυττάρων και πλάσματος πλούσιου σε αιμοπετάλια (PRP).

Εναλλακτικές θεραπείες μπορεί να βοηθήσουν στη μείωση του πόνου, όπως τεχνικές ηλεκτρικής διέγερσης, βελονισμός, λήψη Ω-3 λιπαρών οξέων και κολλαγόνου, αλλά τα αποτελέσματα αποδεικνύονται φτωχά και αμφισβητήσιμα.
Σε ασθενείς με σημαντική αναπηρία και επίμονο άλγος τη λύση δίνει το χειρουργείο, με ολική αθροπλαστική, όπου γίνεται επανακατασκευή της άρθρωσης.

Μία άλλη συχνή πάθηση είναι η σπονδυλοδισκαρθροπάθεια, δηλαδή η εκφύλιση των σπονδύλων, των μεσοσπονδύλιων δίσκων και των σπονδυλικών αρθρώσεων. Το κυριότερο σύμπτωμα, εκτός του τοπικού - εστιακού πόνου στη σπονδυλική στήλη, είναι η οσφυοϊσχιαλγία, που αφορά το άλγος στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης με επέκταση προς τα κάτω άκρα. Το 80% των ανθρώπων εμφανίζει συμπτώματα κάποια στιγμή στη ζωή του, ενώ ενοχοποιείται για το 25% των προσωρινών αναπηριών και το 40% των μονίμων.



Συχνά η εκφύλιση αρχίζει από έναν ή περισσότερους μεσοσπονδύλιους δίσκους (δισκοκήλη) και στη συνέχεια ακολουθεί εκφύλιση των σπονδυλικών αρθρώσεων, που προκαλεί αστάθεια και στένωση του σπονδυλικού σωλήνα. Μία κήλη δίσκου μπορεί ταυτόχρονα με την οσφυαλγία (πόνος στη μέση) να πιέσει κάποιο νεύρο (νευρική ρίζα), με αποτέλεσμα να προκαλείται πόνος στο πόδι, που είναι γνωστός με τον όρο ισχιαλγία. «Λόγω γήρανσης οι δίσκοι χάνουν την περιεκτικότητά τους σε υγρό (gel), αρχίζουν να χάνουν ύψος και να συρρικνώνονται, με αποτέλεσμα οι σπόνδυλοι και οι μεταξύ τους αρθρώσεις να τρίβονται. Η λειτουργικότητα των συνδέσμων μειώνεται, επίσης, με την ηλικία, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε σπονδυλολίσθηση (κύλιση του ενός σπονδύλου πάνω στον άλλο). Η πάχυνσή τους, επίσης, μπορεί να προκαλέσει σπονδυλική στένωση» εξηγεί ο κ. Αναστασίου.

Θεραπεία

Στην οξεία φάση συστήνονται η αποφυγή έντονων δραστηριοτήτων και η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, παρακεταμολοειδή και μυοχαλαρωτικά. Εδώ έχει θέση και η χρήση φαρμάκων για νευροπαθητικό πόνο (πρεγκαμπαλίνη, γκαμπαμπετίνη, καψαϊκίνη). Επίσης, συστήνεται φυσικοθεραπεία, ενώ οι κινησιομαλάξεις πρέπει να είναι περιορισμένες και προσεκτικές στην οξεία φάση (γι’ αυτό και η χειροπρακτική φροντίδα έχει αντικρουόμενα αποτελέσματα). Σε ασθενείς με χρόνιο πόνο έχει φανεί ότι ο βελονισμός προσφέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα, ενώ και η έγχυση κορτικοστεροειδών ανακουφίζει προσωρινά, χωρίς όμως μεγάλο μακροπρόθεσμο όφελος.
«Οταν η συντηρητική θεραπεία αποτυγχάνει και αναπτύσσονται λειτουργικός περιορισμός και νευρολογικά συμπτώματα, όπως ακράτεια, αδυναμία κάτω άκρων, ουρολοιμώξεις κ.λπ., τότε χρειάζεται χειρουργική επέμβαση. Οι τύποι των επεμβάσεων, ανάλογα με τον χαρακτήρα του προβλήματος, είναι ενδοσκοπική δισκεκτομή, μικροδισκεκτομή, ανοικτή δισκεκτομή, σπονδυλοδεσία και τεχνητή αντικατάσταση δίσκου με σκοπό τη διατήρηση της κίνησης» αναφέρει ο κ. Αναστασίου.

Η άσκηση είναι σημαντική στην πρόληψη της υποτροπής

Οι κύριες μυϊκές ομάδες που πρέπει να γυμνάζουμε είναι οι κοιλιακοί, οι ραχιαίοι, οι γλουτιαίοι, οι τετρακέφαλοι και οι οπίσθιοι μηριαίοι. Επίσης, καλό είναι να προτιμάται άσκηση που γυμνάζει συνολικά το σώμα, χωρίς να επιβαρύνει τις αρθρώσεις, όπως η κολύμβηση. Φυσικά και εδώ το σωματικό βάρος και η απώλεια βάρους είναι καθοριστικοί παράγοντες.

➥ Τι πρέπει να αποφεύγουμε
➥ Οταν καθόμαστε: Οχι πολύωρη παραμονή στην ίδια στάση, να σηκωνόμαστε για να ξεμουδιάζουμε και να διατείνουμε τους μυς μας. Μαξιλάρι στη μέση, στήριξη οσφύος.
➥ Στην οδήγηση: Το κάθισμα σε μέτρια θέση, ούτε ξαπλωτή ούτε πολύ όρθια ούτε μακριά από τα πετάλια, ώστε να διατηρείται η φυσιολογική λόρδωση. Σε μακρινά ταξίδια, διαλείμματα για ξεμούδιασμα. Σε οξεία φάση, αποφυγή οδήγησης.
➥ Οταν σκύβουμε: Οχι άρση βαρέων αντικειμένων, στεκόμαστε κοντά στο αντικείμενο, λυγίζουμε τα πόδια και το σηκώνουμε πολύ κοντά στο σώμα. Στη φάση της άρσης σφίγγουμε τους μυς της κοιλίας και τεντώνουμε τα γόνατα. Χρησιμοποιούμε και τα δύο χέρια και δεν κάνουμε απότομες στροφές. Σε οξεία φάση, κανένα σκύψιμο.
➥ Οταν κοιμόμαστε: Το στρώμα να μην είναι πολύ μαλακό και να μη βουλιάζει.
➥ Οταν στεκόμαστε όρθιοι: Σε στάση ανάπαυσης, βγάζοντας το ένα πόδι μπροστά και έχοντας το ένα γόνατο ελαφρά λυγισμένο. Οχι ψηλά τακούνια, «ναι» σε ανατομικές και απορροφητικές κραδασμών σόλες.

➥ Οστεοπόρωση
Η οστεοπόρωση είναι μία χρόνια πάθηση του μεταβολισμού των οστών, κατά την οποία παρατηρείται σταδιακή μείωση της πυκνότητας και της ποιότητάς τους, με αποτέλεσμα αυτά με την πάροδο του χρόνου να γίνονται πιο εύθραυστα και λεπτά. Στην Ελλάδα το 19% των γυναικών και το 11% των ανδρών άνω των 60 ετών παρουσιάζουν οστεοπόρωση. «Με την πάροδο του χρόνου η οστική απορρόφηση γίνεται μεγαλύτερη από την οστική παραγωγή και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες λόγω της μειωμένης παραγωγής των οιστρογόνων και τελικά της εγκατάστασης της εμμηνόπαυσης περί την ηλικία περίπου των 50 ετών. Ετσι, το αποτέλεσμα είναι μια “φυσιολογική” οστική απώλεια» εξηγεί ο κ. Αναστασίου.

Ωστόσο, υπάρχει και η λεγόμενη δευτεροπαθής οστεοπόρωση, που οφείλεται σε παθήσεις, όπως είναι, π.χ., ο υπερπαραθυρεοειδισμός, ο διαβήτης, η χρήση κορτικοειδών, η δρεπανοκυτταρική αναιμία, το πολλαπλούν μυέλωμα, η παρατεταμένη ακινητοποίηση κ.ά. Η οστεοπόρωση προκαλεί αυξημένο κίνδυνο κατάγματος (σπάσιμο) των οστών, καθώς μειώνονται η ανθεκτικότητα και η ελαστικότητά τους. «Η οστεοπόρωση είναι μια σιωπηρή νόσος, δεν παρουσιάζει, δηλαδή, συμπτώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό σημαίνει ότι περνάνε αρκετά χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η οστεοπόρωση συνεχώς χειροτερεύει, μέχρι να εμφανιστεί το πρώτο της σύμπτωμα, που είναι το κάταγμα. Τα κατάγματα μπορεί να συμβούν σε διάφορες θέσεις του σκελετού, αλλά συνήθως συμβαίνουν στους σπονδύλους, στον αυχένα του μηριαίου οστού, στο κεντρικό άκρο του βραχιονίου και στον καρπό» προσθέτει ο κ. Αναστασίου.

Παλαιότερα η διάγνωση γινόταν με την κλινική εξέταση και την απλή ακτινογραφία, σήμερα γίνεται με τη μέθοδο DEXA (μέτρηση οστικής πυκνότητας) τόσο στο ισχίο όσο και στη σπονδυλική στήλη. «Στην εξέταση αυτή θα πρέπει να υποβάλλονται μια φορά τον χρόνο οι γυναίκες άνω των 65 ετών, μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με παράγοντα κινδύνου (όπως η ανεπαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D, η νεφροπάθεια, ο περιορισμός της κίνησης και της άσκησης, η κατάχρηση καφέ, τσαγιού, αλκοόλ, το κάπνισμα κ.ά.), μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με κάταγμα, γυναίκες που λαμβάνουν οιστρογόνα για μεγάλο διάστημα, αλλά και άτομα με συνδεόμενο παθολογικό νόσημα» υπογραμμίζει ο ίδιος.
Η θεραπεία της οστεοπόρωσης δεν μπορεί να πετύχει την πλήρη αναπλήρωση της οστικής μάζας που έχει ήδη χαθεί. Ωστόσο υπάρχουν θεραπευτικές δυνατότητες που σταματούν την περαιτέρω οστική απώλεια, μειώνουν τον κίνδυνο καταγμάτων και αυξάνουν την οστική μάζα. «Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται γα τη θεραπευτική αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης είναι τα διφωσφονικά άλατα, παράγωγα παραθορμόνης (τεριπαρατίδη), μονοκλονικό αντίσωμα (δενοσουμάμπη), αλλά και βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, όπως ασβέστιο, μαγνήσιο και βιταμίνη D» καταλήγει ο ίδιος.