PAVLOS: Ενας καλλιτέχνης διεθνούς εμβέλειας

Τα έργα του είναι ελκυστικά, στον βαθμό που μπορεί να υποθάλπουν και να καλλιεργούν τον στοχασμό προς μια κοινωνική κριτική, απέναντι σε πραγματικότητες και φαντασιώσεις, σε συνήθειες και υποδυόμενους ρόλους εξουσίας

Aπό την
ΑΘηνά Σχινά

Kάθε φορά που παρουσιάζεται μια έκθεση έργων του Παύλου (Διονυσόπουλος) συνιστά από μόνη της ένα καλλιτεχνικό γεγονός. Κι αυτό οφείλεται σε έναν δημιουργό που πρωτοτύπησε, αφενός μέσα από το υλικό που χρησιμοποίησε, αφετέρου μέσα από τον τρόπο που με φαντασία και δεξιότητα το διαμόρφωσε, συνδυάζοντας τη ζωγραφική με τη γλυπτική, κυρίως όμως μέσα από τα ερεθίσματα για στοχασμό που μετέφερε, στην αισθητηριακή αντίληψη των χωροδυναμικών έργων του και των συνακόλουθών τους εννοιών.

Για να επικαλεστούμε την ιστορική μνήμη εκείνων των ετών-, ο Παύλος έζησε το μεταπολεμικό Παρίσι, βιώνοντας τότε κι από κοντά το γενικότερο κλίμα των ραγδαίων αλλαγών. Οι αλλαγές αυτές περιελάμβαναν τον ασύστολο καταναλωτισμό της νέας τότε τάξης πραγμάτων, αλλά και την αισιοδοξία για ριζοσπαστικές ανατροπές, που τις υπαγόρευαν, λίγο ως πολύ, οι ξέφρενοι ρυθμοί και οι βιαστικές αντιπαροχές σε σχέση με τα «οικοδομήματα» αξιών και νοοτροπιών του παρελθόντος, καθώς και οι νεόκοπα εμφανιζόμενες, αλλά σταδιακά επικρατούσες ιδεολογίες.

Μέσα από αυτές, εμφανέστερο ρόλο είχε με τον καιρό κατακτήσει η επαναστατικότητα μιας καθολικότερης αντίστασης με σθεναρά, ωστόσο, πνευματικά κριτήρια, μαζί όμως με την κοινωνική ανάγκη για αναμυθολογήσεις «ηρωικών» προτύπων, πολλά από τα οποία ήταν αμερικανικής προέλευσης, εμπνέοντας μόδες, τάσεις κι επιλογές, ιδιαιτέρως συνήθειες και συμπεριφορές που έφερνε στο προσκήνιο η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής.

Με αφορμή τη μικρή, αλλά ουσιαστική έκθεση έργων, που παρουσιάζει η νεοσύστατη Roma Gallery, εγκαινιάζοντας την παρουσία της στο κέντρο της Αθήνας, δεν θα ήταν άσκοπο εδώ να θυμηθούμε λίγα βιογραφικά στοιχεία του καλλιτέχνη. Καταγόμενος από τα Φιλιατρά, ο Pavlos εγκαταστάθηκε το 1947 στην Αθήνα. Κατά το διάστημα 1949-1953 σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη. Μετά την αποφοίτησή του, πήγε με υποτροφία του γαλλικού κράτους πρώτη φορά στο Παρίσι (1954), όπου παρακολούθησε μαθήματα στην Ακαδημία Grande Chaumiere.

Την ίδια εκείνη περίοδο ταξίδεψε στην Ισπανία, την Ολλανδία και τη Γερμανία. Επιστρέφοντας το 1955 στην Ελλάδα, εργάστηκε τρία χρόνια (1955-1958) στη διαφήμιση και παράλληλα στο θέατρο, φιλοτεχνώντας αρκετά σκηνικά. Κερδίζοντας υποτροφία από το ΙΚΥ το 1958, πήγε και πάλι στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα πλέον, ανοίγοντας εργαστήριο. Στη γαλλική πρωτεύουσα γνωρίστηκε με πολλούς και σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως ήταν ο Raymond Haynes, o Cesar, o Giacometti, o Calder και o Dubuffet, αλλά και ο Pierre Restany, που υπήρξε ο θεωρητικός εισηγητής ενός σπουδαίου εικαστικού κινήματος, συγκεκριμένα εκείνου που ο ίδιος ονόμασε -κι έτσι καθιερώθηκε- Νέο Ρεαλισμό.

Το κίνημα αυτό, των αρχών της δεκαετίας του ’60, ήταν πολυδιάστατο, καίριο και ουσιαστικό. Η πολυσυλλεκτικότητα που το χαρακτήριζε, αναφορικά με τις εικαστικές διατυπώσεις των προσεκτικά επιλεγμένων από τον Restany καλλιτεχνών, συνέκλινε στη διαμόρφωση μιας καίριας ευρωπαϊκής απάντησης απέναντι στην αμερικανική pop art, ιδιαιτέρως απέναντι στη βιομηχανία παραγωγής έργων τέχνης, που ήθελε, με χιούμορ πάντα, να υποδείξει το «Εργοστάσιο» του Andy Warhol.

Η ομάδα των Νέων Ρεαλιστών προκαλούσε στους θεατές των έργων των καλλιτεχνών μια ευρύτερη κοινωνική κριτική, που στόχο είχε την αφύπνιση συνειδήσεων σε σχέση με τα βιώματα της καθημερινότητας, τις νοοτροπίες (εισαγόμενες κι εγχώριες) που καλλιεργούσε ο μεταπολεμικός αδηφάγος καπιταλισμός και κυρίως τα πρότυπα ζωής που επέβαλλε σταδιακά η μεταλλασσόμενη αστική τάξη.

Η πορεία του Παύλου σημαδεύτηκε από το πρωτοποριακό κλίμα των Νέων Ρεαλιστών και του P. Restany. Εκείνος, ωστόσο, δεν ακολούθησε κανέναν. Προφανώς γι’ αυτό τράβηξε και την προσοχή του Restany, και ο λόγος ήταν γιατί ήξερε τι ήθελε να πει και πώς να το μεταφέρει.

Ο Παύλος (Pavlos) απομακρύνθηκε από τη ζωγραφική του τελάρου και στράφηκε προς τα ευτελή καθημερινά υλικά, κατανοώντας εγκαίρως τον ρόλο της υπεραξίας που δίνει η διαφήμιση στο εκάστοτε εμπορευματοποιήσιμο προϊόν. Ως διαπραγματεύσιμο δικό του υλικό επέλεξε το τυπωμένο χαρτί (κυρίως από αφίσες), κομμένο σε λωρίδες με μηχανικό τρόπο. Η διάταξη των λωρίδων σχηματίζει στα έργα του κυματιστές επιφάνειες, όπου τα χρώματα και η ύλη (ο όγκος και το πάχος της) εκλαμβάνονται ενιαία. Τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της δουλειάς του Παύλου είχαν αφαιρετική μορφή. Εξελίσσοντας με τα χρόνια περισσότερο την τεχνική του, άρχισε να τη χρησιμοποιεί για τη δημιουργία παραστατικών εικόνων ή αντικειμένων, διαμορφώνοντας μια δική τους χάρτινη (ή φαντασιακή, θα μπορούσαμε να πούμε) «πραγματικότητα».

Τα έργα του αυτά, σε τρεις δυναμικά χωροπλαστικές διαστάσεις, πότε ως επίτοιχα κι άλλοτε ως περιβάλλοντα, διαμορφώνουν μέσα από έναν μοναδικά προσωπικό τρόπο τον «υπερ-πραγματισμό» του Παύλου. Με υψηλό, μάλιστα, βαθμό αληθοφάνειας, στα όρια της οπτικής και απτικής ψευδαίσθησης, που μετατρέπει επιπλέον υφολογικά το χαρτί σε βελούδο και την υποτιθέμενη ευτέλεια του υλικού σε πολυτιμότητα, προβάλλεται σκόπιμα (κι ανεξάρτητα από το μέγεθος αυτών καθε εαυτών των έργων) ο μνημειακός και «ευδαιμονικός» χαρακτήρας τους.

Κι ο λόγος είναι γιατί τα έργα του Παύλου δεν έγιναν για να κολακεύσουν αυτάρεσκα τη μεγαλομανία του θεατή και τα ψευδεπίγραφα πρότυπα της ζωής που επιλέγει να ταυτιστεί υπαρξιακά μαζί τους, αντιπαρέρχοντας ως fashion victim την αναλώσιμη εν τέλει παρουσία του εαυτού του.

Τα έργα του (τα πουκάμισα, οι κάλτσες, οι γραβάτες κ.λπ., όπως και κάθε είδος «ενδυματολογικής» επιφάνειας) είναι ελκυστικά, στον βαθμό που μπορεί να υποθάλπουν και να καλλιεργούν τον στοχασμό προς μια κοινωνική κριτική, απέναντι σε πραγματικότητες (π.χ., φύση) και φαντασιώσεις (π.χ., υπερήρωες, όπως ο Μπάτμαν), σε συνήθειες (όπως, π.χ., το κάπνισμα πούρου) και υποδυόμενους ρόλους εξουσίας, μέσα στη ζωή. Διερωτώμαι αν οι στόχοι αυτής της κριτικής, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αυτεπίγνωση, λειτουργούν ακόμη ή εθελοτυφλώντας -κάποιοι εξ ημών- τους μετατρέψαμε κι αυτούς (μέσα από την ισοπεδωτική εξουσιομανία μας) σε καταναλωτικά «αγαθά», στην εποχή ενός γενικευμένου πλέον ξεπουλήματος, που οδυνηρά το βιώνουμε.

*Ιστορικός τέχνης & θεωρίας του πολιτισμού