Είναι προσωπική επιτυχία και όχι του ελληνικού κινηματογράφου

Οταν η χώρα σου δεν σε στηρίζει, γιατί να το παλέψεις εδώ, όταν έξω κάνουν τεμενάδες για το όνομά σου;

Από τον
Ακη Καπράνο

Οι δέκα υποψηφιότητες της «Ευνοούμενης» (για κάποιο λόγο δεν έχει ακόμα προβληθεί στις ελληνικές αίθουσες ενώ κυκλοφορεί αδιακρίτως σε όλες τις πειρατικές ιστοσελίδες) δεν αποτελεί νίκη του ελληνικού σινεμά, αλλά του Γιώργου Λάνθιμου. Και γιατί η ταινία είναι καθαρά βρετανική παραγωγή, και γιατί ο ίδιος άφησε πίσω του την Ελλάδα, όταν εκείνη αδυνατούσε να τον υποστηρίξει οικονομικά.

Και, μεταξύ μας, άδικο δεν είχε: Οταν έχεις φέρει στη χώρα σου μια υποψηφιότητα για ξενόγλωσσο Οσκαρ («Κυνόδοντας») και αναγκάζεσαι να γυρίσεις την αμέσως επόμενη ταινία σου με ψίχουλα, επειδή το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου αδυνατεί να σε στηρίξει, ποιος ο λόγος να το παλέψεις εδώ, όταν έξω κάνουν τεμενάδες για το όνομά σου;

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσα στις δέκα υποψηφιότητες και μία που όντως αποτελεί επιβράβευση για την κινηματογραφία μας, και αυτή είναι η υποψηφιότητα του μοντέρ Γιώργου Μαυροψαρίδη. Από το 1981 έως σήμερα ο σπουδαίος αυτός τεχνίτης του ελληνικού σινεμά έχει αφήσει ένα «στίγμα» μοντάροντας ταινίες από όλο το φάσμα του. Δικό του το μοντάζ στην «Πολίτικη κουζίνα», δικό του και στους αριστουργηματικούς «Απόντες» του Νίκου Γραμματικού (ίσως η καλύτερη ελληνική ταινία των τελευταίων 30 ετών), δικό του και στους «Αισθηματίες» του αξέχαστου Νίκου Τριανταφυλλίδη, δικό του και στις «Γυναίκες που περάσατε από δω» του Σταύρου Τσιώλη.

Αυτή η υποψηφιότητα, λοιπόν, αποτελεί μεγάλη επιβράβευση ολόκληρου του ελληνικού κινηματογραφικού δυναμικού, που για δεκαετίες εργάζεται σκληρά, πολύ σκληρά, με αμοιβές που προκαλούν γέλια σε οποιονδήποτε επαγγελματία του εξωτερικού.

Ο Λάνθιμος, πάντως, τυχαίος δεν είναι, αλλά αυτό το ξέραμε κι από πριν. Τι είναι, όμως, αυτό που τελικά τον χαρακτηρίζει; Πού οφείλει την επιτυχία του; Κάποιοι συνάδελφοί του μιλούν περιπαικτικά για «κοκαλάκι της νυχτερίδας», όμως η αλήθεια είναι άλλη - και φυσικά έχει δύο όψεις. 

Η πρώτη: Ο Λάνθιμος είναι στ’ αλήθεια ένας πολύ καλός σκηνοθέτης και ένας μεγάλος μάστορας. Μαθημένος και ψημένος στη διαφήμιση, ξέρει πολύ καλά πώς να φιλμογραφήσει οποιοδήποτε θέμα με τον πιο ευφάνταστο και συναρπαστικό τρόπο, ανεξαρτήτως συμβολισμών και σημειολογίας. Η δεύτερη: Οσμίζεται με μεγάλη ακρίβεια τα κοινωνικά θέματα που απασχολούν τα μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ και είναι ικανός να ολοκληρώσει μια ταινία που θα αποτελεί την αφετηρία ενός κοινωνικού διαλόγου ακριβώς τη στιγμή που αυτός θα βρίσκεται στην επικαιρότητα.

Και αυτό είναι ένα μεγάλο χάρισμα που δεν διαθέτουν όλοι οι σκηνοθέτες - ελάχιστοι το διαθέτουν, για να λέμε την αλήθεια. Να πούμε και αυτό: Οι μέχρι τώρα ταινίες του Λάνθιμου, συναρπαστικές κινηματογραφικά και υπερ-πληθωρικές σε συμβολισμούς, ήταν η «χαρά» των κριτικών, οι οποίοι λατρεύουν την αυτοδικαίωση που προκύπτει απ’ αυτούς τους παιχνιδισμούς, αυτοδικαίωση που προκύπτει από το «φούσκωμα» των συμβολισμών αυτών στο επίπεδο της ακαδημαϊκής ρητορείας, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν των κινηματογραφικά «αστοιχείωτων». Οχι πως ο «Αστακός» ή ο «Κυνόδοντας» δεν ήταν καλές ταινίες - κάθε άλλο. Αλλά η «Ευνοούμενη», η ταινία για την οποία «διαγωνίζεται» τώρα στα Οσκαρ, είναι μια ταινία που μπορεί να απολαύσει και το ευρύ κοινό, μια ταινία στην οποία οι ηθοποιοί δεν παίζουν σαν ρομπότ, αλλά εκπέμπουν γνήσιο και αληθινό συναίσθημα.

Να μου το θυμηθείτε, ο Λάνθιμος θα σκηνοθετήσει και blockbuster στο μέλλον - και θα το κάνει καλά. Και ελπίζω αυτό να μην αποτελέσει άλλοθι για τη συνεχιζόμενη αδιαφορία του κράτους απέναντι στους εναπομείναντες Ελληνες σκηνοθέτες που επιμένουν να κάνουν σπουδαίο σινεμά... στη χώρα τους.

----

Υποψήφια σε 10 κατηγορίες είναι η σπουδαία ταινία του Ελληνα κινηματογραφιστή