Μια μοντέρνα «Μανόν» στη Λυρική Σκηνή

Η σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου μετέφερε με επιτυχία στη σύγχρονη εποχή την ιστορία

Από τον
Γεώργιο Κύρκο - Τόγια*

Το 2018 μάς αποχαιρέτησε με πολλές και ενδιαφέρουσες μουσικές εκδηλώσεις. Κεντρική θέση μεταξύ τους κατείχε η παράσταση της όπερας «Μανόν» του Γάλλου συνθέτη Ζιλ Μασνέ (1842-1912) από την Εθνική Λυρική Σκηνή σε μια έξυπνη σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου, η οποία, παρά τις ενστάσεις που μπορεί κανείς να έχει σε επιμέρους στοιχεία της, μετέφερε με επιτυχία στη σύγχρονη εποχή την ιστορία της επαρχιωτοπούλας που, θαμπωμένη από τον πλούτο και την ιδέα της ευζωίας που αυτός υπόσχεται, οδηγείται στην απαξίωση και στον θάνατο.

Οπως σωστά αναφέρει στο πρόγραμμα ο Νίκος Δοντάς: «Το στοιχείο που συμβάλλει αποφασιστικά σε μια επιτυχημένη ερμηνεία της “Μανόν” είναι η μουσική διεύθυνση». Στην παράσταση που παρακολούθησα (14/12), παρά τη συνοχή που διασφάλισε η έμπειρη μπαγκέτα του Λουκά Καρυτινού, οι δύο πρώτες πράξεις διακρίνονταν από μια αίσθηση επείγοντος (tempo), η οποία ζημίωνε τη θωπευτική εκφορά που απαιτούν οι φράσεις του Μασνέ, και από επιλογές δυναμικής που είχαν ως αποτέλεσμα οι τραγουδιστές να καλύπτονται οριακά από την ορχήστρα. Ακόμη και η περίφημη γκαβότα της γ’ πράξης «Obéissons quand leur voix appelle», για την οποία ο συνθέτης ορίζει ότι πρέπει να αποδίδεται moderato e leggiero, απείχε αρκετά από τη -δεύτερη- οδηγία της μουσικής έκφρασης.

Παρότι το ιδιαίτερο ύφος αυτής της μουσικής σπάνια πλέον αποδίδεται με πιστότητα, η υψίφωνος Χριστίνα Πουλίτση ερμήνευσε με συνέπεια τον ομώνυμο ρόλο (μόνο στο τέλος της ε’ πράξης δεν με έπεισε για τη σωματική και την ψυχική καταρράκωση της Μανόν) και αντεπεξήλθε με άνεση άριες και ντουέτα, όπως και ο Ρουμάνος τενόρος Γιόαν Χοτέα (Ντε Γκριέ), το τίμπρο της φωνής του οποίου, όμως, με δυσκολία κατάφερα να συνηθίσω. Από τους υπόλοιπους συντελεστές ξεχώρισα τον βαρύτονο Βαγγέλη Μανιάτη (Λεσκό), τα γαλλικά του οποίου ήταν τα μόνα για τα οποία δεν χρειαζόταν να κοιτάξεις τη μετάφραση του λιμπρέτου στις ειδικές οθόνες του θεάτρου. Την προηγουμένη (13/12) στο Μέγαρο Μουσικής η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, υπό τον Χάιμε Μαρτίν, συνόδευσε τον Τούρκο πιανίστα Φάζελ Σάι σε μια δεξιοτεχνική ερμηνεία του «Κοντσέρτου αρ. 2 για πιάνο και ορχήστρα» του Σαιν-Σανς, αν και ο γδούπος στην εκτέλεση του τελευταίου μέρους (Presto) αφαίρεσε πολλές από τις λεπτές και χιουμοριστικές αποχρώσεις του.

Ανώτερα δείγματα πιανιστικής τέχνης πρόσφερε ο εορτασμός των 40 χρόνων του Διεθνούς Φεστιβάλ Σαντορίνης (Αίθουσα «Δ. Μητρόπουλος», 15/12). Εκεί το ντούο Βίκτορ και Λουίς ντελ Βάγε ερμήνευσε με άφατη μουσικότητα, ακρίβεια, ενάργεια και αίσθηση του ύφους τις «Παραλλαγές D.813» του Σούμπερτ, τις «Παραλλαγές σ’ ένα θέμα του Παγκανίνι» του Λουτοσλάφσκι, το «Βαλς» του Ραβέλ και τον «Χορό της φωτιάς» του Ντε Φάλια. Την εκδήλωση έκλεισε η Ορχήστρα Εγχόρδων Φεστιβάλ Σαντορίνης που, χάρη στη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη, έδωσε εξαιρετικά ιδιωματικές ερμηνείες της «Σερενάτας για έγχορδα σε μι ελάσσονα, έργο 20» του Ελγκαρ και της «Σουίτας του Αγίου Παύλου, έργο 29, αρ. 2» του Γκούσταβ Χολστ.

* Κριτικός μουσικής