Γνώση που ζωοποιεί και γνώση που σκοτώνει

Με τη γλώσσα ισχυρό και ακαταμάχητο όπλο, οι Ελληνες κατέκτησαν τον κόσμο, ώστε και στους νεότερους χρόνους θεωρούσαν την ελληνική «το κοινόν τού πεπολιτισμένου κόσμου παιδευτήριον»

Aπό τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Η συναρπαστική πορεία, η εξέλιξη και η διάδοση της ελληνικής γλώσσας αποτύπωσαν υποδειγματικά, με έναν θησαυρό λέξεων, τον κόσμο των εννοιών, θεμελίωσαν την ευρωπαϊκή σκέψη και διαμόρφωσαν ένα μοναδικό και απαράμιλλο μέσο επικοινωνίας, στα όρια της υποδειγματικής εκφραστικής τελειότητας. Από το ιερό προς το τέλειο κατόρθωσαν να αποδράσουν οι Ελληνες και, με ιδιαίτερη προσήλωση στην αισθητική, αιώνες πριν δώσουν πνοή στην πέτρα και απεικονίσουν ανάγλυφα τους μύθους και την ιστορία τους, κατέθεσαν ποιητικά τα πάθη, τους φόβους και τις ελπίδες στους θεούς, ενώ στις λέξεις έδωσαν τα χρώματα, τους ήχους και τους ρυθμούς της φύσης που γενναιόδωρα προσέφερε η γη που λάτρεψαν. Η ποιητική πρόσληψη του κόσμου καταδεικνύει τη μετάβαση από τον μύθο στην περιγραφή των φυσικών φαινομένων.

Οι Ελληνες δημιούργησαν μια μορφή αφήγησης, που, όπως η λέξη «μυθολογία» περιέχει την έννοια των ιστοριών (μύθων) αλλά και της διήγησης (λέγειν), αρχικά προκαλούσε αντίλαλο, επειδή αφύπνιζε το συναίσθημα, αφού η ιστορία αφορούσε τον αφηγητή και ταυτόχρονα το κοινό. «Κηρύλος ας ήμουν» εύχεται ο Αλκμάν «στο άνθος του κύματος που πετά με τις αλκυόνες», τις οποίες παρομοιάζει με χορό νεαρών, γλυκόλαλων παρθένων.

Αποσπάσματα αυτής της ποιητικής αντίληψης, που σεβάσθηκε ο χρόνος, όπου λέξεις συνδέουν έννοιες και εικόνες με συναισθήματα, αποτελούν, πλέον, «νεκρή ύλη» μόνο. Η επανασύνδεσή τους με παρόντα χρόνο απαιτεί γνώση και η αφήγηση των μύθων και των συμβολισμών, των κειμένων και των ποιημάτων, που ενεργοποιεί τη σκέψη και την κρίση και που ταυτόχρονα αναζωογονεί τη γλώσσα, προϋποθέτει την αποδοχή και την πρόθυμη συμμετοχή του κοινού.

Με τη γλώσσα ισχυρό και ακαταμάχητο όπλο, λαλιά με ιδιαίτερο κάλλος, πρωτοτυπία και πλούτο νοημάτων, οι Ελληνες κατέκτησαν τον κόσμο, ώστε και στους νεότερους χρόνους θεωρούσαν την ελληνική «το κοινόν τού πεπολιτισμένου κόσμου παιδευτήριον».

Ωστόσο, «και αυτοί οι Ελληνες κατέπεσον και μετ' αυτών και η γλώσσα εκ της ημιθέου φύσεως αυτών μετά την δούλωσιν, ότε επήλθον χρόνοι δεινών εθνικών συμφορών και πενία, εισβολαί και επιδρομαί βαρβάρων, σεισμοί, λοιμοί και άλλα κακά πολυειδώς εκάκωσαν την γηράσασαν Ελλάδα και εις πολλήν αμάθειαν εβύθισαν τους απογόνους των ημιθέων εκείνων, και δη και την γλώσσαν αυτών σφόδρα διάφορον κατέστησαν» σύμφωνα με τον Γ. Ν. Χατζιδάκι, θεμελιωτή της επιστήμης της γλωσσολογίας στην Ελλάδα.

Επιπόλαιες επιλογές της πολιτικής τάξης, διαρκής και μακρά σειρά εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, προσαρμογών και επικίνδυνων πειραματισμών, αμφισβητήσεις της αξίας της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, ολέθριος μιμητισμός, αφελής υιοθέτηση αλλότριων πολιτιστικών και παιδευτικών προτύπων, απουσία γνώσης και αισθητικής προξένησαν ανίατες πληγές και άλγη στον γλωσσικό οργανισμό, που αποτελεί τον συνδετικό κρίκο αδιαίρετης και συμπαγούς παράδοσης. «Μια ολάκερη φιλολογία, οι αρχαίοι Ελληνες και Λατίνοι, οι κατοπινοί χρονογράφοι και υμνωδοί, μια τέχνη, ο Πολύγνωτος, ο Πανσέληνος, όλοι τους βρίσκονται μεταγλωττισμένοι και στενογραφημένοι μέσα εκεί από το λείο και χλοερό, το δριμύ και το εκστατικό, που 'ν' η μόνη γνήσια και αυθεντική τους παραπομπή, ενυπάρχει στην ψυχή του ανθρώπου» (Οδ. Ελύτης).

Οι ελληνικές επιλογές για την εκπαίδευση, συχνά σε αντίθεση με την εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία του θεσμού και την ποιότητα, ακολούθησαν ανάλογες πολιτικές ιδεολογίες για την προώθηση και εξυπηρέτηση ενδοπαραταξιακών συμφερόντων, καθώς και την προσαρμογή σε νέες οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ξένων επενδυτών και της διεθνούς αγοράς. Οι πολιτικές της νεοφιλελεύθερης εκδοχής της παγκοσμιοποίησης έχουν ακυρώσει πολλές από τις παιδευτικές αξίες και πρακτικές, ενώ ο διασυρμός της χώρας, καθώς επεκτείνεται σε όλους τους τομείς, έχει ήδη αλλοιώσει το κοινωνικό περιβάλλον.

Η επικέντρωση στη στεγνή αποστήθιση σεβαστού μεγέθους πληροφοριών, προκειμένου οι νέοι να αυξήσουν γνωστικές δεξιότητες, όπως επιβάλλουν οι απαιτήσεις των αγορών, με μοναδικό στόχο την οικονομική και επαγγελματική αποκατάσταση, βυθίζεται σε λαβύρινθο ρηχών και επουσιωδών εννοιών. Το κέντρο της νέας παιδείας, η «αγορά», τόπος φλυαρίας και κενών περιεχομένου συζητήσεων, αδιαφορεί για τη σε βάθος έρευνα, εξέταση, κρίση και ανάδειξη των εννοιών, όπως αυτές απέδωσε θαυμαστά η ελληνική γλώσσα, την οποία ο ξενισμός συρρικνώνει, απλουστεύει και φθείρει. «Υπάρχει γνώση που ζωοποιεί και γνώση που σκοτώνει» επισημαίνει ο Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος (στο νέο βιβλίο του, «Ποιος φοβάται τον κύριο επιθεωρητή»). «Η μαύρη αλήθεια είναι πως με τέτοιες διδαχτικές επίνοιες πραγματοποιούμε από την ανάποδη το όνειρο των αλχημιστών, ήγουν μετατρέπουμε το χρυσάφι σε στάχτη, ή, δίχως παραβολές, τη ζωή σε διανοητική άσκηση. Αλλά τούτο είναι αρχή θανάτου. Δεν κάνει λοιπόν να παραξενευόμαστε με την απολίθωση, τη δική μας και των μαθητών, στις ώρες των Ελληνικών». «Η παιδεία, ο ζωντανός κάποτε οργανισμός που μετατράπηκε σε “άταφο νεκρό”, ως ο κατεξοχήν αμυντικός μηχανισμός της χώρας, επλήγη πρώτη, και μάλιστα καίρια» επισημαίνει ο Συμεών Γρ. Σταμπουλού στον πρόλογο του βιβλίου. «Αλλά ο “τρώσας και ιάσεται” θυμίζει με τον τρόπο του ο συγγραφέας. Η πληγή που θίγεται εδώ, και πρέπει να επουλωθεί με προσοχή, είναι της αξιολόγησης, εκεί όπου χτυπά ίσως η καρδιά του θυμού».

Οι αγορές αδιαφορούν για τη διαμόρφωση χαρακτήρων και προσωπικοτήτων με πραγματική γνώση, αρχές και θεμέλια, ώστε τη νέα γενιά να συνοδεύουν παντού άρρηκτοι δεσμοί με την παράδοση και τον πολιτισμό αιώνων, με μια γλώσσα που θεμελίωσε την ευρωπαϊκή σκέψη και προσέφερε στον κόσμο τις βάσεις για την ανάπτυξη των ανθρωπιστικών επιστημών, με μέτρο τον άνθρωπο.



«Στα χρόνια μας -πρέπει να μην το ξεχνάμε-, το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε ή όχι ελληνικά» (Γ. Σεφέρης).