ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΤΣΙΠΡΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Θετική η επίσκεψη, αλλά μέγιστο λάθος θα ήταν να προχωρήσει σε άτυπες και βιαστικές διευθετήσεις υπό μια διπλή πλάνη

Από τον
Αλέξανδρο Τάρκα*

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας είναι πιθανότατο να επισκεφθεί την Τουρκία την προσεχή εβδομάδα, σε ένα ταξίδι που, ως συνήθως, θα παρουσιαστεί από την κυβερνητική προπαγάνδα σαν απόδειξη του πρωταγωνιστικού ρόλου της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή, αλλά στην πραγματικότητα θα πρόκειται απλώς για άλλη μια προσπάθεια κατευνασμού του επιθετικού προέδρου της γειτονικής χώρας Ρ.Τ. Ερντογάν.

Επί της αρχής, η απόφαση συνέχισης του διαλόγου, παρά τη δικαιολογημένη αγανάκτηση για την αδιανόητη έξαρση της τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν είναι λανθασμένη.

Πρώτον, επειδή η υποβάθμιση ή διακοπή του διαλόγου μόνον σε επιδείνωση της κατάστασης θα οδηγούσε. Και, δεύτερον, επειδή έχει αποδειχθεί ότι η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, ειδικά με τον κ. Ερντογάν, έχει αποτρέψει αρκετές δυσμενείς εξελίξεις τα τελευταία χρόνια. Ακόμα και η πολυσυζητημένη επίσκεψή του στην Αθήνα, τον Δεκέμβριο του 2017, όταν έθεσε δημόσια ζήτημα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης και προέβαλε ανυπόστατους ισχυρισμούς περί μη εφαρμογής του Διεθνούς Δικαίου στο Αιγαίο, αποδείχθηκε ότι, τελικά, δεν έβλαψε τα ελληνικά συμφέροντα. Γιατί και έλαβε αμέσως -επίσης δημόσια- τις δέουσες απαντήσεις, κυρίως από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Πρ. Παυλόπουλο και δευτερευόντως από τον πρωθυπουργό, και γιατί η ελληνική εξωτερική πολιτική αξιοποίησε τις δηλώσεις Ερντογάν για να καταγγείλει διεθνώς τον αναθεωρητισμό του.

Οταν οι σύμμαχοι ακούν περί αναθεώρησης της Λωζάννης, πανικοβάλλονται όχι μόνο για το σκέλος των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά πρώτιστα για τις συνέπειες σε σωρεία θεμάτων, από το καθεστώς των Στενών μέχρι τα σύνορα με τη Συρία και τις σχέσεις με όλες τις χώρες της περιοχής.

Αντίθετα, λοιπόν, με την ορθή επιλογή της επανάληψης του διαλόγου, το μέγιστο λάθος της κυβέρνησης θα ήταν να προχωρήσει σε άτυπες και βιαστικές διευθετήσεις υπό μια διπλή πλάνη: αφενός ότι η επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών σημαίνει αυτόματη στήριξη της Δύσης προς την Ελλάδα σε όλα τα μέτωπα και αφετέρου ότι ο ίδιος ο κ. Τσίπρας μπορεί να παρουσιαστεί, εν όψει εκλογών, σαν πρωταγωνιστής και ειρηνοποιός στο Αιγαίο και στην Κύπρο. Δυστυχώς, όποιος κι αν ήταν ο ένοικος του Μεγάρου Μαξίμου σήμερα, ανάλογες προσδοκίες είναι πλήρως ανεδαφικές, επειδή δεν υπάρχει στήριξη από τον διεθνή παράγοντα.

Πρώτα απ’ όλα, αν και είναι γεγονός ότι η (κάκιστη και αποσταθεροποιητική) Συμφωνία των Πρεσπών έχει αλλάξει την εικόνα της Ελλάδας, και ειδικά του κ. Τσίπρα, στις ΗΠΑ, η εξέλιξη αυτή είναι μονοθεματική (αφορά μόνον τα Δυτικά Βαλκάνια) και, όπως δείχνει η εμπειρία, μάλλον θα αποδειχθεί πρόσκαιρη. Παρά την οργή που επικρατεί στην Ουάσινγκτον για τον απρόβλεπτο Ερντογάν και παρά την ειλημμένη απόφαση ότι η προμήθεια των S-400 αποτελεί «κόκκινη γραμμή», ο Λευκός Οίκος, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο ομονοούν ότι η Τουρκία παραμένει εξαιρετικά χρήσιμη και θα εξαντληθούν όλα τα περιθώρια, ακόμα και με την επίδειξη ανοχής σε πολλές προκλήσεις της.

Ο ίδιος ο κ. Τσίπρας και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ν. Κοτζιάς είναι γνωστό ότι αιφνιδιάστηκαν, στον Λευκό Οίκο, τον Οκτώβριο του 2017, από τους κολακευτικότατους χαρακτηρισμούς του προέδρου Ντ. Τραμπ για τον κ. Ερντογάν, και έκτοτε η εικόνα αυτή δεν έχει αλλάξει. Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλος (που πραγματοποίησε, στα μέσα Δεκεμβρίου του 2018, μία από τις πλέον επιτυχημένες επισκέψεις Ελληνα αξιωματούχου στην Ουάσινγκτον την τελευταία 15ετία) διαπίστωσε, κατά τις συνομιλίες του με τον υπουργό Εξωτερικών Μ. Πομπέο και τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Τζ. Μπόλτον, τη συνέχιση της αμερικανικής πολιτικής εξάντλησης όλων των περιθωρίων έναντι του κ. Ερντογάν.

Ο κ. Κατρούγκαλος, σε αντίθεση με τον πιο θεωρητικό κ. Κοτζιά, έθεσε πάντως και πρακτικά ζητήματα άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος, κυρίως για την τουρκική απειλή περί casus belli σε περίπτωση επέκτασης των χωρικών υδάτων. Η αμερικανική στάση επί του θέματος θα είναι καθοριστική, καθώς η κυβέρνηση θα προχωρήσει σύντομα στην επέκταση στα 12 ν.μ. μόνον στο Ιόνιο Πέλαγος (και όχι στην Κρήτη και στο Αιγαίο), και προφανώς θα υπάρξει σχετική συζήτηση μεταξύ των κυρίων Τσίπρα και Ερντογάν. Επίσης, η συγκυρία της ξαφνικής παραίτησης του βοηθού υπουργού Γ. Μίτσελ., στον οποίο η ελληνική διπλωματία είχε βασίσει πολλά ως κύριο υποστηρικτή της νέας πολιτικής των ΗΠΑ στη ΝΑ Μεσόγειο, ασφαλώς δεν είναι ευτυχής.

Παράλληλα, η κυβέρνηση, μετά τη θερινή κρίση με τις απελάσεις, επεδίωξε να βελτιώσει το κλίμα με τη Ρωσία, ώστε να υπάρχει η εναλλακτική λύση μιας (προληπτικής ή κατασταλτικής) παρέμβασης του προέδρου Βλ. Πούτιν προς τον Τούρκο ομόλογό του, λόγω των μεταξύ τους άριστων σχέσεων. Η κατάσταση στο Αιγαίο συζητήθηκε από τους κυρίους Τσίπρα και Πούτιν στη Μόσχα, στις αρχές Δεκεμβρίου, και από τον κ. Κατρούγκαλο και τον υφυπουργό Εξωτερικών Αλ. Γκρούσκο, προ δεκαημέρου στην Αθήνα, αλλά κυρίαρχο στοιχείο ήταν η ρωσική σιωπή έναντι των ελληνικών αιτημάτων.

Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν θα υπάρξουν (εν όψει, μάλιστα, του πανικού για την άνοδο εθνικιστικών σχημάτων στις ευρωεκλογές) αποφάσεις και αποτελεσματικές πρωτοβουλίες έναντι της Τουρκίας. Τουλάχιστον, ελπιδοφόρο στοιχείο είναι ότι η Κομισιόν, η ρουμανική προεδρία της Ε.Ε. και η ίδια η Αγκυρα συμφωνούν επί της ανάγκης διατήρησης ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, και αυτό είναι ενισχυτικό της τακτικής του Ελληνα πρωθυπουργού.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη