«Απάντηση» στους όγκους με ασπιρίνη

Αυξημένη η επιβίωση ασθενών με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου με την καθημερινή χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών

Σημαντική βελτίωση στην επιβίωση των ασθενών με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου, που άγγιξε το 78%, πέτυχαν επιστήμονες από το University of California San Francisco με την ημερήσια χορήγηση στους ασθενείς ασπιρίνης ή ιμπουπροφαίνης. 

Η σχετική μελέτη, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 266 ασθενών, οι όγκοι των οποίων είχαν αφαιρεθεί χειρουργικά, εξέτασε την πενταετή επιβίωσή τους και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένα σημαντικό ποσοστό εξ αυτών ωφελήθηκε από την καθημερινή λήψη των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ).

Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι με τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή ιμπουπροφαίνης για τους ασθενείς, οι όγκοι των οποίων έφεραν μια συγκεκριμένη γονιδιακή μετάλλαξη -την PIK3CA-, η επιβίωση εκτινάχθηκε από το 25% στο 78%.

Αν και τα συγκεκριμένα ευρήματα δεν επιβεβαιώθηκαν για τους ασθενείς που δεν έφεραν τη μετάλλαξη, το αισόδοξο στοιχείο της εν λόγω μελέτης είναι ότι η μετάλλαξη PIK3CA, παρούσα στο ένα τρίτο περίπου των όγκων κεφαλής και τραχήλου, απαντάται και σε άλλες μορφές καρκίνου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι και άλλοι καρκινοπαθείς θα μπορούσαν δυνητικά να επωφεληθούν από τη λήψη των συγκεκριμένων φαρμάκων.

«Η μελέτη μάς έδειξε ότι η χρήση των ΜΣΑΦ θα μπορούσε δυνητικά να βελτιώσει σημαντικά τις εκβάσεις όχι μόνο στους ασθενείς με καρκίνο κεφαλής και τραχήλου, αλλά και σε ασθενείς με άλλους τύπους καρκίνου, που φέρουν τη μετάλλαξη PIK3CA» τόνισε η επικεφαλής της μελέτης και καθηγήτρια

Χειρουργικής και Τραχήλου δρ Jennifer Grandis, κάνοντας λόγο για ένα «ισχυρό κλινικό πλεονέκτημα» από τη συστηματική χορήγηση των ΜΣΑΦ στη συγκεκριμένη κατηγορία ασθενών.

Τα οφέλη της παρατεταμένης επιβίωσης από τη λήψη των ΜΣΑΦ παρατηρήθηκαν στους ασθενείς που είχαν λάβει τα συγκεκριμένα φάρμακα για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών.

Οσο για την εξήγηση που δίνουν οι ειδικοί; Εκτιμούν ότι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη μπλοκάρουν την ανάπτυξη του όγκου, μειώνοντας την παραγωγή ενός φλεγμονώδους μορίου, και συγκεκριμένα της προσταγλανδίνης Ε2.