Η αθανασία της ανθρώπινης ψυχής στον ορφισμό

Η συγκεκριμένη μυστηριακή θρησκεία με τις απόψεις της για τον άνθρωπο ανατρέπει την ελληνική αντίληψη για τη ζωή. Η ψυχή καθίσταται αιώνια και άφθαρτη, ενώ το σώμα είναι εφήμερο, ακάθαρτο και ασήμαντο

Από τον
Παντελή Βασματζίδη*

Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Αιγύπτιοι είναι ο πρώτος λαός που διατύπωσε το δόγμα της αθανασίας της ψυχής και υποστήριζε ότι πεθαίνοντας το σώμα η ψυχή μπαίνει σε κάποιο άλλο πλάσμα, που τυχαίνει να γεννιέται την ίδια στιγμή. Ετσι ο άνθρωπος μετενσαρκώνεται σε κάθε είδους ζώο -«τα χερσαία και τα θαλάσσια και τα πετεινά»- πριν μετεμψυχωθεί σε άνθρωπο, διαδικασία που διαρκεί 3.000 χρόνια. Πιστεύει ότι η θεωρία αυτή υιοθετήθηκε από ορισμένους Ελληνες συγγραφείς, από άλλους νωρίτερα, υπονοώντας τους ορφικούς και τον Πυθαγόρα, και από άλλους αργότερα, υποδηλώνοντας προφανώς τον Εμπεδοκλή, οι οποίοι την πρόβαλλαν ως δική τους (Ιστορία 2.123).

Η ιδέα της θεϊκότητας της ψυχής και της πτώσης της θεμελιώνεται δογματικά στον ορφικό μύθο. Εκεί γίνεται προσπάθεια να εξηγηθεί πώς συμβαίνει το «θεϊκό Εγώ» των ανθρώπων να αμαρτάνει και να υποφέρει μέσα στα θνητά κορμιά. Οι άνθρωποι που πλάστηκαν από τη στάχτη των κεραυνωμένων θεών Τιτάνων, που σκότωσαν και γεύτηκαν τις σάρκες του Ζαγρέως - Διονύσου, ένα είδος alter ego του Δία, καθώς είναι γιος του από τη συνεύρεση με την κόρη του Περσεφόνη, κουβαλούν, λόγω του φόνου, ένα προπατορικό αμάρτημα που βαραίνει ενοχικά την ψυχή τους και τη ρίχνει στην πολυβάσανη ζωή των γήινων πλασμάτων.

Αλλά και η επιορκία αποτελεί κυρίαρχο παράπτωμα εναντίον των θεών, επειδή εκείνος που ορκίζεται επικαλείται τις θεϊκές δυνάμεις ως εγγυητές του όρκου. Σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις το αμάρτημα έχει την ίδια σημασία. Εκείνοι που ενέδωσαν στον φόνο και στην επιορκία περιπλανώνται εξόριστοι «στο λιβάδι του ολέθρου» (Εμπεδοκλής, απ. 121). Τον 6ο αιώνα π.Χ. η ορφική θρησκευτικότητα διοχετεύει στην αρχαία Ελλάδα μυστηριακές πίστεις για το σώμα, όπου διακρίνονται στοιχεία της μεταφυσικής απαξίωσής του. Βασικό γνώρισμα του ορφισμού είναι η επιταγή της κάθαρσης της ψυχής και όχι ο βίαιος αποχωρισμός της από το σώμα. Αυτό επιτυγχάνεται με τον σεβασμό μιας σειράς απαγορεύσεων, αποχή από ορισμένες τροφές, όπως κρέας και κύαμοι, που συμβολίζουν μαγικά την απελευθέρωση από τους δεσμούς του σώματος, καθώς και με την άσκηση των ανώτερων δυνάμεων της ψυχής (μνήμη, λόγος, γνώση) με βακχικές τελετές, μουσική, εξορκισμούς και αποφυγή του κακού. Προοδευτικά η κάθαρση προσλαμβάνει όλο και πιο πνευματικό χαρακτήρα, για να καταστεί τελικά απόλυτα πνευματική στον Πλωτίνο.

Ο λυρικός Πίνδαρος δεν είναι θρησκευτικός ανακαινιστής. Εντυπωσιασμένος από την πίστη των Ακραγαντίνων πελατών του για τον καθαρμό, τη μεταθανάτια ζωή και τη μετεμψύχωση, διανθίζει τα ποιήματά του με τέτοιες βαθιές έννοιες. Θεωρεί ότι άνθρωποι και θεοί έχουν κοινή καταγωγή. «Ενα είναι το γένος των ανθρώπων και των θεών από την ίδια μητέρα πήραμε και οι δύο την πνοή. Μας διαχωρίζει όμως αλλιώτικη δύναμη, ώστε το ζειν να είναι το τίποτε (ως το μεν ουδέν), ο δε χάλκινος ουρανός να παραμένει πάντοτε το ασφαλές βάθρο» («Νεμεόνικος», VI 1-3). Στην ανώτατη, σταθερή κατοικία των θεών αντιπαραθέτει το «ως το μεν ουδέν», δηλαδή τον φυσικό κόσμο που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία «εικονική πραγματικότητα», μια φαντασία την οποία εκλαμβάνουμε ως πραγματική. Με τον ίδιο τρόπο και ο άνθρωπος είναι «Εφήμερος. Τι είναι ο καθένας; Τι δεν είναι ο καθένας; Ο άνθρωπος είναι το όνειρο μιας σκιάς» («Πυθιόνικος», VIII 95-96).

Περιφέρεται με το σώμα του στον υλικό κόσμο έχοντας την πλάνη ότι αποτελεί μια ιδιαίτερη οντότητα, διαφορετική από τους άλλους. Οταν όμως «έλθει η θεόσταλτη αίγλη, φέγγος ολόλαμπρο περιβάλλει τους ανθρώπους και ο μειλίχιος αιώνας» (ό.π. VIII 96-97). Τότε, δηλαδή, εγκαταλείπει τον γεμάτο δοκιμασία γήινο χώρο και μεταβαίνει σε μακαριότητα με τις εξαγνισμένες και φωτεινές ουράνιες υπάρξεις. Ωστόσο, για να καταξιωθεί μια τέτοια απόλαυση, πρέπει από τη γήινη ζωή ν’ ακολουθήσει μια ενάρετη πορεία με αλληλοδιάδοχες καθάρσεις και εξαγνισμούς.

Ο Αριστοτέλης μαρτυρεί ότι «κατά τους πυθαγορικούς μύθους η ψυχή δεν ανήκει σε συγκεκριμένο σώμα, αλλά ότι οποιαδήποτε ψυχή εμψυχώνει οποιοδήποτε σώμα» («Περί ψυχής», 407b 22).

Με τον θάνατο το αποχωρίζεται. Περνά για ένα διάστημα στο καθαρτήριο του Αδη και έπειτα επανέρχεται στον επάνω κόσμο. Η ενσωματωμένη ψυχή πληρώνει κάποιο ανόμημα, γι’ αυτό και μετενσωματώνεται πολλές φορές μέχρι να κλείσει ο κύκλος της κάθαρσής της. Δηλαδή η γήινη ζωή αποτελεί θάνατο για την ψυχή και είναι απόρροια αμαρτίας. Ο,τι η ψυχή πράττει στην προηγούμενη ζωή της το πληρώνει στην επόμενη. Η απελευθέρωση από την ταπείνωση της γήινης ενσάρκωσης επιτυγχάνεται με το να υιοθετήσει ο άνθρωπος τον ευσεβή «ορφικό βίο».

Ο Πλάτων εκφράζει ανάλογες ορφικές απόψεις για την ψυχή, και στον δυϊσμό του προτάσσει την ψυχή απέναντι στο σώμα. Ο πλατωνικός δυϊσμός δεν είναι ακριβώς θεωρία δύο αντιθέσεων, ψυχής - σώματος, καλού - κακού, και απόρριψη της φύσης του κακού. Είναι άρνηση του διαλόγου της ψυχής με το σώμα, η οποία προκύπτει από τη θεώρηση ότι η ένωσή τους γίνεται κατ’ ανάγκη και αποτελεί ακρωτηριασμό της τελειότητας της ουσίας της ψυχής. Η ψυχή οφείλει στην πορεία της να ανακτήσει τη χαμένη της ενότητα - ακεραιότητα, να ξαναγίνει ο εαυτός της και να φτάσει στην αλήθεια με οδηγό τον νου. Οπως επισημαίνει στον «Αλκιβιάδη», «ο άνθρωπος είναι ψυχή» (130c) και το σώμα είναι «σήμα», δηλαδή τάφος της ψυχής (Γοργίας 493a, Κρατύλος 400c) ή «δεσμωτήριο» (Κρατύλος 400c) ή «φρουρά» (Φαίδων 62b), δηλαδή φυλακή της ψυχής.

Σε μια ηπιότερη διατύπωση στον «Τίμαιο» το σώμα θεωρείται «όχημα» (69c) της ψυχής. Ο θάνατος συνίσταται στον χωρισμό της ψυχής, στην απαλλαγή της από τη δουλεία και την απατηλή σαγήνη του σώματος (Φαίδων 67d, 81d). Ενας τέτοιος θάνατος, περιφρονητής της άβαθης ζωής, καθίσταται ηθικός απελευθερωτής του πνεύματος. Για τον Πλάτωνα, καθώς η ψυχή είναι εκ φύσεως αθάνατη και ανώτερη, η αθανασία της ψυχής είναι μια μεταφυσική ανάγκη και όχι ζήτημα ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου.

Η ορφική μυστηριακή θρησκεία με τις απόψεις της για τον άνθρωπο ανατρέπει την ελληνική αντίληψη για τη ζωή. Σύμφωνα με τον ανθρωπομορφισμό, ο καθαυτό άνθρωπος είναι ο σωματικός, ενώ η ψυχή θεωρείται αδύναμο είδωλο. Τώρα η ψυχή καθίσταται αιώνια και άφθαρτη, ενώ το σώμα είναι εφήμερο, ακάθαρτο και ασήμαντο. Τότε η αληθινή ζωή ήταν πάνω στη γη και κάτω από το φως του ήλιου, ενώ ο πέρα κόσμος αποτελούσε ένα άτονο, σιωπηλό και θολό της αντίγραφο. Τώρα η γήινη ζωή είναι ταλαιπωρία, τιμωρία, μέρες φυλακής και μόνο στον πέρα κόσμο, όταν η ψυχή λυτρωθεί από τη φυλακή του σώματος, ευδαιμονεί η αληθινά θεϊκή ύπαρξη. Αυτή η ανατροπή οδηγεί τον ορφικό Ευριπίδη να πει σε μια από τις χαμένες του τραγωδίες: «Ποιoς ξέρει αν η ζωή δεν είναι θάνατος, κι αυτό που εμείς θάνατο λέμε, κάτω εκεί να λέγεται ζωή» (Πολυείδους απ. 638, Φρίξου απ. 833).

*Συγγραφέας-Ψυχίατρος