Το «Φτερό στον άνεμο»

Το «La donna e mobile» δεν μπορεί να το λέει ο πάσα ένας. Εκτός από αρετή και τόλμη, θέλει και φωνή, φυσικά

Aπό τον
Μιχάλη Δ. Μανωλίδη

Από πλευράς… κλινικής θα ευρεθούν ανά τον κόσμον εκατομμύρια άτομα που θα θεωρηθούν τενόροι. Οι, τέλος πάντων, «δικαιούμενοι» τον τίτλο διακρίνονται χονδρικώς -είναι και μπουλουκάκια οι περισσότεροι- σε ελαφρούς, λυρικούς και δραματικούς. Οι πρώτοι, οι λετζέροι, υπό την εκλεπτυσμένην τους μορφή, βαίνουν συνεχώς μειούμενοι. Μεταξύ των άλλων δύο κυριαρχεί και ο τύπος λυρικοσπίντο, που προτιμάται στην «αγορά» καθ' ο θεωρηθείς κατάλληλος να καλύπτει ευρύτερο ρεπερτόριο. Ολοι όμως -ακόμα και μερικοί βαρύτονοι ή βαρυτονίζοντες- θα δοκιμάσουν κάποτε τον, από καιρού, παγκοσμιοποιημένον πλέον ναπολιτάνικο «Υμνο στον Ηλιο», το «O Sole mio» (δυστυχώς, όμως, αυτό το λαϊκό διαμαντάκι υπερανοιχτόκαρδης λαχτάρας θεωρείται από πολλούς αμερικανικής κατασκευής με το… παρατσούκλι «It's now or never»).

Δεύτερον, από πλευράς παγκοσμίου δημοσιότητος, αλλά επίσης κοινός στόχος δοκιμασίας -ή θύμα όλων σχεδόν των τενόρων (πλην ίσως των, σπανίων, σαφώς δραματικών, π.χ. Ραμόν Βινάι)-, είναι το «La donna e mobile» από τον Rigoletto του Giuseppe Verdi (1813-1901), προσωπικού μου ευεργέτη αλλά και πολυαγαπημένου χιλιάδων κοινών θνητών. Τω καιρώ εκείνω λοιπόν (1850/51) αυτής της θεόπνευστης σύνθεσης, ο νεαρός ακόμα πατριάρχης αισθανόταν ήδη, εν τω βάθει εμπνεόμενος, από καθετί ανθρωπιστικώς ανώτερο (όχι, π.χ., μόνο τον Σαίξπηρ), αλλά παρέμεινε, και μέχρι τέλους, ένας λαϊκός άνθρωπος, πατούσε γερά στη γη - αργότερα έγινε και μεγαλοαγρότης και μεγαλοχορηγός. Και κάποια στιγμή, που λέτε, τότε, ρεαλιστικώς επροφήτευσε: «Αν παραδώσω για τις πρόβες απ' την αρχή με ολόκληρη την παρτιτούρα και το “La donna e mobile”, κάηκα με πετρέλαιο: Τουλάχιστον 150 άτομα, με πρώτες τις καθαρίστριες, θα το ακούν συνέχεια έστω και μόνο απ' την ορχήστρα, θα το σφυρίζουνε παντού στους διαδρόμους πρώτα και έπειτα στα σοκάκια, επί έναν μήνα και, τέλος, στην πρεμιέρα σίγουρα θα ειπωθεί ότι το άρπαξα αιωρούμενο στα κανάλια της Βενετίας».

Ετσι, λοιπόν, ο μέγας μάγιστρος, αντιστεκόμενος καθημερινώς στις γκρίνιες του διάσημου τότε τενόρου Μιράτε (αν θυμάμαι σωστά το όνομα), παρέδωσε αυτήν την άρια για μελέτη και κατ' ευθείαν πρόβα μόλις το πρωί της πρεμιέρας «Teatro La Fenice» (11/3/1851). Και το βράδυ, βεβαίως, πάταγος -παρά τις επιφυλάξεις ως προς το όλο έργο- και, έκτοτε, κατέστη η μοιραία καντσόνα για όλους τους επί γης τενόρους και τενορίζοντες. Υπάρχουν όμως και κάποια προβλήματα. Και πρώτα μία υπενθύμιση: Οι μεγάλοι σολίστες, βεβαίως, και πολύ πριν από το 1850, ζητούσαν επιμόνως να έχουν άρια σε κάθε πράξη (αλίμονο) έστω και εις βάρος της δραματικής ή ψυχολογικής συνέπειας του ρόλου.

Στον «Rigoletto», ο νεαρός Δούκας, ωραίος φαλλοκράτης, λιμπερτίνος και κτηνωδώς αδίστακτος παρθενοάρπαγας, εκφράζεται «φυσιολογικά» στην Α' Πράξη («Questa o quella»), κάπως αφύσικα στη Δεύτερη («Parmi Vedere») με τη λογική ότι το ερωτικό συναίσθημα ακόμη και κτήνη ευαισθητοποιεί - έστω προσωρινά. Η κυνική εξουσία του τενόρου Δούκα (διά λόγους λογοκρισίας προφανώς: στο αρχικό κείμενο του Β. Ουγκό ήταν ο βασιλιάς) θα εκφρασθεί πάλι στην άρια της τελευταίας Πράξης, πλην όμως με χάρη και κομψότητα απαλύνουσα τα πάντα: Ε, λοιπόν, το «La donna e mobile» δεν μπορεί να το λέει ο πάσα ένας.

Εκτός από αρετή και τόλμη, θέλει και φωνή φυσικά, αλλά όχι πολύ μεγάλη, γιατί πρέπει εν πάση περιπτώσει να μαζεύεται. Απαιτούνται λίκνισμα και συνεχής αλλαγή στα tempi (επιπλέον έχει κατεβάσει ποτηράκια ο Δούκας), αλλιώς θα γίνει χαζορυθμικό τραγουδάκι για το πούλμαν της Κυριακής. Οχι, κύριε. Προέχει η κομψότης - όχι μόνο να χορτάσει το αυτό (αφτί). Πρέπει να «εκτεθεί» με δροσιά λαϊκότροπης μελωδίας η γυναικεία ελαφρότης, αλλά και να μας αφήσει κάπως αποδεκτήν εντύπωση ο «κακός» (παρ' όλη τη φρικτή αντιπαραβολή με το επερχόμενο δραματικό τέλος, την κοινωνική αδικία κ.λπ.).

Αυτά δεν μπορούν ίσως να τα εννοήσουν εύκολα κάποιοι λεβεντοτενόροι που συνήθως παράγουν πλούσιο όγκο φωνής και, κυρίως, έχουν συνεχώς τον νου τους στο σι της κορόνας και πώς να την επιμηκύνουν. Δεν δίνουν ή δεν μπορούν να δώσουν το πρέπον «βάρος» εις τα μεσολαβούντα μελώδη παιχνιδίσματα. Ας είναι. Αυτό το ιδιοφυούς απλότητος αριστουργηματάκι την επομένη της πρεμιέρας το τραγουδούσε όλη η πόλη. Και σταδιακώς απλώθηκε όπου γης. Επί 170 έτη συναπτά. Αλλα τόσα ευχόμεθα να το χαρεί και ο υπομονετικός αναγνώστης.

* Συγγραφέας