Καρκίνος του θυρεοειδούς: Αυξάνεται αλλά αντιμετωπίζεται

Οι γυναίκες φαίνεται ότι προσβάλλονται συχνότερα από τους άντρες, με περίπου τριπλάσια συχνότητα • Με την υπογραφή του Μιχάλη Κεφαλογιάννη 

Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μια αύξηση του καρκίνου του θυρεοειδούς παγκοσμίως, αλλά και στην Ελλάδα. 
Χαρακτηριστικά ο καρκίνος του θυρεοειδούς αποτελεί περίπου το 1,5% όλων των καρκίνων καθώς και το 95% των καρκίνων που εντοπίζονται στους ενδοκρινείς αδένες. 
Οι γυναίκες φαίνεται ότι προσβάλλονται συχνότερα από τους άντρες, με περίπου τριπλάσια συχνότητα. 

Η αυξημένη συχνότητα σχετίζεται με την αυξημένη ευαισθητοποίηση του κοινού καθώς και την εξάπλωση των μεθόδων απεικόνισης.
Ωστόσο πολλοί από αυτούς τους καρκίνους ανιχνεύονται σε πρώιμα στάδια, όταν δεν έχουν καν δώσει συμπτώματα, γεγονός που καθιστά την πρόγνωσή τους εξαιρετικά καλή.

«Νούμερο ένα παράγοντας κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου στον θυρεοειδή είναι το ιστορικό προηγούμενης ακτινοβόλησης της κεφαλής και του τραχήλου ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία, γι' αυτό θα πρέπει να διερευνάται σε κάθε ασθενή. Επίσης αυξημένη συχνότητα εμφανίζεται σε ασθενείς που έχουν ήδη μέλη στην οικογένεια με διαγνωσμένο καρκίνο θυρεοειδούς ή ασθενείς που πάσχουν από το σύνδρομο πολλαπλής ενδοκρινικής νεοπλασίας (ΜΕΝ). Αυξημένη πιθανότητα κάποιος όζος να υποκρύπτει καρκίνο υπάρχει επίσης στα παιδιά καθώς και στους ενήλικες άνω των 60 ετών» επισημαίνει η Ευανθία Διαμάντη - Κανδαράκη, ενδοκρινολόγος - διαβητολόγος, ομότιμη καθηγήτρια Παθολογίας και Ενδοκρινολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


▲ Ποια είναι τα συμπτώματα

Πολλές φορές ένας καρκίνος θυρεοειδούς είναι ασυμπτωματικός και ανακαλύπτεται τυχαία.
«Για παράδειγμα, ένας υπέρηχος θυρεοειδούς μπορεί να αποκαλύψει έναν ύποπτο θυρεοειδικό όζο, ο οποίος με την περαιτέρω διερεύνηση θα αποδειχθεί ότι περιέχει καρκινικά κύτταρα» εξηγεί η κυρία Διαμάντη - Κανδαράκη.

Σε πιο προχωρημένες καταστάσεις, όπου ο καρκίνος έχει μεγαλώσει σε μέγεθος ή έχει ξεπεράσει τα όρια του θυρεοειδούς, μπορεί να δώσει συμπτώματα, όπως ψηλαφητή μάζα στον λαιμό.
Εάν ο καρκίνος του θυρεοειδούς έχει επεκταθεί στον λαιμό και έχει δώσει μεταστάσεις στους τραχηλικούς λεμφαδένες, τότε η αρχική ψηλαφητή μάζα μπορεί να είναι στα πλάγια του λαιμού και όχι απαραίτητα στο κέντρο, που είναι η ανατομική θέση του θυρεοειδούς αδένα.

Αλλα συμπτώματα μπορεί να είναι το αίσθημα πίεσης ή πόνου, η δυσκολία κατάποσης ή και βράγχος ή αλλοίωση της φωνής.

▲ Πώς γίνεται η διάγνωση

Το υπερηχογράφημα του τραχήλου είναι αρκετά διαδεδομένη και αξιόπιστη εξέταση για την ανίχνευση θυρεοειδικών όζων.
Ο γιατρός μπορεί να εκτιμήσει το μέγεθος του θυρεοειδούς αδένα και την ύπαρξη πιθανών όζων.

Παράλληλα θα συνυπολογίσει το μέγεθος, τον αριθμό και ορισμένα επιπλέον χαρακτηριστικά που καθιστούν τους όζους λιγότερο ή περισσότερο ύποπτους, όπως ανώμαλα όρια, αυξημένη αγγείωση, υποηχογένεια σε σχέση με το υπόλοιπο θυρεοειδικό παρέγχυμα και μικροασβεστώσεις.
Επίσης μπορεί να εξετάσει και τους λεμφαδένες στον λαιμό.

Σημαντική είναι επίσης η σύγκριση του υπερήχου με παλαιότερα ευρήματα, ώστε να φανεί αν κάποιος όζος αλλάζει στην πορεία του χρόνου και με τι ρυθμό.

«Αλλες απεικονιστικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν είναι η αξονική τομογραφία και η μαγνητική τομογραφία του τραχήλου, αλλά έχουν πιο περιορισμένη χρήση για τη διάγνωση του καρκίνου του θυρεοειδούς. Μπορεί να δώσουν χρήσιμες πληροφορίες σε περίπτωση που ένας θυρεοειδής αδένας είναι καταδυόμενος στο μεσοθωράκιο ή αρκετά διογκωμένος. Επίσης μπορούν να βοηθήσουν στην ανίχνευση τραχηλικών μεταστάσεων» τονίζει η κυρία Διαμάντη - Κανδαράκη.

Το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς με 123Ι ή με 99mTc χρησιμοποιείται κυρίως για την εκτίμηση υπερλειτουργίας αυτόνομων όζων που παράγουν θυρεοειδικές ορμόνες και προκαλούν υπερθυρεοειδισμό, και δεν είναι ένα διαγνωστικό εργαλείο πρώτης γραμμής για την ανίχνευση του καρκίνου του θυρεοειδούς.

▲ Πότε χρειάζεται παρακέντηση

Σε περίπτωση που ανιχνευθεί ένας όζος στον θυρεοειδή πρέπει να συνεκτιμηθούν το μέγεθος και ορισμένα ακόμη χαρακτηριστικά στον υπέρηχο, προκειμένου να χαρακτηριστεί ως ύποπτος ή όχι. Συνεπώς δεν σημαίνει ότι όλοι οι όζοι χρειάζονται παρακέντηση.
Ο ενδοκρινολόγος θα αποφασίσει αν και ποιοι όγκοι χρειάζονται κατόπιν παρακέντηση με λεπτή βελόνα (FNA).

«Στόχος αυτής της εξέτασης είναι να ληφθούν ορισμένα κύτταρα από τον ύποπτο όζο και να καθοριστεί η πιθανότητα κακοήθειας. Η εξέταση αυτή δεν είναι 100% αξιόπιστη, καθώς υπάρχει πάντα η περίπτωση το αποτέλεσμα της παρακέντησης να είναι μη διαγνωστικό, και περίπου το 30% των οζιδίων που παρακεντούνται ταξινομείται ως απροσδιόριστο ή ασαφές. Επίσης υπάρχει πάντα η πιθανότητα σφαλμάτων, δηλαδή ένα αποτέλεσμα καλό να κρύβει μια κακοήθεια ή ένα αποτέλεσμα ύποπτο να μην κρύβει. Γι' αυτόν τον λόγο ο ενδοκρινολόγος πρέπει να συνεκτιμήσει όλα τα χαρακτηριστικά του όζου, όπως μέγεθος, εξέλιξη στον χρόνο, εικόνα στο υπερηχογράφημα και αποτέλεσμα της παρακέντησης, προκειμένου να αποφασίσει το επόμενο βήμα» αναφέρει χαρακτηριστικά η κυρία Διαμάντη - Κανδαράκη.

Μικροί όζοι που δεν μεγαλώνουν στην πορεία του χρόνου μπορεί να χρειάζονται μια απλή παρακολούθηση με μελλοντικό υπερηχογραφικό έλεγχο, ενώ μεγαλύτεροι όγκοι, με ύποπτα χαρακτηριστικά στον υπέρηχο, αύξηση του μεγέθους τους και ύποπτο αποτέλεσμα στην παρακέντηση, μπορεί να χρειάζονται χειρουργική αντιμετώπιση.

Υπάρχει κίνδυνος μετάστασης;

Οι μεταστάσεις ανιχνεύονται κατά κύριο λόγο στους τοπικούς τραχηλικούς λεμφαδένες και σε μικρότερο ποσοστό υπάρχουν απομακρυσμένες μεταστάσεις. «Κάθε υπότυπος του καρκίνου συμπεριφέρεται διαφορετικά ως προς τις μεταστάσεις του, δίνοντας μεταστάσεις λεμφογενώς, αιματογενώς ή ως τοπική υποτροπή στον τράχηλο. Ανάλογα με τον τύπο καρκίνου, υπάρχουν καρκινικοί δείκτες που μπορούν να βοηθήσουν τον ενδοκρινολόγο στην έγκαιρη ανίχνευση μεταστατικής εστίας, όπως για παράδειγμα τα επίπεδα της θυρεοσφαιρίνης, τα οποία αν αυξάνουν μπορεί να υποδηλώνουν την ανάπτυξη μεταστατικής εστίας» καταλήγει η κυρία Διαμάντη - Κανδαράκη.
Παράλληλα οι μεταστάσεις μπορεί να εντοπίζονται με απεικονιστικές τεχνικές, όπως υπερηχογράφημα, αξονική ή μαγνητική τομογραφία ή σπινθηρογράφημα, ανάλογα με την κάθε περίπτωση του ασθενούς.

Διαφορετικές στρατηγικές

Για τους μεγαλύτερους σε μέγεθος και πιο επιθετικούς τύπους καρκίνου συστήνεται η άμεση χειρουργική αντιμετώπιση.
«Σε περίπτωση μικρών θηλωδών καρκινωμάτων του θυρεοειδούς (ή αλλιώς μικροκαρκινώματα) μπορεί να ακολουθηθεί μια στρατηγική παρακολούθησης και αναμονής, καθώς φαίνεται ότι εξελίσσονται αργά.

Σε περίπτωση που ένας ύποπτος όζος φαίνεται να μεγαλώνει, μπορεί τότε να ακολουθήσει μια χειρουργική επέμβαση, όπως ολική θυρεοειδεκτομή ή και μερική θυρεοειδεκτομή, αφαίρεση δηλαδή του ενός λοβού ή ενός τμήματος του αδένα» προσθέτει.
Μετά τη χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς, ο ασθενής λαμβάνει ραδιενεργό ιώδιο, το οποίο καταστρέφει τα πιθανά υπολείμματα καρκινικού θυρεοειδικού ιστού.

«Στη συνέχεια οι ασθενείς με καρκίνο του θυρεοειδούς πρέπει να λάβουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης των θυρεοειδικών ορμονών. Πρέπει να προσέχουν να ακολουθούν τις οδηγίες του ενδοκρινολόγου για να λαμβάνουν το χάπι σωστά. Αυτό θα εξασφαλίσει μια σωστή απορρόφηση του χαπιού. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα θα πρέπει να ελέγχεται το επίπεδο θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η θεραπεία που λαμβάνουν είναι επαρκής. Σε διαφορετική περίπτωση ο ενδοκρινολόγος μπορεί να προσαρμόσει τη δόση του χαπιού» υπογραμμίζει η κυρία Διαμάντη - Κανδαράκη.

Σε περίπτωση πιο σπάνιων επιθετικών μορφών καρκίνου θυρεοειδούς με μεταστάσεις υπάρχει πιθανότητα ο ασθενής να χρειαστεί ακτινοβολία, χημειοθεραπεία ή κάποια στοχευμένη φαρμακευτική αγωγή. Σε κάθε περίπτωση η θεραπεία εξατομικεύεται.
Οπως αναφέρει, ο καρκίνος του θυρεοειδούς θεραπεύεται σε μεγάλο ποσοστό (στο 85% ασθενών πενταετής επιβίωση) και γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η πρώιμη διάγνωση.

Η πλειονότητα των περιπτώσεων είναι ήπιες μορφές καρκίνου, ωστόσο υπάρχουν και πιο σπάνια περιπτώσεις πιο επιθετικών μορφών με χειρότερη πρόγνωση.