Εργασιακός μεσαίωνας για τους επικουρικούς του ΕΣΥ

Ποιον εξυπηρετεί αυτή η ιδιαίτερη κατηγορία εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού, που δεν έχει τα ίδια εργασιακά δικαιώματα, όπως οι μόνιμοι νοσοκομειακοί γιατροί; Αυτή η «μεσοβέζικη» κατάσταση βολεύει ένα χρεοκοπημένο κράτος

Aπό τη
Ρίτα Μελά

Επικουρικός γιατρός: ένας θεσμός που έχει δημιουργήσει μια στρατιά από λειτουργούς του Ιπποκράτη-ομήρους, οι οποίοι παίζουν τον ρόλο του «μπαλαντέρ» για να καλύψουν κάποιες εκατοντάδες θέσεις από τις περίπου 6.000 ελλείψεις σε ιατρικό προσωπικό, που υπάρχουν στα δημόσια νοσοκομεία και στις υγειονομικές δομές. Ενα επιστημονικό προσωπικό υψηλά καταρτισμένο, που προσλαμβάνεται με συμβάσεις ενός, δύο έως τριών ετών, οι οποίες ανανεώνονται ή δεν ανανεώνονται. Εκτός από την εργασιακή ανασφάλεια και τις μετακινήσεις, οι επικουρικοί γιατροί δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους συναδέλφους τους. Αυτό σημαίνει ότι δεν δικαιούνται εκπαιδευτική άδεια, δεν έχουν τις ίδιες κανονικές άδειες, δεν παίρνουν χρονοεπίδοματα.

Ποιον, λοιπόν, βολεύει αυτή η ιδιαίτερη κατηγορία υψηλά εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού, που δεν έχει τα ίδια εργασιακά δικαιώματα, όπως οι μόνιμοι νοσοκομειακοί γιατροί; Η απάντηση που δίνουν οι ίδιοι οι γιατροί -επικουρικοί και μόνιμοι- είναι ότι αυτή η «μεσοβέζικη» κατάσταση βολεύει ένα χρεοκοπημένο κράτος, που δεν έχει τη δυνατότητα να κάνει μόνιμες προσλήψεις και να ενισχύσει το ΕΣΥ με τις ιατρικές ειδικότητες που χρειάζεται.

▲ Οι μαρτυρίες

Για να αναλύσουμε το φαινόμενο «επικουρικός γιατρός» χρειαστήκαμε τη βοήθεια μιας παθολόγου και μιας καρδιολόγου από δύο μεγάλα νοσοκομεία της Αττικής, που επιθυμούν να κρατήσουν την ανωνυμία τους. Και οι δύο εργάζονται ως επικουρικοί τα τελευταία πολλά χρόνια, με μεγάλα διαστήματα ανεργίας. Καθεμιά έχει δουλέψει σε περισσότερα από τρία νοσοκομεία της χώρας. Και οι δύο μας περιέγραψαν μια κατάσταση εργασιακού Μεσαίωνα, όπου, ενώ καλύπτουν δυσαναπλήρωτα κενά στα δημόσια νοσοκομεία, ζουν μέσα στην ανασφάλεια, καθώς η ανεργία είναι ο μόνιμος εφιάλτης τους. «Μετά το εννιάμηνο, τι;» αναρωτιούνται και οι δύο, που μόλις πρόσφατα ανανεώθηκε η σύμβασή τους έως το τέλος του 2019. Να σημειωθεί ότι ο θεσμός αυτός καθιερώθηκε πριν από 15 χρόνια, με σκοπό την κάλυψη έκτακτων και επειγουσών αναγκών σε δυσπρόσιτες και νησιωτικές περιοχές, με κάλυψη των θέσεων κατά προτεραιότητα από νέους, άνεργους γιατρούς έως πέντε έτη μετά την απόκτηση του τίτλου ειδικότητας. Από το 2007 έγινε δυνατό οι επικουρικοί γιατροί να διορίζονται και σε νοσοκομεία της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, ενώ από το 2015 ο θεσμός του επικουρικού διευρύνθηκε ακόμα περισσότερο σε όσους έχουν αποκτήσει τίτλο ειδικότητας την τελευταία δεκαετία. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των επικουρικών γιατρών είναι οι ελαστικές μορφές απασχόλησης αυτής της ολοένα αυξανόμενης «δεξαμενής» διαθέσιμου ευέλικτου εργατικού δυναμικού, που εναλλάσσεται μεταξύ προσωρινής εργασίας και ανεργίας.

«Οι επικουρικοί γιατροί υπογράφουν συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Η διάρκεια της σύμβασης είναι ετήσια, σε ορισμένες περιπτώσεις διετής και τριετής. Τα τελευταία χρόνια δίνονταν παρατάσεις στη θητεία του επικουρικού προσωπικού, προκειμένου να καλυφθούν τα κενά που προέκυπταν από συνταξιοδοτήσεις» μας είπε η Κ.Ε., παθολόγος, και συνέχισε: «Οι κενές οργανικές θέσεις ειδικευμένων γιατρών φτάνουν τις 6.000. Ενδεχομένως, όμως, οι πραγματικές ανάγκες να είναι πολλαπλάσιες, και αυτό το βλέπουμε κυρίως από την άνοιξη έως τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο, που, λόγω του τουρισμού, ο πληθυσμός αυξάνεται, μαζί και οι υγειονομικές ανάγκες. Αντί, λοιπόν, να γίνουν προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, καλύπτονται οι μόνιμες και διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες των νοσοκομείων με προσωπικό το οποίο προοριζόταν -υποτίθεται- για την κάλυψη έκτακτων αναγκών». Απόδειξη, το γεγονός ότι με την τροπολογία που κατατέθηκε από το υπουργείο Υγείας σε νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας, μόλις στις 14 Ιανουαρίου 2019, δόθηκε παράταση εννέα μηνών στις συμβάσεις των επικουρικών γιατρών που υπηρετούν στο ΕΣΥ, με προσλήψεις μέσω ΕΣΠΑ.

▲ Η χρηματοδότηση

Συγκεκριμένα, η ηγεσία του υπουργείου Υγείας αποφάσισε ότι οι 597 επικουρικοί γιατροί, των οποίων η θητεία λήγει στις 31 Ιανουαρίου 2019, θα μείνουν στις θέσεις τους στα δημόσια νοσοκομεία έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2019. «Η παράταση καθίσταται δυνατή λόγω της συνέχισης του προγράμματος χρηματοδότησής τους, στο οποίο έχουν ενταχθεί» αναφέρεται από το υπουργείο.Ειδικότερα, όπως σημειώνεται στη διάταξη, «κατά την παράταση αυτή, η μισθοδοσία των γιατρών καλύπτεται από το εθνικό ή το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων». Σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η σχετική δαπάνη ανέρχεται σε 16.200.000 ευρώ.  Με άλλα λόγια, εάν δεν είχε δοθεί παράταση στο πρόγραμμα του ΕΣΠΑ, δεν θα είχαν ανανεωθεί οι συμβάσεις των 597 επικουρικών γιατρών...  

Εργασιακή ανασφάλεια

Επικουρικός γιατρός: Ο «νέος» που δεν δικαιούται εκπαιδευτική άδεια, δεν έχει τις ίδιες κανονικές άδειες με τον μόνιμο, δεν παίρνει χρονοεπίδομα...

«Για τους γιατρούς που εργάζονται ως επικουρικοί είναι μόνιμες η εργασιακή ανασφάλεια και η κινητικότητα από νοσοκομείο σε νοσοκομείο. Υπάρχουν γιατροί τα τελευταία χρόνια που έχουν αλλάξει αρκετά νοσοκομεία σε διάφορες πόλεις της χώρας, όπως στην Πάτρα, στη Λάρισα, στην Αθήνα» μας είπε η Κ.Ε., καρδιολόγος, που εργάζεται ως επικουρικός γιατρός, και συνέχισε: «Από τη μια επικουρική πρόσληψη στην άλλη, υπάρχουν διαστήματα ανεργίας που, ειδικά για κάποιες ειδικότητες, μπορεί να διαρκούν χρόνια. Σε κάθε νοσοκομείο, ο επικουρικός είναι πάντα ο “καινούργιος'', ο ''νέος'', ακόμα κι αν έχει δουλέψει πέντε και έξι χρόνια στο ΕΣΥ, και, όπως είναι απολυτά κατανοητό, υπάρχει δυσκολία στην προσαρμογή, γεγονός που επηρεάζει τη λειτουργία του νοσοκομείου και έχει επίπτωση στους συναδέλφους και τους ασθενείς».

Εκτός από την εργασιακή ανασφάλεια και τις μετακινήσεις, οι επικουρικοί δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους συναδέλφους τους. Δεν δικαιούνται εκπαιδευτική άδεια, δεν έχουν τις ίδιες κανονικές άδειες, δεν παίρνουν χρονοεπίδομα.
Για το θέμα των επικουρικών γιατρών, σχεδόν όλα τα νοσοκομεία της χώρας έχουν κάνει κινητοποιήσεις μέσω της Ομοσπονδίας Εργαζομένων Νοσοκομειακών Ιατρών Ελλάδας (ΟΕΓΝΕ), της Ενωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας - Πειραιά (ΕΙΝΑΠ) και των τοπικών ιατρικών συλλόγων.

Οι ιατρικές ενώσεις ουσιαστικά διεκδικούμε να μην απολυθεί κανένας επικουρικός γιατρός, να μονιμοποιηθούμε όλοι χωρίς όρους και προϋποθέσεις, και να πάψουν να υπάρχουν γιατροί πολλών ταχυτήτων. Τα οργανικά και, πολύ περισσότερο, τα πραγματικά κενά δεν καλύπτονται ούτε αν μονιμοποιηθούν οι υπηρετούντες επικουρικοί, αλλά και όσοι περιμένουν στις λίστες. Διεκδικούμε άμεσα προσλήψεις μόνιμου προσωπικού πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ώστε να παρέχεται δημόσια και δωρεάν υγεία» αναφέρει η ΕΙΝΑΠ σε ανακοίνωσή της. 

Τι λέει το υπουργείο Υγείας για την κάλυψη των αναγκών

Οο υπουργείο Υγείας, από την πλευρά του, εξακολουθεί να  παρουσιάζει τις απολύσεις επικουρικών ως «ευκαιρία» διορισμού νέων γιατρών από αυτούς που είναι εγγεγραμμένοι στις λίστες. Ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός έχει δηλώσει ότι θα διατηρήσει τον θεσμό του επικουρικού, με το πρόσχημα της κάλυψης έκτακτων αναγκών, ενώ παράλληλα τον παρουσιάζει ως έναν τρόπο περιορισμού της διαρροής επιστημόνων στο εξωτερικό. Κυβέρνηση και υπουργείο «απαντούν» στο αίτημα μονιμοποίησης των επικουρικών γιατρών, ισχυριζόμενοι ότι οι διορισμοί πρέπει να γίνονται μέσα από κρίσεις. Στην πραγματικότητα, έτσι υποβαθμίζονται το πτυχίο και ο τίτλος ειδικότητας.

Οι ΟΕΝΓΕ και η ΕΙΝΑΠ υποστηρίζουν τη μονιμοποίηση των επικουρικών γιατρών γιατί θεωρούν την απόκτηση πτυχίου και τίτλου ιατρικής ειδικότητας επαρκή προϋπόθεση για πρόσληψη μόνιμου γιατρού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι παράδοξο να αμφισβητείται η ικανότητα των επικουρικών να στελεχώνουν μόνιμες θέσεις, ενώ όσο υπηρετούν έχουν τις ίδιες ευθύνες και καθήκοντα με τους μόνιμους γιατρούς. Γι' αυτό όλοι οι γιατροί, μόνιμοι και επικουρικοί, διεκδικούν την κατάργηση όλων των ελαστικών μορφών απασχόλησης, διότι «όλοι έχουν δικαίωμα για μόνιμη δουλειά με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα», όπως αναφέρουν σε όλες τις ανακοινώσεις τους.