«Ρωμιοί αρχιτέκτονες» και «Ελληνες μηχανικοί» στην Πόλη

Ανάκτορα και επαύλεις, δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, εμπορικές στοές και ναοί από τον Γαλατά και το Πέραν στις συνοικίες του Βοσπόρου και στα Πριγκηποννήσια διηγούνται ιστορίες Ελλήνων

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Η Κωνσταντινούπολη προσφέρει στον επισκέπτη μια αρχιτεκτονική πανδαισία, μια πλούσια εμπειρία και απόλαυση, καθώς συνδυάζει παραδοσιακές και ιστορικές μορφές και ρυθμούς, που αναπλάθονται συνεχώς, αναγεννώνται και συναντούν τα ευρωπαϊκά ρεύματα του 19ου αιώνα, τον θρίαμβο του νεοκλασικισμού και τις τάσεις της σύγχρονης εποχής.

Τα ιστορικά κτίσματα της βυζαντινής πρωτεύουσας, τα ερείπια των ανακτόρων, των τειχών και των προμαχώνων, οι ναοί και τα θρησκευτικά μνημεία συνδέουν ακόμη συναισθηματικά τον Ελληνα επισκέπτη με ένα παρελθόν, ένα όραμα και μια ιδέα που, πριν από χρόνια, παρέμενε ο μεγάλος στόχος, όραμα και μεγαλόπνοο πρόγραμμα εθνικής ολοκλήρωσης: «Οι αρχαίοι ναοί με το πέτρινο δάπεδο και τα βαριά/ των ιερέων σάνταλα/ τα θυμιάματα/ κάτω από τα γυμνά στήθη και ο κρότος των χαλκάδων/ την ώρα του χορού κομμάτια/ παρδαλά μπαλώματα η ψυχή μου» (Οδ. Ελύτης).

Κυρίαρχη θέση κατέχει το λαμπρό οικοδόμημα των μηχανικών Ανθεμίου από τις Τράλλεις και Ισιδώρου από τη Μίλητο, ο περιώνυμος ναός της Αγίας Σοφίας, στον πρώτο λόφο της πόλης και σε μικρή απόσταση από το άλλοτε Μέγα Παλάτιον και τον Ιππόδρομο. Οι αρχιτεκτονικές επιδράσεις της τρουλαίας βασιλικής, που συνδυάζει αρμονικά στοιχεία της πρώιμης βυζαντινής ναοδομίας, σε μεγάλη κλίμακα, είναι εμφανείς σε πολλούς μεταγενέστερους ναούς και οθωμανικά τεμένη. Τα κατάλοιπα του πλούσιου εσωτερικού διάκοσμου δημιουργούν ακόμη μια ατμόσφαιρα υποβλητική, μέσα από την οποία αναθρώσκουν μνήμες και ιστορίες, και θρύλοι εποχών ακμής και κλέους.

Την ίδια γοητεία προκαλεί η περίφημη Μονή της Χώρας (Kariye Camii), πλησίον των τειχών του Θεοδοσίου, το πλέον σημαντικό μνημείο της ύστερης περιόδου της βυζαντινής διακοσμητικής. Τη Μονή είχε ανακαινίσει ο λόγιος και πρόδρομος της ανθρωπιστικής αναγέννησης, ανώτατος αξιωματούχος και διαιτητής της κομψότητας Θεόδωρος Μετοχίτης (1270-1332) στα 1316/21, στην οποία κληροδότησε περιουσία καθώς και πλούσια συλλογή βιβλίων. Γόνος αριστοκρατικής οικογενείας του Βυζαντίου, ο Μετοχίτης πρόσθεσε στη Μονή τον εξωνάρθηκα, το νότιο παρεκκλήσιο και κόσμησε τον ναό με αξιόλογα ψηφιδωτά και τοιχογραφίες, ένα μοναδικό εικονογραφικό πρόγραμμα, από τα πλέον αξιόλογα καλλιτεχνικά δείγματα της εποχής των Παλαιολόγων, όπου ο Γ. Σεφέρης ανακαλύπτει «την τελευταία αναγέννηση», αυτήν «που λογαριάζει περισσότερο για μας τους σημερινούς. Πραγματικά», σημειώνει, «το δίδαγμά της ξεπερνά τα όρια της ζωγραφικής και δείχνει, mutatis mutandis, μια λύση της αιώνιας ελληνικής διαμάχης ανάμεσα στη σχολαστική και επιφανειακά ιδεαλιστική μας παράδοση και την παράδοση του δημοτικισμού μας».

Στους αιώνες που πέρασαν, και έως τα μέσα του 19ου αιώνα, η Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα πόλη της κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτυπώνει την εθνική και τη θρησκευτική πολυμορφία των πληθυσμών, με την ποικιλία ιστορικών και πολιτισμικών αναφορών. Στην περίοδο της ανασυγκρότησης του «εκδυτικισμού» ή «εκσυγχρονισμού» του οθωμανικού κράτους (Τανζιμάτ, 1839) και την εκχώρηση «ελευθεριών» στην ελληνορθόδοξη κοινότητα, πολλοί Ελληνες («Ρωμιοί»), αρχιτέκτονες και μηχανικοί, απόφοιτοι ευρωπαϊκών πανεπιστημίων ή της εγχώριας Σχολής Βιομηχανικών Τεχνών, σχεδιάζουν, φιλοτεχνούν και ανεγείρουν πρωτότυπες και περίτεχνες οικοδομές, εφάμιλλες των ευρωπαϊκών, οι οποίες συνδυάζουν αρμονικά την πολύχρονη ιστορία και το ένδοξο παρελθόν της πόλης με την εποχή, και που ακολουθούν και αποδίδουν το ύφος του εκλεκτικισμού.

Ο Βασιλάκης Ιωαννίδης Εφένδης, ο «αρχιτέκτων του παλατιού», με τον γιο του Γιάγκο Ιωαννίδη, αναλαμβάνει την ανέγερση του ενοριακού Ναού της Αγίας Τριάδος Σταυροδρομίου (1880), στο Ταξίμ. Εργο του Βασιλάκη Ιωαννίδη και το Ιωακείμειο Παρθεναγωγείο (1882), από τα σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης. Ο Γιάγκος Ιωαννίδης αναλαμβάνει την ανέγερση και του Ζαππείου Παρθεναγωγείου (1885), ενός επιβλητικού τετραώροφου νεοκλασικού κτιρίου. Στους άνετους χώρους διδασκαλίας, στα κλειστά γυμναστήρια, στους χώρους άθλησης, στην αίθουσα δεξιώσεων, στο θέατρο, στους πολλούς βοηθητικούς χώρους, το Ζάππειον, θύμα των βανδαλισμών του Σεπτεμβρίου 1955, φιλοξένησε, στη μακρά περίοδο λειτουργίας του, ως οικοτρόφους μαθήτριες από τις περισσότερες ελληνικές κοινότητες της Ανατολής και των Βαλκανίων.

Ο αρχιτέκτονας Κωνσταντίνος Δημάδης (επί Πατριαρχίας Ιωακείμ Γ’) διευθύνει τις εργασίες ανέγερσης του εκπαιδευτικού ιδρύματος της Μεγάλης του Γένους Σχολής (1881-1883), του κτιρίου με την ιδιαίτερη μορφή και χρώμα, του «κόκκινου κάστρου», όπως το αποκαλούν οι κάτοικοι της Πόλης. Το Ζωγράφειον, στο Πέραν, από τα ελάχιστα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούν ακόμη στην Κωνσταντινούπολη, ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του Περικλή Φωτιάδη (1890), ο οποίος αναλαμβάνει (1895/6) την ανακαίνιση της Σχολής της Χάλκης και την αποκατάσταση των μεγάλων ζημιών που προκάλεσε ο σεισμός της 28ης Ιουνίου 1894.

Ο αρχιτέκτων Βασίλειος Κουρεμένος (1875-1957), από τα ιδρυτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, σχεδιάζει το εμβληματικό κτίριο στον Γαλατά, την Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han, 1911/13), ο Κωνσταντίνος Κυριακίδης και ο Αλέξανδρος Γενίντουνια την πολυκατοικία Frej (1905/6), στην πλατεία Sishane, ο Αχιλλέας Μανούσος το ξενοδοχείο «Bristol» (1893), στο Τεπέμπασι, ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, λάτρης της αρχαίας ελληνικής τέχνης, στην αρχή της σταδιοδρομίας του φθάνει στην Κωνσταντινούπολη και την κοσμεί με το κτίριο του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου.
Ανάκτορα και επαύλεις, δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, εμπορικές στοές και ναοί από τον Γαλατά και το Πέραν στις συνοικίες του Βοσπόρου και στα Πριγκηποννήσια, διηγούνται ιστορίες Ελλήνων μηχανικών, αρχιτεκτόνων και καλλιτεχνών, που δίνουν μια άλλη αίγλη στην όψη της νέας, πλέον, οθωμανικής μεγαλούπολης που ανταγωνίζεται τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Από τα έτη ακμής της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης στις συμφωνίες φιλίας και συνεργασίας και από την εφαρμογή των μέτρων για την αποκατάσταση των σχέσεων με τη γείτονα (1922) στο πνεύμα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μειονοτήτων, με την απαγόρευση άσκησης πολλών επιτηδευμάτων (1932), την επιστράτευση (1941) όλων των «Ρωμιών» ανδρών στα τάγματα εργασίας, την επιβολή του φόρου ευμάρειας («βαρλίκι», 1942/44), που στόχευε στην οικονομική κατάρρευση των μειονοτήτων, στη «νύκτα τρόμου» (6/7 Σεπτεμβρίου 1955) και στον Μάρτιο 1964, με την επιτυχή εφαρμογή του σχεδίου για τη διάλυση της ελληνικής κοινότητας της Πόλης από την κυβέρνηση του Ισμέτ Ινονού.

Περίπου έναν αιώνα μετά την καταστροφή της «κοσμοπολίτικης» Σμύρνης, τους μαζικούς διωγμούς και τις απελάσεις των ελληνικών κοινοτήτων της δυτικής Μικράς Ασίας, στις 6 Φεβρουαρίου 2019, η Κωνσταντινούπολη φιλοξένησε Ελληνα πρωθυπουργό, πολιτικό και πολιτικό μηχανικό, ταυτόχρονα, με νέες ιδέες και τεχνικούς σχεδιασμούς, για την αναθέρμανση μιας περίεργης σχέσης, στο μεταίχμιο διεθνών εξελίξεων. Τις τραγικές πορείες αίματος και ολοφυρμού η «Πόλις των Ονείρων» εξακολουθεί να αποκρύπτει και να λειαίνει στο προσωπείο των μετανεωτερικών «αρχιτεκτονικών» ακροβατισμών. Αλλωστε, «την αλήθεια τη “φτιάχνει” κανείς / όπως ακριβώς φτιάχνει και το ψέμα» (Οδ. Ελύτης).