ΜΕΓΑΛΟΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ, ΚΛΩΝΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑ

Τα κόμματα εξουσίας ασκούν απόλυτα εξαρτώμενη πολιτική, τη στιγμή που οι τοπικές ελίτ δεν έχουν εθνική συνείδηση

Από τον
Αλκιβιάδη Κ. Κεφαλά

Ο Γάλλος γιατρός και συγγραφέας Γκουστάβ λε Μπον (1841-1931) στο σύνολο του έργου του διαχειρίζεται το γεγονός ότι η μάζα συμπεριφέρεται χαοτικά και συναισθηματικά, και συνεπώς αδυνατεί να εκφραστεί λογικά, άνευ της καθοδήγησής της από έναν «ηγέτη». Η αποστολή του ηγέτη είναι, αφενός, να ελέγχει την ανακόλουθη σκέψη της μάζας, αφετέρου να την κατευθύνει εκεί όπου αυτός αποφασίζει, χρησιμοποιώντας τα αιώνια εργαλεία χειραγώγησης των πληθυσμών, όπως της εξαπάτησης, της παραπληροφόρησης, της κυριαρχίας της αισθητικής των ενστίκτων, του χαμηλού επιπέδου παιδείας, της καλλιέργειας του φόβου μέσω της κοινωνικής ανασφάλειας με την ενθάρρυνση της εγκληματικότητας, της ελεγχόμενης παροχής τροφίμων, της απουσίας εργασίας, της αφαίρεσης των περιουσιακών στοιχείων, της εξαθλίωσης, καθώς και της κοινωνικής πόλωσης μέσω διχαστικών ψευδοϊδεολογικών οχημάτων και διλημμάτων που διαιρούν τον λαό, ώστε να τον καθιστούν διαχειρίσιμο.

Ο ηγεμών πρέπει επίσης να χρησιμοποιεί εντέχνως το απόλυτο όπλο της μαζικής εξαπάτησης, που συνίσταται στην πολιτική θέση ότι «ο λαός αποφασίζει». Η μάζα τώρα διακατέχεται από την ψευδαίσθηση ότι χειρίζεται αυτή το μέλλον και την τύχη της μέσω των «δημοκρατικών εκλογών», και συνεπώς αποτελεί τον κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού. Τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα, όμως, όπως το τελευταίο δημοψήφισμα, η παραχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας στα Σκόπια, ο πολιτικός καιροσκοπισμός, η διογκούμενη φτωχοποίηση και η κλιμακούμενη λαϊκή εξαθλίωση απέδειξαν ακόμα μία φορά ότι η σύγχρονη λειτουργία και έκφραση του «δημοκρατικού πολιτεύματος» δεν συσχετίζεται με το εννοιολογικό νόημα των δύο λέξεων, ότι δηλαδή οι πολίτες αποφασίζουν για τα κοινά, αλλά αποτελούν την απόδειξη των θέσεων του Γκουστάβ λε Μπον.

Ο ηγεμών, λοιπόν, είναι το εκτελεστικό όργανο της αιώνιας αδικίας, όπου μέσω της νομοθεσίας και της φορολογίας ληστεύονται οι πολίτες και απογυμνώνονται από το προϊόν της εργασίας και τον πλούτο τους, με σκοπό αυτά να μεταφερθούν στις ολιγάριθμες οικονομικές ελίτ, ενώ ο ηγεμών θεωρείται επιτυχημένος όταν η διαδικασία της κλοπής και της εξαθλίωσης εκτελούνται ομαλά, χωρίς κοινωνικές επαναστάσεις. Ταυτόχρονα, η σύγχρονη τεχνολογία του «ήχου» και της «εικόνας» αποτελεί το απόλυτο όπλο ελέγχου και αποβλάκωσης των μαζών, συνεπώς δεν ελέγχονται από τον ηγεμόνα-εκτελεστικό όργανο, αλλά από τις οικονομικές ελίτ. Η εικόνα και ο λόγος αποσκοπούν στο να κατασκευάσουν δύο ή τρεις διαφορετικούς κλώνους του ηγεμόνα, ώστε να αποκλειστεί η εμφάνιση διαφορετικών «αντιγράφων», που θα θέσουν σε κίνδυνο τον έλεγχο της εξουσίας και την εξαπάτηση των μαζών. Η μάζα δεν έχει άλλη επιλογή από το να επιλέγει κάθε τέσσερα χρόνια μέσω των «δημοκρατικών εκλογών» έναν πολιτικό κλώνο, ο οποίος θα πράξει ακριβώς τα ίδια με αυτά που έπραξε ο προηγούμενος και με αυτά που θα πράξει ο επόμενος.

Οι ελίτ λοιπόν ελέγχουν την επικοινωνία, την αισθητική, τη ροή του χρήματος, την εργασία, τον «άρτο», τα δημόσια έργα, το θέαμα, καθώς και την κυρίαρχη ιδεολογία, την οποία δεν διστάζουν να αποκαθηλώνουν μέσω του θιάσου σκιών των πολιτικών υπαλλήλων τους, όταν το απαιτούν τα συμφέροντά τους. Αυτή λοιπόν είναι η μεγάλη εικόνα του πολιτικού παιχνιδιού στην Ελλάδα και την Ευρώπη, ενώ οι διαφοροποιήσεις εκφράζονται από τον βαθμό του ελέγχου που εξασκούν οι οικονομικές ελίτ επί του πολιτικού προσωπικού. Η εμφάνιση πολιτικών ρευμάτων αποκλινόντων από το «πολιτικώς ορθό» (π.χ., Brexit) οφείλεται στο ότι ένα μέρος των οικονομικών ελίτ έχει αρχίσει να αισθάνεται απειλούμενο από την παγκοσμιοποίηση και την απόλυτη εξαθλίωση των μαζών, κατανοώντας το περιεχόμενο του πολιτικού συνθήματος των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, ότι ο λαός «βαρέθηκε τη φτώχεια».

Ετσι, οι διεθνείς οικονομικές ελίτ, λόγω του ισχυρού αισθήματος αυτοσυντήρησης που διαθέτουν, έχουν αρχίσει να αναζητούν εκ νέου την ασφάλεια της τάξης τους εντός της πολιτικής αρχής του εθνικού κράτους.

Στην Ελλάδα, βεβαίως, τέτοιοι προβληματισμοί είναι απόντες, επειδή απαιτούν εκλεπτυσμένη πολιτική σκέψη. Εδώ, η πολιτική των κομμάτων εξουσίας είναι απόλυτα εξαρτώμενη και διεφθαρμένη, η δε μεγαλοαστική τάξη, κατά τον Αριστοτέλη Ωνάση, είναι άξεστη, ρηχή, μιμητική, χωρίς τοπική και χρονική πατίνα, συνεπώς στερείται εθνική συνείδηση. Ετσι, παρά τον τεράστιο πλούτο που η μεγαλοαστική τάξη έχει συσσωρεύσει, δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί έστω ένας από αυτήν που θα επεδίωκε εκτός του πλαισίου των προσωπικών συμφερόντων του να ελέγξει την πολιτική με το χρήμα, αντιγράφοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση το επιτυχημένο εγχείρημα του Τζορτζ Σόρος, για να αποτρέψει την καθοδική πορεία και την καταστροφή της χώρας.

*Διδάκτωρ Φυσικής του πανεπιστημίου του Manchester, UK, δ/ντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών