ΟΙ ΜΕΤΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΤΑ «ΚΡΙΤΗΡΙΑ» ΤΟΥΣ

Τα σημαντικά ερωτήματα για την απήχηση, τη στάση αλλά και την... ευελιξία των νέων αποκτημάτων ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ

Από τον
Μανώλη Κοττάκη

Πράγματι! Οι νέοι υφυπουργοί της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ Θάνος Μωραΐτης και Αγγελος Τόλκας, παιδιά του Γιώργου Παπανδρέου αμφότεροι, καταφέρθηκαν στο παρελθόν με σκληρό τρόπο εναντίον της κυβέρνησης της Αριστεράς. Και στο μέτρο που τμήμα του συντηρητικού Τύπου αναδεικνύει τις παλινωδίες τους και τις ανακολουθίες τους αυτές, ορθώς πράττει. Αριστα πράττει. Η υιοθέτηση αυτού του κανόνα, βεβαίως, εμπεριέχει σωρεία πολιτικών κινδύνων, διότι σε αντίστοιχες δηλώσεις με σκληρότερο ή ηπιότερο περιεχόμενο προέβησαν στο παρελθόν παλαιότερες, πρόσφατες ή και επικείμενες μετεγγραφές στον ευρύτερο κεντροδεξιό χώρο.

Ωστόσο το μείζον θέμα που ανοίγει ξανά με την ευκαιρία του ανασχηματισμού δεν είναι, νομίζω, αυτό. Αλλο είναι. «Αλλα», για την ακρίβεια. Η ένταξη ενός πολιτικού προσώπου σε ένα κόμμα κρίνεται, θεωρώ, από τρία κριτήρια. Τι και ποιους εκπροσωπεί, το πρώτο. Εκπροσωπεί κάποιους; Λίγους, πολλούς, κανέναν; Οι δε ιδέες που πρεσβεύει, ο τρόπος που σκέφτεται για την Ελλάδα και τον λαό της είναι συμβατός με το DNA του κόμματος όπου εντάσσεται;

Το δεύτερο είναι πώς συμπεριφερόταν στο παρελθόν απέναντι σε αυτόν τον χώρο. Ασκούσε συνεπή κριτική επί τη βάσει αρχών και ιδεών; Στόχευε πρόσωπα; Και αν τα στόχευε και τα επέκρινε, το έπραττε με μίσος, με υπερβολή, με ανοίκειους χαρακτηρισμούς ή με οξύ τρόπο μεν, αλλά σε κλίμα ευπρέπειας;
Και το τρίτο στοιχείο αφορά τη σπονδυλική στήλη του πολιτικού. Εχει; Ή μετακινείται από κόμμα σε κόμμα σε καιρούς ρευστότητας, προκειμένου να διασώσει το πολιτικό σαρκίο του;

Αρχίζω τις απαντήσεις μου από το πρώτο. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έκανε το 1978 την περίφημη διεύρυνση, εντάσσοντας στη Ν.Δ. πολιτικούς του διαμετρήματος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, του Θανάση Κανελλόπουλου, του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, του Σταύρου Μπίρη κ.ά. Ολοι προέρχονταν από την Ενωση Κέντρου, η οποία είχε λάβει ποσοστό 25% έναν χρόνο πριν από τη διεύρυνση, πλην Μητσοτάκη, ο οποίος ηγείτο του δικού του ιδιόκτητου κόμματος των Νεοφιλελευθέρων. Τι απεδείχθη, άραγε, στις κάλπες του 1981, τρία χρόνια μετά; Η Ν.Δ. πήρε τα στελέχη της Ενώσεως Κέντρου και το ΠΑΣΟΚ τους ψηφοφόρους του. Ο δε Γεώργιος Μαύρος, ο οποίος είχε υποστηρίξει το 1977 ότι «κάθε ψήφος στο ΠΑΣΟΚ είναι μία σφαίρα στην καρδιά της δημοκρατίας» (πολύ βαριά κουβέντα), στο τέλος ενετάχθη και εκείνος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του Κινήματος. Αδύνατον να ανακόψεις τη ροή του ποταμού με βαριές κουβέντες.

Το ερώτημα, λοιπόν, και για τον ΣΥΡΙΖΑ, που έχει έφεση στις μετεγγραφές πρώην υπουργών του ΠΑΣΟΚ, και για τη Ν.Δ., που έχει έφεση σε μετεγγραφές πρώην βουλευτών - στελεχών του Ποταμιού, είναι ένα και μόνο: Εκπροσωπούν αυτές κάποιους -λίγους/πολλούς- ή κανέναν; Οι απόψεις τους είναι συμβατές με τον χώρο ή αύριο, που θα γίνει κυβέρνηση η Ν.Δ. και αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ, θα συγκρουστούν με τις ηγεσίες τους στην πρώτη στροφή, στην πρώτη κρίσιμη ψηφοφορία για νομοσχέδιο; Το σημειώνω αυτό γιατί ακούω νέο υποψήφιο της Ν.Δ., από τους σοβαρούς, χωρίς κομματική προϋπηρεσία, να δηλώνει δημοσίως την απογοήτευσή του επειδή «στην πολιτική δεν μπορείς να κάνεις πράγματα πέρα από τον μέσο όρο». Στην πραγματικότητα δεν έχει τους ίδιους ακριβώς αξιακούς κώδικες με τους ψηφοφόρους του κόμματος που διεκδικεί και υποφέρει, που δεν μπορεί να είναι ο εαυτός του όταν τους μιλά. Το επισημαίνω, επίσης, γιατί κατέγραψα κάτι σωστό που είπε προσφάτως ο Σταύρος Θεοδωράκης: «Για πολλά μπορούν να με κατηγορήσουν εκτός από ένα: Οτι δεν είμαι συνεπής. Δεν έχω αλλάξει ποτέ τις θέσεις μου». Αν πηγαίνεις σε κόμμα που δεν θα μπορείς να είσαι συνεπής, γιατί το κάνεις;

Το δεύτερο στοιχείο που οφείλει να αξιολογεί κανείς σε έναν υπό μετεγγραφή πολιτικό είναι ο τρόπος που κινείται και ο τρόπος που εκφράζεται στον δημόσιο βίο. Ζούμε σε μια εποχή όπου πλεονάζουν τα κοσμητικά επίθετα και βρίσκονται σε έλλειψη τα επιχειρήματα. Εποχή επιθετική, βίαιη στον λόγο, διχαστική. Ο πολιτικός, όμως, οφείλει να ηγείται. Οχι να ακολουθεί την εποχή. Ο λόγος του οφείλει να είναι και παιδαγωγικός. Αν, λοιπόν, μετεγγράφονται από κόμμα σε κόμμα πολιτικοί οι οποίοι έχουν κατά καιρούς πει με τρόπο «αξιωματικό» βαριές κουβέντες για πρόσωπα και πράγματα, τότε το μήνυμα που αποστέλλεται στην κοινωνία, το μήνυμα του κυνισμού, είναι λάθος. Αν μπορείς να λες ό,τι θέλεις χωρίς συνέπειες και αυτοί που καθύβριζες χθες σε υποδέχονται με κόκκινο χαλί στις τάξεις τους σήμερα, τότε γιατί απορούμε που οι Ελληνες γυρίζουν την πλάτη τους στην πολιτική;

Και, βεβαίως, το τρίτο κριτήριο είναι η ευκολία του πολιτικού να αλλάζει κόμματα σαν το πουκάμισο. Τα κόμματα δεν είναι πουκάμισα, όμως. Εχουν ιστορία. Πίσω τους ακολουθούν πολίτες με απόψεις. Μου είναι δύσκολο να κατανοήσω πώς κάποιος από τη Ν.Δ. εντάσσεται στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Μου είναι δύσκολο να κατανοήσω πώς κάποιος που διετέλεσε βουλευτής ή στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, της ΔΗΜ.ΑΡ. και του Ποταμιού καταλήγει στη Ν.Δ., διατρέχοντας όλη την πολιτική και ιδεολογική κλίμακα μέσα σε δέκα χρόνια. Πόσες φανέλες θα αλλάξεις πια; Κόκκινες, γαλάζιες, ροζ, πράσινες, γκρι;

Αυτή είναι, νομίζω, η συζήτηση που πρέπει να γίνει με θάρρος και όχι απλώς ο εστιασμός μας σε δηλώσεις από το παρελθόν, τις οποίες ανακαλύπτουμε εύκολα με τη βοήθεια της... «αστυνομίας» του ίντερνετ. Το πρόβλημά μας -καταλήγω- είναι συνολικά η ποιότητα του πολιτικού μας προσωπικού και όχι τυχόν περιστασιακές δηλώσεις του. Οι δηλώσεις έρχονται και παρέρχονται. Τα κόμματα, ως φορείς της αντιπροσωπευτικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ποτέ.