Η φθορά διά της διαφθοράς

Φτάσαμε στο σημείο να απονέμουμε και άλλη, πλην της ελληνικής, ιθαγένεια, όπως τη μακεδονική, σε πληθυσμούς σλαβικής καταγωγής. Να απονέμουμε ιθαγένεια και πλήρη πολιτικά δικαιώματα σε άτομα αλλοδαπής καταγωγής

Από τον
Μάγδα Αναγνωστή*

Συχνά γίνεται λόγος για τη φθορά που έχει υποστεί η ελληνική γλώσσα, λόγω της πλημμύρας ξενόγλωσσων όρων, λόγω κακής χρήσης, λόγω εκπτώσεων στην Παιδεία κ.λπ., καθώς και για τους κινδύνους που ελλοχεύουν εξαιτίας αυτής της φθοράς, οι οποίοι δεν είναι απλά υπαρκτοί, είναι εξαιρετικά σημαντικοί.

Θα ήθελα να σταθώ σε ακόμη έναν κίνδυνο, ύπουλο και γι' αυτό ίσως πιο επικίνδυνο. Αναφέρομαι στη διαφθορά της γλώσσας διά της διαφθοράς των σημαινόμενων εννοιών. Διαφθορά σημαίνει όλεθρος, αφανισμός, θάνατος, και διαφθορεύς είναι ο φθείρων, ο παραποιών, ο κιβδηλεύων. Κάθε γλώσσα στο πέρασμα του χρόνου υφίσταται διαφοροποιήσεις. Πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για γλώσσα με ιστορικό βάθος χιλιετιών, όπως η δική μας. Είναι μια διαδικασία φυσική. Ακόμη και όταν φοβούμαστε ότι κάποια στοιχεία φθείρονται, στην πραγματικότητα απλώς εξελίσσονται. Δείτε με ποιον φυσικό τρόπο πέρασε η γλώσσα μας από την κλασική ελληνική στη μεσαιωνική, και στη συνέχεια στη γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού.

Οι διαφοροποιήσεις καθίστανται επικίνδυνες όταν συμβαίνουν οργανωμένα και διευθύνονται προς τον πυρήνα της ίδιας της έννοιας, με τρόπο αυθαίρετο έως ασύδοτο. Λόγου χάρη, όταν λέμε «τραπέζι», όλοι εννοούμε ένα αντικείμενο που έχει μια επίπεδη επιφάνεια στηριγμένη σε τέσσερα πόδια, πάνω στην οποία, κυρίως, τρώμε. Αν ξαφνικά κάποιος, έχοντας τα μέσα και την εξουσία (πολιτική, εκπαιδευτική, μαζική «ενημέρωση») αποφάσιζε να επιβάλει να ονομάζουμε το τραπέζι «καρέκλα», θα επέφερε σύγχυση μεταξύ εκείνων που θα συνέχιζαν να τρώνε στο τραπέζι και εκείνων που θα έτρωγαν, πλέον, στην καρέκλα, οι οποίοι μάλιστα σταδιακά θα πλήθαιναν. Θα πείτε: «Κανείς δεν θα επεδίωκε να ονομάσει το τραπέζι, καρέκλα». Σωστό! Αφού κανείς δεν έχει συμφέρον, άρα και ενδιαφέρον γι' αυτό. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για πάρα πολλές άλλες έννοιες, οι οποίες αποτελούν στόχο κατευθυνόμενης επίθεσης, ιδιαίτερα στην εποχή (και στο πλαίσιο) της αποκαλούμενης πολιτικής ορθότητας.

Η παραποίηση εννοιών στις μέρες μας βάλλει ευθέως τον εγκέφαλό μας, αφού επιχειρείται συνειδητά να αποδομηθούν οι συνάψεις του, βάλλει το δικαίωμά μας στη λογική σκέψη, βάλλει την κοινωνική συνοχή, αφού με τη σύγχυση πλήττεται η συνεννόηση μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Αποβλέπει στην αλλοίωση και διαστροφή των εννοιών, υποκρύπτοντας υποταγή σε σκοτεινές σκοπιμότητες.

Ας παρακολουθήσουμε μια «εφαρμογή» του μέτρου, η οποία βρίσκεται στην επικαιρότητα και θα έπρεπε να μας είχε ήδη απασχολήσει συστηματικά. Αναφέρομαι σε έννοιες όπως ιθαγένεια, εθνικότητα κ.λπ., που έχουν υποστεί βιασμό.
Ιθαγένεια είναι η ιδιότητα του ιθαγενούς, σύμφωνα με τα λεξικά, και ιθαγενής σημαίνει εκείνον που κατάγεται από τη χώρα στην οποία κατοικεί, τον αυτόχθονα, τον εντόπιο.

Σύνθετη λέξη: ιθύς και γένος, δηλαδή ο κατευθείαν απόγονος. Είναι ενδιαφέρον ότι οι συντάκτες των λεξικών αισθάνονται την όλως εξαιρετική ανάγκη να παραθέσουν και τα αντίθετα της λέξης: έπηλυς, έποικος, πρόσφυξ.

Το διευκρινίζει ακόμη περισσότερο ο Ισοκράτης, στον περίφημο λόγο του, στην εκατοστή Ολυμπιάδα (λόγος που έχει υποστεί άπειρες παραχαράξεις και λαθροχειρίες), μιλώντας με περηφάνια για την Αθήνα. Αναφέρει ο ρήτορας: «Ταύτην γαρ οικούμεν ουχ ετέρους εκβαλόντες, ουδήν έρημον καταλαβόντες, ουδήν εκ πολλών εθνών μιγάδες συλλεγέντες, αλλά ούτω καλώς και γνησίως γεγόναμεν, ώστε εξ ήσπερ έφυμεν, ταύτην έχοντες άπαντα τον χρόνον διατελούμεν, αυτόχθονες όντες» («Διότι την κατοικούμε χωρίς να έχουμε εκδιώξει άλλους, ούτε την καταλάβαμε ούσα έρημη, ούτε είμαστε συνονθύλευμα πολλών εθνών, αλλά έχουμε τόσο γνήσια και ευγενική καταγωγή, ώστε εκεί όπου φυτρώσαμε, αυτήν τη χώρα ανέκαθεν συνεχίζουμε να έχουμε δική μας, διότι είμαστε αυτόχθονες»).

Το δηλώνει ο μύθος του Δευκαλίωνα, και η καταγωγή του ελληνικού έθνους απ' τα κόκαλα της μάνας Γης.

Η ιθαγένεια λοιπόν είναι, εξ ορισμού, μια ιδιότητα με την οποία γεννιέται κανείς. Από τη φύση της δεν είναι δυνατόν να απονεμηθεί σαν πτυχίο, και δεν μπορεί ούτε να αφαιρεθεί. Συνδέεται δε άμεσα με την έννοια εθνικότητα-έθνος-εθνότητα.

Ας ανατρέξουμε πάλι στους Αθηναίους και στην απάντησή τους στους Σπαρτιάτες, που διασώζει ο Ηρόδοτος («Ουρανία»): «Αύτις δε το Ελληνικόν, εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον, και θεών τε ιδρύματά τε κοινά, και θυσίαι ήθεά τε ομότροπα, των προδότες γενέσθαι Αθηναίους ουκ αν ευ έχει» («Κατόπιν δε το Ελληνικόν -το ότι είμαστε Ελληνες-, αφού έχουμε το ίδιο αίμα, την ίδια γλώσσα, τους ίδιους θεούς και ναούς και λατρεία, τις ίδιες συνήθειες και συμπεριφορά. Να προδώσουν αυτά οι Αθηναίοι θα ήταν αδύνατον»).

Η σύνδεση ιθαγένειας και έθνους είναι ολοφάνερη στις λατινογενείς γλώσσες, στις οποίες η λέξη «nation» (έθνος) κατάγεται από τη λατινική λέξη «nasco», που σημαίνει «γεννώμαι» (παλαιός τύπος «gnascor»), και όλα αυτά από το «γίγνομαι» (παλαιός τύπος «γένω», απ' όπου και «γονεύς» και «γνωτός», δηλαδή όμαιμος αδελφός).

Τότε, λοιπόν, τι μπορεί πραγματικά να απονεμηθεί;

Αυτό είναι μόνο η ιδιότητα του πολίτη, δηλαδή του ελεύθερου ανθρώπου που ζει σε μια επικράτεια, έχοντας πλήρη πολιτικά δικαιώματα, αυτό που οι αγγλοσάξονες ονομάζουν citizenship, με επίσημη πολιτογράφηση, κάτω από προϋποθέσεις, ή η υπηκοότητα, όπως με περισσή ειλικρίνεια αναγνωρίζει η γλώσσα μας, παραδεχόμενη ότι στα σύγχρονα κράτη το άτομο έχει πολύ περισσότερες υποχρεώσεις απ' ό,τι δικαιώματα.

Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η ομίχλη σχετικά με την ιθαγένεια και τη σημασία της εμφανίστηκε ήδη από τον 19ο αιώνα. Ωστόσο είχε τότε ο νομοθέτης έναν καλό λόγο. Το νέο ελληνικό κράτος θέλησε να ενσωματώσει τους Ελληνες που ζούσαν εκτός Ελλάδας και τους φιλέλληνες που είχαν δώσει όλη τους την ύπαρξη στον Αγώνα.

Σήμερα όμως ποια δικαιολογία υπάρχει ώστε η σύγχυση να διατηρείται και να επεκτείνεται; Φτάσαμε στο σημείο να απονέμουμε και άλλη, πλην της ελληνικής, ιθαγένεια, όπως τη μακεδονική σε πληθυσμούς σλαβικής καταγωγής. Να απονέμουμε ιθαγένεια και πλήρη πολιτικά δικαιώματα σε άτομα αλλοδαπής καταγωγής, ενώ στερούμε την ίδια ιδιότητα από τους ομογενείς του εξωτερικού. Δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια να έχει όποιος φοίτησε έξι χρόνια σε ελληνικό σχολείο, αλλά όχι τα παιδιά Ελλήνων του εξωτερικού, έστω και αν οι γονείς τους διατηρούν την ελληνική υπηκοότητα.
Μνήσθητί μου, Κύριε!

Αρχιτέκτων - Συγγραφέας