Οι «ευνοούμενοι» και οι αγώνες διαδοχής

Τα έργα του Σαίξπηρ λειτουργούν σε ενδιάμεσο χώρο μύθου και πραγματικότητας, αλλά επιτρέπουν, ταυτόχρονα, στη νέα τάξη των ευγενών να στρέψει -βιαστικό, έστω- βλέμμα στα μυστικά δώματα της εξουσίας

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Στην ελισαβετιανή εποχή, οι συχνές και ταχύτατες αλλαγές, η πρόσβαση στον πλούτο και στην αίγλη της βασιλικής αυλής, τα θεάματα και οι πομπώδεις εορταστικές εκδηλώσεις γοητεύουν έναν νέο, πολύχρωμο και λαμπερό κόσμο που προβάλλει δειλά στο προσκήνιο και ο οποίος καλείται να αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις.

Οι διδακτικές ιστορίες με κοινωνικές προεκτάσεις του «Γκιούλιβερ» και του «Ροβινσώνα Κρούσου» θα αιχμαλωτίσουν τη φαντασία, καθώς αποκαλύπτουν τις δυνάμεις και τις ικανότητες του ανθρώπου και περιγράφουν, στην περίοδο των μεγάλων ανακαλύψεων, ανεξερεύνητες περιοχές με αμύθητους θησαυρούς, χαμένες πολιτείες και θρυλικά νησιά, στα οποία θα επιστρέφει πάντα ο Ιπτάμενος Ολλανδός. Ο Χομπς δημιουργεί τον Λεβιάθαν, ο οποίος θα εξασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη ανάμεσα στον πολίτη και στην εξουσία, ο Λοκ αναφέρεται στο «κοινωνικό συμβόλαιο», με το οποίο το κράτος δεσμεύεται πως θα διασφαλίζει τα φυσικά δικαιώματα των πολιτών, ο Εντουαρντ Χέρμπερτ του Τσέρμπερι αναφέρεται στην κοινή αρμονία, σύμφωνα με τους κανόνες πίστης για την αιώνια σωτηρία και την ιερότητα της ζωής.

Ενας μαγευτικός κόσμος, που μεταφέρεται με δελεαστικές παροτρύνσεις στη νέα εποχή, κινείται σε μια επίφαση ευδαιμονίας και πολυτέλειας για να καλύψει σκληρούς αγώνες διαδοχής και επικράτησης, διαμάχες, διαπλοκές, πολιτικές έριδες και μηχανορραφίες, ενώ στον απόηχο των θριάμβων και των επευφημιών θα παραμένουν γυμνές κραυγές χαμένων ερωτικών μόχθων («Love's Labour's Lost»), φόβου, τύψεων και απελπισίας: «Ελα, πηχτή νύχτα, / σαβανωμένη με τον μαύρο ζόφο του Αδη, / το κοφτερό μαχαίρι μου να μην ιδεί / τη σφαγή που θα κάνει, ούτε ο ουρανός / να ξεμυτίσει από του σκοταδιού το πάπλωμα / και κράξει “στάσου, στάσου!”(«Λαίδη Μάκβεθ»).

Κοινωνικές στρεβλώσεις συνθλίβουν ταυτότητες και αναζητήσεις, και καταδικάζουν ή δαιμονοποιούν ανθρώπινες αδυναμίες και πάθη, καθώς οριοθετούν τα αποδεκτά όρια συμβατικών στερεοτύπων, όπως αποκαλύπτει ο Σαίξπηρ, τα έργα του οποίου λειτουργούν σε ενδιάμεσο χώρο μύθου και πραγματικότητας, λάμψης και αθλιότητας, αλλά επιτρέπουν, ταυτόχρονα, στη νέα τάξη των ευγενών να στρέψει -βιαστικό, έστω- βλέμμα στα μυστικά δώματα της εξουσίας.

Θάνηδες, βασίλισσες και πρίγκιπες αποκτούν φανατικό κοινό που αναζητεί ήρωες, με τους οποίους συνδέεται με ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς, παράλληλα με την υποσυνείδητη εντύπωση ότι αποτελούν μαζί μια αδιάσπαστη ενότητα, και ταυτίζει τη μοίρα του με τις περιπέτειες εκείνων.
Ιδιαίτερα προσφιλείς στο κοινό είναι οι περιπέτειες του οίκου των Τυδώρ (Tewdwr) και η εποχή της τελευταίας του οίκου Ελισάβετ Α΄, της «παρθένας βασίλισσας», που παρέμεινε στον θρόνο επί 45 έτη.

Στην αναζήτηση της «παρθενικής γαλήνης», σύμφωνα με τα πρότυπα απόρριψης της πραγματικής ζωής της ελισαβετιανής εποχής, η Virginia Woolf στο μυθιστόρημα «Orlando» (ταινία του 1992 της Sally Potter) είχε καταγράψει τις αγκυλώσεις της κοινωνίας που ακροβατούσε ανάμεσα σε τυπολατρίες και «αναγεννήσεις», οι οποίες ωστόσο έφεραν ένα βαρύ φορτίο ιστορίας και παράδοσης.

Το 1969, ο Charles Jarrott είχε μεταφέρει στον κινηματογράφο το θεατρικό έργο του Maxwell Anderson, «Αννα των Χιλίων Ημερών» («Anne of the Thousand Days»), με πρωταγωνιστές τους κορυφαίους της εποχής Genevieve Bujold, Richard Burton και Ειρήνη Παππά (η λογοκρισία είχε απαγορεύσει την προβολή σκηνών με την Ελληνίδα ηθοποιό). Η ταινία ακολουθούσε το δράμα της Αννα Μπολέιν, δεύτερης συζύγου του βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Η΄, στον οποίο χάρισε μία θυγατέρα, την Ελισάβετ.

Ο Ιταλός συνθέτης Gaetano Donizetti αφιέρωσε στην Μπολέιν την ομώνυμη όπερα («Anna Bolena», 1830), που σημείωσε εξαιρετική επιτυχία ήδη από την πρώτη παράσταση στο Μιλάνο και η οποία εξασφάλισε στον Ιταλό συνθέτη ένα λαμπρό μέλλον στα λυρικά θέατρα. Πέντε χρόνια αργότερα (Δεκέμβριος 1835), ο Donizetti θα παρουσιάσει στο Θέατρο της Σκάλας του Μιλάνου την όπερα «Μαρία Στουάρντα» («Maria Stuarda»), από το ιστορικό δράμα του Φρίντριχ φον Σίλερ, σε μορφή λυρικής τραγωδίας.

Το έργο του Σίλερ (μετάφραση Θρασύβουλου Σταύρου), σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη, είχε παρουσιάσει το 1970 η Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, με πρωταγωνίστριες δύο κυρίες του ελληνικού θεάτρου, τη Μαίρη Αρώνη και τη Βάσω Μανωλίδου, όπου μέσα από πυκνούς και έντονους δραματικούς διαλόγους αναδεικνύονται το πάθος για την εξουσία και η ερωτική αντιζηλία των δύο γυναικών.

Στα χρόνια της Αννα (του οίκου των Στιούαρτ, τελευταίας βασίλισσας της Αγγλίας και τελευταίας των Σκότων) εκτυλίσσεται η ιστορία της «Ευνοούμενης» («The Favourite», του Γιώργου Λάνθιμου).

Στην ατμόσφαιρα της εποχής είχε μεταφέρει τους τηλεθεατές η σειρά του BBC «The first Churcills» (1969, σκηνοθεσία David Giles), με τη θαυμάσια μουσική από την όπερα μπαρόκ «The King Arthur» του Αγγλου οργανίστα και συνθέτη Henry Purcell, που συνόδευε τη βιογραφία του John (πρώτος δούκας του Marlborough, ο John Neville) και της Sarah Churchill (η Susan Hampshire), από την πρώτη τους συνάντηση το 1673 μέχρι λίγο μετά τον θάνατο της βασίλισσας Αννα, το 1714. Η τελευταία συνάντηση της βασίλισσας με τη δούκισσα του Marlborough, σε ψυχρό πάντως κλίμα, πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1710.

Μια άλλη «Ευνοούμενη» είχε παρουσιάσει ο Donizetti το 1840, στο Παρίσι (πρώτη φορά και με επιτυχία), στη μεγάλη όπερα, σε τέσσερις πράξεις -«La Favorita»-, στην οποία, με ιστορικό υπόβαθρο τις εισβολές των Μαυριτανών σε εδάφη της Ισπανίας και τις έριδες μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, εκτυλίσσεται ένα ερωτικό τρίγωνο μεταξύ του βασιλιά της Καστίλης, της «ευνοουμένης» του Λεονόρα και του εραστή της Φερνάντο.

Η μεγαλύτερη αδελφή της Αννας, Μαίρη Β΄, βασίλισσα της Αγγλίας (1689/1694), έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 34 ετών. Για τη νεκρώσιμη ακολουθία της βασίλισσας, ο Henry Purcell είχε συνθέσει την «Πένθιμη Μουσική» («Music for the Funeral of Queen Mary»), σύνθεση που, ένα έτος αργότερα, συνόδευσε τον ίδιο στην τελευταία του κατοικία.

Η υποβλητική αυτή σύνθεση του Purcell είχε εμπνεύσει τον Γουέντι Κάρλος, ο οποίος είχε αναλάβει τη μουσική επένδυση της ταινίας του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι» («A Clockwork Orange», 1971). Σύμφωνα με τις διαδόσεις και τις φήμες της εποχής, ο πρόωρος θάνατος του μεγάλου Αγγλου συνθέτη προήλθε από πνευμονία, όταν ένα βράδυ που είχε επιστρέψει αργά η σύζυγός του τον κλείδωσε έξω από την κατοικία. Μια βιογραφία του Purcell επιχείρησε ο John Osborn, συγγραφέας των «Οργισμένων Νιάτων», στο τελευταίο έργο του, «England, My England», που ολοκλήρωσε ο Charles Wood (ιστορική ταινία, σε σκηνοθεσία Tony Palmer, 1995).

Το 1683, η Αννα παντρεύτηκε τον πρίγκιπα της Δανίας, Γεώργιο (αδελφός του βασιλιά Χριστιανού Ε΄ - οίκος των Ολντενμπουργκ). Με τον θάνατο της Αννα και την απουσία απογόνων (ατυχείς εγκυμοσύνες ή θνησιγενή τέκνα, που ωστόσο έφεραν και τον τίτλο του «πρίγκιπα της Δανίας/Νορβηγίας»), τον θρόνο της Βρετανίας κατέλαβε ο δεύτερος εξάδελφός της, Γεώργιος Α΄ (του οίκου του Ανόβερου), ο οποίος από την πλευρά της μητέρας ήταν απόγονος του οίκου των Στιούαρτ.

Σε απόγονο του Χριστιανού Ε΄ της Δανίας απευθύνθηκε το 1863 η ελληνική αντιπροσωπία (Κωνσταντίνος Κανάρης, Θρασύβουλος Ζαΐμης και Δημήτριος Γρίβας) για να προσφέρει το ελληνικό στέμμα στον γιο του Γεώργιο. Ο Χριστιανός, πρίγκιπας ακόμη (λίγο καιρό αργότερα, ο Θ΄, βασιλιάς της Δανίας), προσπάθησε να θέσει σύνολο παράλογων οικονομικών απαιτήσεων, προκειμένου ο γιος του να αποφύγει την ανάληψη του θρόνου μιας χώρας όπου κατοικούσε «άθλιο έθνος ληστών», όπως συνήθως αποκαλούσε τους Ελληνες.