Σχιζοφρένεια: Κλειδιά, η έγκαιρη διάγνωση και η παρέμβαση

Βασικό γνώρισμά της είναι η δυσκολία στον διαχωρισμό μεταξύ πραγματικών και μη πραγματικών γεγονότων • Με την υπογραφή του Μιχάλη Κεφαλογιάννη

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, πάνω από 21.000.000 άνθρωποι πάσχουν από σχιζοφρένεια διεθνώς. 

Μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων έδειξε ότι στην Ελλάδα εμφανίζονται κάθε χρόνο 3.000-3.500 νέα περιστατικά σχιζοφρένειας.
Πρόκειται για μια από τις πιο σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές, που εντάσσεται στο φάσμα της ψύχωσης. Βασικό γνώρισμά της είναι η διαταραχή της πραγματικότητας, δηλαδή καθίσταται δύσκολος ο διαχωρισμός μεταξύ πραγματικών και μη πραγματικών γεγονότων.

Τα αίτια της νόσου παραμένουν άγνωστα. «Ωστόσο, έχουμε καταλάβει ότι πρόκειται για σύνδρομο που εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο και τα ίδια συμπτώματα, αλλά υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί λόγοι που το προκαλούν. Μπορεί να μη γνωρίζουμε τα ακριβή αίτια, αλλά υπάρχουν παράγοντες κινδύνου που παίζουν ρόλο στην εμφάνιση της νόσου. Από τη μια, έχει φανεί ότι υπάρχουν γενετική προδιάθεση, τόποι στο γονιδίωμα που ευθύνονται για την εκδήλωση σχιζοφρένειας, αλλά εμπλέκονται και περιβαλλοντικοί παράγοντες που αυξάνουν το ρίσκο. Η χρήση κάνναβης τριπλασιάζει ή τετραπλασιάζει την πιθανότητα εμφάνισης σχιζοφρένειας, η ανοξία κατά τη γέννηση αυξάνει το ρίσκο για νόσο, η παιδική κακοποίηση μπορεί να αυξήσει κατά δυο τρεις φορές την πιθανότητα εμφάνισής της στην ενήλικη ζωή, ενώ έχει φανεί ότι η μετανάστευση μπορεί να αποτελεί παράγοντα κινδύνου» επισημαίνει ο Νίκος Στεφανής, καθηγητής Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών ΕΚΠΑ, πρώην καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αυστραλίας, μέλος του Κολεγίου Ψυχιατρικής της Αυστραλίας.
Οπως τονίζει, όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος που έχει τους παραπάνω παράγοντες κινδύνου θα νοσήσει οπωσδήποτε, αλλά αυξάνονται οι πιθανότητες για εκδήλωση της νόσου.  
Το σύνδρομο έχει γενετικό υπόβαθρο, άρα και κληρονομική προδιάθεση.



Ανθρωποι που έχουν στο οικογενειακό τους περιβάλλον ασθενείς με σχιζοφρένεια φαίνεται ότι μπορεί να έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν τη νόσο.
Η νόσος εκδηλώνεται συνήθως στη μετεφηβική ηλικία. Στους άνδρες τα συμπτώματα εμφανίζονται πιο νωρίς, στην ηλικία των 18-25 ετών, ενώ στις γυναίκες λίγο αργότερα, στην ηλικία των 25-30 ετών.
«Υπάρχουν πολλές θεωρίες που εξηγούν γιατί συμβαίνει αυτό. Μπορεί να οφείλεται στην προστατευτική δράση των οιστρογόνων ή στους διαφορετικούς κοινωνικούς ρόλους που έχει η γυναίκα. Σίγουρα σχετίζεται με την ωρίμανση του κεντρικού νευρικού συστήματος. Γι' αυτό και τα παιδιά που νοσούν δεν νοσούν ξαφνικά, χωρίς κανέναν λόγο και αιτία. Υπάρχει συνήθως ένα νευροαναπτυξιακό αποτύπωμα. Υπάρχουν ορισμένες παρεκκλίσεις στα παιδιά που πρόκειται να νοσήσουν, όπως χαμηλότερος δείκτης IQ, κινητικές αδεξιότητες, έντονο κοινωνικό άγχος στο σχολείο κ.λπ.» εξηγεί ο κ. Στεφανής.
 
▲ Τα συμπτώματα

 Οι άνθρωποι που πάσχουν από σχιζοφρένεια εκδηλώνουν παραλυτικές ιδέες και ψευδαισθήσεις, για τις οποίες έχουν την απόλυτη πεποίθηση ότι είναι αληθινές. Μπορεί να νομίζουν ότι έχουν ιδιαίτερες δυνάμεις, ότι τους καταδιώκουν, ότι το μυαλό τους ελέγχεται από εξωτερικές δυνάμεις ή ότι οι ιδέες τους φεύγουν από το μυαλό τους και καταλαβαίνουν όλοι τι σκέφτονται. Επίσης, είναι πιθανό να αναφέρουν ότι ακούν εσωτερικές φωνές που δεν είναι αντιληπτές από άλλους. Πιστεύουν ότι άλλοι άνθρωποι διαβάζουν ή ελέγχουν τις σκέψεις τους, ακόμη και ότι σχεδιάζουν να τους κάνουν κακό. Οι σκέψεις αυτές τους τρομοκρατούν, τους προκαλούν φόβο, απομόνωση ή, αντίθετα, υπερβολική ταραχή.

«Φυσικά, είναι μύθος ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι βίαιοι και επιθετικοί. Πιο πιθανό είναι να γίνουν θύματα παρά θύτες. Ωστόσο, υπάρχουν φάσεις μέσα σε ένα επεισόδιο που μπορεί να νιώθουν απειλή και να αντιδράσουν βίαια» λέει ο κ. Στεφανής.
Οι ασθενείς συχνά εμφανίζουν αποδιοργάνωση στην ομιλία, ο λόγος τους κατακερματίζεται και δεν υπάρχει συνάρτηση σε όσα λένε, νιώθουν απάθεια, αδιαφορία, απομονώνονται και σταματούν να φροντίζουν τον εαυτό τους.
«Πριν εμφανιστούν τα κλασικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας, τα άτομα περνούν από μια πρόδρομη φάση με άτυπα συμπτώματα, όπως δυσκολία στο σχολείο, ήπια κατάθλιψη, κοινωνική απόσυρση και απομόνωση» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Στεφανής.
    
▲ Νεότερες εξελίξεις

Οι ερευνητές επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην αρχική πορεία της ψύχωσης, με σκοπό τον έγκαιρο εντοπισμό των ασθενών και την παρέμβαση σε πρώιμα στάδια που σχετίζονται με την έναρξη της ασθένειας.
Ερευνες δείχνουν ότι η πρόγνωση της νόσου είναι καλύτερη όταν υπάρχουν έγκαιρη παρέμβαση και έναρξη της θεραπείας.

«Υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από το υπουργείο Υγείας και τη διεθνή κοινότητα ως προς την ανάπτυξη ενός νέου κινήματος στην ψυχιατρική για την έγκαιρη παρέμβαση. Η εξέλιξη της νόσου είναι καλύτερη, εάν η θεραπεία ξεκινά στα πρώιμα στάδια του συνδρόμου. Η αιχμή του δόρατος είναι η ανάπτυξη υπηρεσιών έγκαιρης παρέμβασης στην ψύχωση και στην Ελλάδα στο άμεσο μέλλον. Τέτοιες υπηρεσίες λειτουργούν ανά τον κόσμο με σκοπό να προσφέρουν στήριξη και να προωθήσουν την έγκαιρη διάγνωση και διαχείριση όχι μόνο ανθρώπων με πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο, αλλά και ατόμων που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο για να αναπτύξουν ψύχωση» εξηγεί ο κ. Στεφανής.

Οσον αφορά τον τομέα του φαρμάκου, γίνονται συνεχώς έρευνες για τον εντοπισμό νέων, καινοτόμων μηχανισμών δράσεων, πέραν των γνωστών με τους οποίους λειτουργούν τα φάρμακα την τελευταία 15ετία.
Αναπτύσσονται συνεχώς καινούργια μόρια, αλλά δυστυχώς ακόμα δεν κυκλοφορούν στην αγορά νεότερα φάρμακα με διαφορετικό μηχανισμό δράσης.
«Σίγουρα βγαίνουν συνεχώς νεότερης γενιάς φάρμακα με λιγότερες παρενέργειες, αλλά δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα έναν διαφορετικό μηχανισμό δράσης. Είναι ένας τομέας όπου αναμένουμε αποτελέσματα τα επόμενα χρόνια» καταλήγει.

Τι πρέπει να κάνει το περιβάλλον

Το συγγενικό περιβάλλον παίζει καθοριστικό ρόλο στην πορεία της νόσου.
«Οι συγγενείς θα πρέπει να αποφεύγουν την υπερεμπλοκή, δηλαδή δεν πρέπει να υπερασχολούνται με τον ασθενή παραβιάζοντας την ατομικότητά του, αλλά, από την άλλη, δεν πρέπει να αδιαφορούν» επισημαίνει ο κ. Στεφανής.
Είναι σημαντική η ψυχοεκπαίδευση και της οικογένειας για να μάθει πώς να χειρίζεται την κατάσταση, να μην προκαλεί στρες στον ασθενή, να αντιμετωπίζει τις κρίσεις, να μπορεί να επιλύει προβλήματα και να ενθαρρύνει την επανένταξη του ασθενούς στην κοινωνική ζωή.

Πώς αντιμετωπίζεται

Ηφύση της νόσου μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση και τη θεραπεία. Ο ασθενής νιώθει ότι απειλείται και ότι οι γύρω του θέλουν το κακό του. Γι' αυτό απομονώνεται, δεν βγαίνει από το σπίτι, κλείνει τα παντζούρια, αμφιβάλλει για το φαγητό που του σερβίρει η μητέρα του, οπότε δυσκολεύεται να προσέλθει στον γιατρό και να λάβει υποστήριξη και αγωγή. «Η εμπιστοσύνη μεταξύ γιατρού και ασθενούς είναι το μεγάλο όπλο στη θεραπεία» υποστηρίζει ο κ. Στεφανής. Η θεραπεία συνίσταται σε χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής με αντιψυχωσικά φάρμακα και ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη. Τα φάρμακα έχουν στόχο την ύφεση των συμπτωμάτων, καθώς δεν υπάρχει πλήρης ίαση.

«Παρ' όλα αυτά, έχουμε δει ότι ένα 20%-30% ασθενών με σχιζοφρένεια θα εμφανίσει ένα επεισόδιο, αλλά θα καταφέρει να θεραπευτεί πλήρως. Παλαιότερα ήμασταν πιο πεσιμιστές, αλλά ανακαλύψαμε ότι η πορεία της νόσου είναι ετερόκλητη, Υπάρχουν άτομα που, ύστερα από 10 χρόνια, δεν έχουν συμπτώματα, χωρίς να παίρνουν αγωγή» λέει ο κ. Στεφανής.Κάθε ασθενής με σχιζοφρένεια, όμως, έχει διαφορετική εξέλιξη. Η σχιζοφρένεια έχει πολλές μορφές, με διαφορετικό τρόπο έναρξης, διαφορετική πορεία και έκβαση, και διαφορετική ανταπόκριση στη θεραπεία.
Αλλοι ασθενείς λαμβάνουν αγωγή και είναι πλήρως λειτουργικοί, ενώ άλλοι θα έχουν σημαντική μείωση των συμπτωμάτων.
Η διάρκεια της αγωγής εξαρτάται από την κατάσταση της υγείας κάθε ατόμου ξεχωριστά.

«Δεν υπάρχει ένας γενικός κανόνας. Ξεκινάμε με μια αγωγή διάρκειας δύο ετών και στη συνέχεια την προσαρμόζουμε ανάλογα με την εξέλιξη της νόσου στον κάθε ασθενή. Γι' αυτό και η συχνή παρακολούθηση από τον γιατρό είναι απαραίτητη» τονίζει ο κ. Στεφανής.
Τα φάρμακα χορηγούνται είτε καθημερινά, με τη μορφή χαπιών, είτε μία φορά τον μήνα, με τη μορφή ένεσης, για καλύτερη συμμόρφωση των ασθενών.

«Οπως όλα τα φάρμακα, έτσι και τα αντιψυχωσικά έχουν παρενέργειες. Η κύρια παρενέργεια είναι η εμφάνιση μεταβολικού συνδρόμου. Τα άτομα που λαμβάνουν αγωγή παίρνουν βάρος, κάνουν διαβήτη και υπέρταση» προσθέτει.
Γι' αυτό η σχιζοφρένεια εμφανίζει αυξημένη θνησιμότητα. Μεγάλες πανευρωπαϊκές μελέτες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς καταλήγουν 10-15 χρόνια νωρίτερα, καθώς αναπτύσσουν καρδιολογικά προβλήματα.

Παράλληλα με τη φαρμακευτική αγωγή, όμως, ο ασθενής θα πρέπει να κάνει ψυχοεκπαίδευση, έτσι ώστε να ενημερώνεται για τη φύση του συνδρόμου, για το πώς θα πρέπει να χειρίζεται την κατάσταση, για το πώς επηρεάζει την κοινωνική ζωή του και για το ότι πρέπει να αποκτήσει εμπιστοσύνη στο φάρμακο για να είναι ένα λειτουργικό άτομο στην καθημερινή ζωή του. Επίσης, θα πρέπει να αποφεύγει το έντονο στρες, γιατί πυροδοτεί ψυχωσικά επεισόδια και τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών.