Οι δύο... αλήθειες για τη χοληστερίνη! Τι λένε οι ειδικοί

Οι επιστήμονες διασταυρώνουν τα ξίφη τους πάνω στο θέμα του κατά πόσο αποτελεί σημαντικό παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου. Η αντιμετώπιση συνιστά αλλαγές προς έναν υγιεινό τρόπο ζωής, αλλά και χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής • Με την υπογραφή του Μιχάλη Κεφαλογιάννη

Η χοληστερίνη είναι ένα από τα συστατικά του σώματός μας που απασχολεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού, καθώς η αύξησή της πάνω από το φυσιολογικό εύρος τιμών προκαλεί ανησυχία. H ανησυχία προκύπτει από το γεγονός ότι η αυξημένη χοληστερόλη έχει συσχετισθεί κυρίως με τον αυξημένο κίνδυνο εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου. Οι επιστήμονες, ωστόσο, διασταυρώνουν τα ξίφη τους πάνω στο θέμα της χοληστερίνης και κατά πόσο αποτελεί σημαντικό παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου. Η αντιμετώπιση της υπερχοληστεροναιμίας συνιστά αλλαγές προς έναν υγιεινό τρόπο ζωής, αλλά και χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, με πρωταγωνιστές τις στατίνες. Η επιστημονική κοινότητα φαίνεται να διατυπώνει κατά καιρούς διφορετικές απόψεις για τις στατίνες και τις παρενέργειές τους, καθώς και τα «φυσιολογικά» όρια των τιμών της χοληστερίνης.

Κάποιοι επιστημονες υποστηρίζουν ότι οι στατίνες χρησιμοποιούνται πολύ, ενώ δεν είναι άμοιρες παρενεργειών, με αποτέλεσμα να μην προσφέρουν τόσο σημαντικά οφέλη σε συγκεκριμένα νοσήματα στα οποία η χοληστερίνη δεν παίζει τόσο ουσιαστικό ρόλο όσο ο ανθυγιεινός τρόπος ζωής. Από την άλλη, πολλοί επιστήμονες ισχυρίζονται ότι οι στατίνες είναι θαυματουργά φάρμακα, που προλαμβάνουν την υψηλή χοληστερίνη και τα καρδιαγγειακά νοσήματα, μειώνοντας τον κίνδυνο θανάτου και αυξάνοντας το προσδόκιμο ζωής.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι λύση σε αυτή τη διαμάχη θα έπρεπε να δώσουν οι διεθνείς οργανισμοί υγείας και να μην επαφίεται σε κάθε ασθενή η «ελευθερία» να διαλέξει τη μία ή την άλλη πλευρά αυτής της άτυπης αντιπαράθεσης.

▲ Μάστιγα της εποχής μας

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο ακούμε για τις καταστροφικές συνέπειες της υπερχοληστερολαιμίας, σε βαθμό τέτοιο που να θεωρείται πλέον μάστιγα της εποχής μας. Η χοληστερόλη είναι γνωστή και με το όνομα χοληστερίνη, όμως ο όρος «χοληστερόλη» είναι πιο σωστός. «Η χοληστερόλη είναι ένα από τα λίπη που υπάρχουν στον οργανισμό μας. Το παίρνουμε μόνο από τις ζωικές τροφές, αλλά παράγεται και από τον ίδιο τον οργανισμό, στο συκώτι. Εχει υπολογιστεί ότι σε ανθρώπους χωρίς διαιτητικές παρεκτροπές και υπερβολές, το ποσοστό της ενδογενώς παραγόμενης χοληστερόλης αποτελεί τα 2/3 της συνολικής χοληστερόλης, με άλλα λόγια μόνο το 1/3 αυτής οφείλεται στη διατροφή» επισημαίνει ο Γιώργος Χατζηγεωργίου, καρδιολόγος



Τα κυριότερα συστατικά της χοληστερόλης είναι η χοληστερόλη που βρίσκεται στις λιποπρωτεΐνες χαμηλής πυκνότητας (LDL), που είναι γνωστή και ως «κακή» χοληστερόλη, και η χοληστερόλη που βρίσκεται στις λιποπρωτεΐνες υψηλής πυκνότητας (HDL), που είναι γνωστή και ως «καλή» χοληστερόλη. Η κακή χοληστερόλη (LDL) ευθύνεται για τη δημιουργία των αθηρωματικών πλακών, ενώ η καλή χοληστερόλη (HDL) είναι αυτή που προστατεύει τον άνθρωπο, τόσο από την αθηροσκλυντική νόσο, που αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό της γήρανσης, όσο και από τις εκδηλώσεις σοβαρών νοσημάτων (π.χ., στεφανιαία νόσος, ισχαιμικά εγκεφαλικά, αποφρακτική περιφερική αρτηριοπάθεια).

«Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, στους άνδρες για κάθε αύξηση της LDL κατά 10 mg/dl ο κίνδυνος εμφάνισης στεφανιαίας νόσου αυξάνεται κατά 10%, ενώ κάθε αύξηση της HDL κατά 5 mg/dl μειώνει τον κίνδυνο κατά 10%» εξηγεί ο κ. Χατζηγεωργίου.

Τα αίτια της υπερχοληστερολαιμίας μπορεί να είναι:
• Κληρονομική διαταραχή.
• Κατανάλωση τροφών που περιέχουν πολλά κεκορεσμένα λίπη.
• Νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, ο υποθυρεοειδισμός ή νοσήματα των νεφρών ή του ήπατος.

«Στην υπερχοληστερολαιμία, η εναπόθεση λίπους στα τοιχώματα των αρτηριών κάνει τις αρτηρίες να χάνουν την ελαστικότητά τους και προκαλεί στένωση του αυλού τους, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της ροής του αίματος, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό θρόμβων και πλήρη διακοπή της ροής. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η κατάσταση αυτή πρέπει να αντιμετωπίζεται άμεσα, διότι είναι σιωπηλή νόσος. Οταν δώσει συμπτώματα είναι ήδη αργά και τότε καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε την κλινική εκδήλωσή της, έχοντας χάσει το πλεονέκτημα της πρόληψης του συμβάντος» προσθέτει ο ίδιος.

▲ Θεραπεία

Η θεραπευτική αντιμετώπιση αφορά πρωτίστως την υπολιπιδαιμική δίαιτα. Αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στην αντιμετώπιση της υπερχοληστερολαιμίας και θα πρέπει πάντοτε να συνοδεύει και την όποια περαιτέρω αγωγή. Στη συντριπτική πλειονότητα, η αγωγή αυτή αφορά τη χορήγηση φαρμακευτικών σκευασμάτων και προεξέχουσα θέση έχουν οι στατίνες. Ο κύριος μηχανισμός δράσης τους αφορά την αναστολή της παραγωγής της χοληστερόλης από τον ίδιο τον οργανισμό. Με τη χορήγηση των στατινών, εκτός από τη μείωση της ολικής χοληστερόλης, της LDL, ακόμη και των τριγλυκεριδίων, μπορεί να έχουμε και μια μικρή αύξηση της τιμής της HDL. «Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται λόγος και για άλλες ιδιότητες των στατινών, ανεξάρτητες από τη υπολιπιδαιμική δράση τους, οι οποίες είναι και αυτές ευεργετικές για τον οργανισμό. Οι πλειοτροπικές, όπως αποκαλούνται, δράσεις των στατινών δύσκολα μπορούν να εκτιμηθούν με μια εξέταση αίματος και αφορούν τη σταθεροποίηση της αθηρωματικής πλάκας (δεν αυξάνεται το μέγεθός της εύκολα και γίνεται πιο σκληρή, άρα και λιγότερο ευάλωτη στο να υποστεί τραυματισμό - ρήξη, η οποία θα οδηγήσει σε έμφραγμα ή ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο). Επίσης, έχουν αντιφλεγμονώδη, αντιοξειδωτική και αντιθρομβωτική δράση. Ενα μικρό ποσοστό, των ασθενών που λαμβάνουν στατίνες μπορεί να παρουσιάσει κάποιες από τις ανεπιθύμητες δράσεις των φαρμάκων αυτών, οι οποίες είναι αναστρέψιμη μυοσίτιδα, ραβδομυόλυση και αύξηση των ηπατικών ενζύμων. Γι' αυτό όσοι παίρνουν στατίνες πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά την εξέλιξη της υγείας τους» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Χατζηγεωργίου.

Οι παρενέργειες που προκαλούν οι στατίνες είναι χειρότερες κατά το πρώτο έτος της θεραπείας. Αλλα φάρμακα που χορηγούνται, είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με τις στατίνες, είναι η εζετιμίμπη, τα ω-3 λιπαρά οξέα, η νιασίνη, οι φιμπράτες, η κολεσεβελάμη κ.λπ. Τα τελευταία χρόνια, στην αντιμετώπιση της υπερχοληστερολαιμίας έχουν ενταχθεί και άλλες θεραπείες, όπως αυτή της εξωσωματικής κάθαρσης των λιπιδίων και πολύ πρόσφατα η γονιδιακή θεραπεία. Η μέθοδος της εξωσωματικής κάθαρσης των λιπιδίων γίνεται όπως με το τεχνητό νεφρό στους νεφροπαθείς, δηλαδή το αίμα του ασθενούς μεταφέρεται σε ειδικά φίλτρα, τα οποία το διηθούν κατακρατώντας τη χοληστερόλη. Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται και στην Ελλάδα από το έτος 2004 και αφορά πολύ σοβαρές μορφές της νόσου, όταν οι ασθενείς παρουσιάζουν αποτυχία επίτευξης του στόχου με τη μέγιστη δόση συνδυασμένης φαρμακευτικής αγωγής ή λόγω αδυναμίας λήψης φαρμακευτικής αγωγής λόγω παρενεργειών.

Επίσης, έχει αρχίσει και η αντιμετώπιση της υπερχοληστερολαιμίας με γονιδιακή θεραπεία. Είναι σε μορφή δισκίων καθημερινώς και κάποιες άλλες σε μορφή υποδόριας ένεσης (όπως η ινσουλίνη), η οποία γίνεται κάθε δύο εβδομάδες. «Προϋπόθεση για ένταξη σε αυτές τις θεραπείες είναι, όπως και στην πλασμαφαίρεση, να έχουμε αστοχία επίτευξης του θεραπευτικού στόχου με τις προηγούμενες θεραπείες. Αυτές οι ειδικές θεραπείες χορηγούνται κατόπιν εγκρίσεως από τον ΕΟΠΥΥ, δίχως την οικονομική επιβάρυνση του ασφαλισμένου, και επιτυγχάνουν περαιτέρω μείωση της τιμής των λιπιδίων έως και 60%» καταλήγει ο ίδιος.

Η άλλη όψη του νομίσματος…

Ηχοληστερίνη ή χοληστερόλη είναι βασική δομική ουσία, απαραίτητη σε όλες τις κυτταρικές μεμβράνες όλων των ιστών, στη σύνθεση των ορμονών, όπως τα ανδρογόνα, τα οιστρογόνα, η κορτιζόλη και η αλδοστερόνη, στη σύνθεση της βιταμίνης D, στο ανοσοποιητικό σύστημα για την αντιμετώπιση λοιμώξεων και κάθε είδους φλεγμονής, στον νευρικό ιστό και στην ομαλή εγκεφαλική λειτουργία.

Το μόριο της χοληστερίνης ή χοληστερόλης είναι ένα. Εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος μεταφοράς της στο αίμα. Επειδή δεν είναι διαλυτή, μεταφέρεται μέσα σε μεγαλομοριακά «οχήματα», τις λιποπρωτεΐνες, σημαντικότερες από τις οποίες είναι η LDL και η HDL. Η πρώτη, γνωστή ως «κακή», είναι πλούσια σε μόρια χοληστερίνης, τα οποία από το ήπαρ μεταφέρονται σε όλους τους ιστούς για τη σύνθεση των απαραίτητων δομικών συστατικών και ουσιών που αναφέραμε. Η δεύτερη, η «καλή», έχει ως κύρια αποστολή να μαζεύει τη χοληστερίνη που «περισσεύει» στους ιστούς και να την οδηγεί πίσω στο ήπαρ.
«Από μόνης της η LDL δεν είναι συνήθως “κακή” και έχει μόνο ευεργετικές δράσεις, ακόμα και στις αυθαίρετα οριζόμενες “αυξημένες” τιμές. Η LDL γίνεται “κακή” συνήθως όταν υπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η υπέρταση, ο διαβήτης, η έλλειψη άσκησης και η παχυσαρκία» επισημαίνει ο Χρήστος Ντέλλος, καρδιολόγος, τ. διευθυντής Καρδιολογικού Τμήματος Τζάνειου Νοσοκομείου Πειραιά, διδάκτωρ Πανεπιστήμιου Αθηνών. Η φυσιολογική διακύμανση των τιμών της ολικής, αλλά και της LDL χοληστερόλης, είναι πολύ μεγάλη. Ο κ. Ντέλος χαρακτηρίζει αυθαίρετες τις αναφερόμενες τιμές ως «φυσιολογικές» στις εργαστηριακές εξετάσεις.

«Ακραίες τιμές βέβαια, όπως ολική χοληστερόλη μεγαλύτερη των 320 mg και LDL μεγαλύτερη των 190 mg, μπορεί να σημαίνουν οικογενή υπερχοληστερολαιμία, μια κληρονομική και μάλλον σπάνια διαταραχή (ένας στους 300-500 ανθρώπους), που απαιτεί θεραπεία. Μεγάλη σημασία, επίσης, έχουν οι χαμηλές τιμές της HDL χοληστερόλης, που πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη, σε συνδυασμό με αυξημένα τριγλυκερίδια. Υψηλές τιμές HDL χοληστερόλης, που συχνά ανεβάζουν και τις τιμές της ολικής χοληστερόλης, είναι ιδιαίτερα προστατευτικές για καρδιαγγειακές παθήσεις» προσθέτει.

Η αυξημένη χοληστερίνη σημαίνει απαραίτητα και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο; Ο κ. Ντέλλος απαντά αρνητικά. Οπως εξηγεί, υπολογίζεται ο συνολικός κίνδυνος του ασθενούς από όλους τους παράγοντες κινδύνου, από τους οποίους συνήθως η χοληστερίνη έχει τον μικρότερο ρόλο. Για τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας η ιεράρχηση κατά σειρά βαρύτητας των παραγόντων κινδύνου είναι: Πρώτον, το κάπνισμα, δεύτερον, η υπέρταση, τρίτον, ο διαβήτης, τέταρτον, η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, πέμπτον, η παχυσαρκία και, έκτον, η αυξημένη χοληστερίνη. Επίσης, πρέπει να υπολογίζονται και το έντονο και παρατεταμένο στρες και η κατάθλιψη ως ισχυροί παράγοντες κινδύνου. «Πολλοί μύθοι, επίσης, σχετίζονται με τη διατροφή κατά της χοληστερίνης. Τα κορεσμένα λίπη, τα πλήρη γαλακτοκομικά, τα αβγά, δεν επηρεάζουν σημαντικά τη χοληστερίνη, ενώ φαίνεται ότι βελτιώνουν και τα επίπεδα της “καλής” HDL χοληστερίνης. Τελευταία, μάλιστα, μεγάλη μελέτη, η PURE, αλλά και παλαιότερες δείχνουν ευεργετική δράση από την κατανάλωση τέτοιων τροφών. Τα trans λιπαρά, τα επεξεργασμένα κρέατα και γενικά τρόφιμα, και η ζάχαρη φαίνεται να είναι οι επικίνδυνες τροφές για τις καρδιοπάθειες και για ανάπτυξη καρκίνου» επισημαίνει ο κ. Ντέλλος.

▲ Πώς θα ρίξουμε τη χοληστερίνη;

«Δεν χρειάζεται οι περισσότεροι άνθρωποι να ρίξουν τη χοληστερίνη, για τον απλούστατο λόγο ότι τη χρειάζονται, ακόμα και αν δεν βρίσκεται στις αυθαίρετες “φυσιολογικές” τιμές! Η χοληστερίνη δεν είναι τοξική ουσία για να τη ρίχνουμε σε όλο τον κόσμο, όλο και πιο χαμηλά. Αντίθετα, είναι εξαιρετικά χρήσιμη και μεγάλη μελέτη δείχνει ότι τα άτομα με τις υψηλές τιμές ζουν περισσότερο από εκείνα με τις «φυσιολογικές», τουλάχιστον όταν δεν έχουν καρδιαγγειακά νοσήματα ή διαβήτη» απαντά ο κ. Ντέλλος.

Οπως ο ίδιος τονίζει, οι στατίνες, όπως και τα περισσότερα φάρμακα, έχουν παρενέργειες. Προκαλούν συχνά κόπωση, μυαλγίες ή και σοβαρές μυοπάθειες. Περιορίζουν σε πολλούς την ικανότητα για άσκηση. Αυξάνουν την πιθανότητα ανάπτυξης διαβήτη και καταρράκτη, και επηρεάζουν, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, τη μνήμη και άλλες νοητικές λειτουργίες. Επίσης, δίνουν σε πολλούς μια ψευδή αίσθηση ασφαλείας και εγκαταλείπουν υγιεινές συνήθειες, όπως την προσπάθεια να διακόψουν το κάπνισμα, να ασκούνται και να τρέφονται σωστά.

«Οι στατίνες, όπως και όλα τα φάρμακα, είναι χρήσιμες όταν δίδονται σε εκείνους που οι πιθανότητες να τους ωφελήσουν είναι περισσότερες από τις πιθανότητες να τους βλάψουν. Δηλαδή σε άτομα πραγματικά υψηλού κινδύνου, όπως με στεφανιαία νόσο, έμφραγμα, αγγειακές αποφράξεις, οικογενή υπερχοληστερολαιμία ή με άλλους ισχυρούς και μη ελεγχόμενους παράγοντες, όπως κάπνισμα, διαβήτη και υπέρταση. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, πρέπει να ελέγχεται η δόση, μήπως είναι υψηλή για τον συγκεκριμένο άρρωστο και προκαλεί παρενέργειες. Επίσης, να τονίζεται ότι το μέγιστο όφελος θα το έχει από τη διακοπή του καπνίσματος, την άσκηση και τη σωστή διατροφή» καταλήγει ο ίδιος.