ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Γιατί καθίσταται απαραίτητο το «φρένο» στη διπλωματική δραστηριότητα, παρά τις αντιρρήσεις Κατρούγκαλου

Από τον
Αλέξανδρο Τάρκα

Η κυβέρνηση, αν και σε απόσταση αναπνοής από τις -πάσης φύσεως- εκλογικές αναμετρήσεις του 2019, επιμένει σε διπλωματικές κινήσεις που μπορεί είτε να δεσμεύσουν, αθέμιτα, τη διάδοχό της σε περίπτωση άνετης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είτε να βραχυκυκλώσουν, επικίνδυνα, το όποιο συμμαχικό ή μεταβατικό σχήμα σε περίπτωση που υπάρξει απόσταση από τις 151 έδρες.

Θεωρητικά (και μόνον), ο υπουργός Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλος ίσως έχει δίκιο, δηλώνοντας μετά τη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής την Παρασκευή ότι «η επιδίωξη συναίνεσης δεν σημαίνει συνδιαχείριση και δεν είμαστε υπηρεσιακή κυβέρνηση», και απορρίπτοντας το αίτημα της Ν.Δ. για την αναστολή όλων των σημαντικών διπλωματικών πρωτοβουλιών έως τις εκλογές.

Ωστόσο, στην πράξη, γνωρίζει ότι ο ίδιος και ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας βρίσκονται εν αδίκω:

Πρώτον, επειδή οι συνομιλίες, στις 5 Φεβρουαρίου, με τον Τούρκο πρόεδρο Ρ. Τ. Ερντογάν έδειξαν ότι η περίοδος έως τις βουλευτικές εκλογές (όποτε κι αν προκηρυχθούν) θα είναι μεταβατική για τις σχέσεις Αθήνας - Αγκυρας. Αν η ελληνική πλευρά επιδείξει σπουδή, οι λύσεις θα είναι βεβιασμένες και επικίνδυνες. Μολονότι ελάχιστα έχουν διαρρεύσει για τα διαμειφθέντα μεταξύ των κυρίων Τσίπρα και Ερντογάν, το ουσιώδες συμπέρασμα είναι ότι κανείς δεν ανέμενε πρόοδο μετά τη συνάντηση των υπουργών Αμυνας Ευ. Αποστολάκη και Χ. Ακάρ στις 14 Φεβρουαρίου, όπως πρόοδος δεν θα υπάρξει ούτε στη συνάντηση του κ. Κατρούγκαλου με τον Τούρκο ομόλογό του Μ. Τσαβούσογλου κατά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, στην Ουάσινγκτον, στις 2 Απριλίου. Το βαρύ έργο της διατήρησης των ανοιχτών καναλιών επικοινωνίας, της αναβίωσης του Μνημονίου Παπούλια - Γιλμάζ, της εφαρμογής μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, της επανάληψης των διερευνητικών συνομιλιών και, γενικά, της εκτόνωσης της έντασης στο Αιγαίο και στην Κύπρο θα αναλάβει ο γ.γ. του υπουργείου Εξωτερικών, πρέσβης Δ. Παρασκευόπουλος. Θα απαιτηθεί πολύμηνη και δύσκολη διαπραγμάτευσή του με τον γ.γ. του υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας, οπότε η κυβέρνηση δεν έχει κανέναν λόγο και κανένα επιχείρημα να μη δεχθεί το αίτημα της αντιπολίτευσης.

Δεύτερον, επειδή, παρά τις θριαμβολογίες για τις Πρέσπες, οι επόμενοι μήνες δεν προσφέρονται για περαιτέρω πρωτοβουλίες έναντι της λεγόμενης «Βόρειας Μακεδονίας» και της Αλβανίας. Πρόκειται για χαρακτηριστική περίπτωση που οι αργοί ρυθμοί της Αθήνας θα της εξασφαλίσουν ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση, ιδίως εν όψει του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ιουνίου, που θα εξετάσει τις ενταξιακές συνομιλίες των δύο βαλκανικών χωρών στην Ε.Ε. Δεν είναι, άλλωστε, μυστικό στους διαδρόμους του υπουργείου Εξωτερικών ότι ο ίδιος ο κ. Κατρούγκαλος έχει δώσει εντολές για βολιδοσκόπηση της ηγεσίας της Ε.Ε. ως προς τις προθέσεις της για τα Δυτικά Βαλκάνια (και για την Τουρκία).

Τρίτον, όπως έχει επισημάνει εδώ και μήνες η «δημοκρατία», η αναστολή πρωτοβουλιών σε προεκλογικές περιόδους είναι εθιμικός κανόνας που έχει ισχύσει επανειλημμένα. Δεν αποτελεί υποχώρηση ή ένδειξη πολιτικής αδυναμίας. Αναστολή του διαλόγου Ελλάδας - Τουρκίας για τα διμερή και Ελλάδας - ΗΠΑ για τις βάσεις υπήρξε και το 1981 (πρωθυπουργός Γ. Ράλλης και υπουργός Εξωτερικών Κων. Μητσοτάκης) και το 1989 (Ανδρ. Παπανδρέου και Κάρ. Παπούλιας), ενώ το ίδιο συνέβη και στις αρχές του 2004 (Κ. Σημίτης, Γ. Παπανδρέου), με την παύση των διαπραγματεύσεων για το «Σχέδιο Ανάν».

Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση είναι χρήσιμο να μη βιαστεί ούτε έναντι των ΗΠΑ. Παρά τη μεγάλη επιτυχία του Στρατηγικού Διαλόγου τον Δεκέμβριο και το άριστο επίπεδο σχέσεων, η Ουάσινγκτον δεν έχει ξεκαθαρίσει την πολιτική της έναντι της Τουρκίας και, γενικότερα, έναντι των εξελίξεων στη ΝΑ Μεσόγειο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνεχής και επιμελέστατη αποφυγή δέσμευσης (από τον Δεκέμβριο έως σήμερα) ως προς τη συμμετοχή του υπουργού Εξωτερικών Μ. Πομπέο στη Σύνοδο Κορυφής Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ, που, σύμφωνα με τον αρχικό προγραμματισμό, θα διεξαγόταν σήμερα (!) στην Κρήτη. Ηδη αναζητείται νέα ημερομηνία έως τα τέλη Μαρτίου, ώστε να συνδυαστεί με την ανακοινωθείσα μετάβαση του κ. Πομπέο, εντός του μηνός, στο Κουβέιτ για τον εκεί στρατηγικό διάλογο που είχε αναβληθεί τον Ιανουάριο λόγω δυσάρεστης οικογενειακής υποχρέωσής του.

Ενδεικτικό του άγχους της Αθήνας για την τριμερή σύνοδο είναι ότι ο κ. Κατρούγκαλος συνομίλησε τηλεφωνικά με τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών Τζον Σάλιβαν την περασμένη εβδομάδα, ώστε να βρεθεί εναλλακτική λύση για την αμερικανική εκπροσώπηση. Σημειώνεται δε ότι και στο Κυπριακό, παρά την πρόσφατη υπογραφή της «Δήλωσης Προθέσεων» Ουάσινγκτον - Λευκωσίας, δεν υπάρχει μεταβολή της πολιτικής ούτε της ηγεσίας ούτε των στελεχών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη