Προσωπεία ανατροπής και προσωπίδες εξουσίας

Οι σύγχρονες τεχνικές διαχείρισης της κοινής γνώμης ελαχιστοποιούν ή εκμηδενίζουν την ικανότητα της ορθής κρίσης και επιλογής, ιδιαίτερα όταν εφαρμόζονται σε ομάδες πολιτών χαμηλής παιδείας

Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο

Το 1605 (5 Νοεμβρίου) μια ομάδα καθολικών με πρωταγωνιστή τον Γκάι Φοκς (Guy Fawkes) οργάνωσε τη Συνωμοσία της Πυρίτιδας («Bonfire Night»), με σκοπό τη δολοφονία του προτεστάντη βασιλιά Ιακώβου Α΄ της Αγγλίας και την ανατίναξη του κτιρίου της Βουλής των Λόρδων, ως αντίδραση στην τυραννική πολιτική και στα άδικα και σκληρά μέτρα εναντίον των καθολικών. Τη συνωμοσία αποκάλυψε έμμεσα μία επιστολή που έλαβε μέλος της Βουλής, με αποτέλεσμα τη σύλληψη του Φοκς, ο οποίος, ύστερα από μακρά σειρά βασανιστηρίων, ομολόγησε και έδωσε τα ονόματα των υπόλοιπων συνεργών, τους οποίους καταδίκασαν, επίσης, σε θάνατο με αγχόνη και διαμελισμό.

Ο Φοκς είχε εμπνεύσει τους Alan Moore και David Lloyd να δημιουργήσουν, το 1980, το προσωπείο (μάσκα) του μυστηριώδους «V» από τη σειρά εικονογραφημένων ιστοριών (graphic novel-σημείο αναφοράς των σύγχρονων κόμικς) «V for Vendetta», το οποίο υιοθέτησε αργότερα η ομάδα χ-ακτιβιστών Anonymous, αλλά και τον John Lennon στο τραγούδι «Remember / Remember the 5th of November», που συμπεριέλαβε στο πρώτο επίσημο solo λεύκωμα «John Lennon / Plastic Ono Band».

Οι δημόσιες διαμαρτυρίες των χ-ακτιβιστών Anonymous, που χρησιμοποιούν το προσωπείο του Φοκς ως ανάμνηση της Συνωμοσίας της Πυρίτιδας, στιγματίζουν την κρατική βία, την καταστολή της διαμαρτυρίας και την καταπίεση των πολιτών, ενώ καταγγέλλουν την υιοθέτηση και την εφαρμογή παράλογων μέτρων, που έχουν ήδη οδηγήσει κοινωνίες σε απόγνωση.

Η φυλή των πολιτικών με διαφορετική προσωπίδα, τη μάσκα της «σοβαρότητας» και του «αισθήματος ευθύνης», και με πρακτικές οδυνηρών επεμβάσεων διαμορφώνει και διαπλάθει ανεύθυνους πολίτες, ελλιπούς κριτικής ικανότητας, τους οποίους παρασύρει εύκολα στο έλεος του πανικού και του τρόμου, σύμφωνα με τις εντολές των οικονομικών δυναστών. Οι πομφόλυγες των διαπρεπών σοφών, πίσω από το προσωπείο της γνώσης, οι οποίοι δήθεν ελέγχουν και επιτιμούν την εξουσία από τα μέσα μαζικής πληροφόρησης, περιπλέκουν περισσότερο την κατάσταση και δημιουργούν ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση.

Η διασπορά τρόμου, η συνεχής κινδυνολογία και ο ψυχαναγκασμός συνιστούν τις πλέον οδυνηρές πηγές αγχώδους σύγκρουσης και παραίτησης από την προσωπικότητα. Ο έντονος ψυχικός κλονισμός, αποτέλεσμα της συνεχούς και σκόπιμης διοχέτευσης ετερόκλητων μηνυμάτων, αποτελεί τη βασική πηγή ανάπτυξης ψυχονευρωτικών αντιδράσεων. Οι σύγχρονες τεχνικές διαχείρισης της κοινής γνώμης ελαχιστοποιούν ή εκμηδενίζουν την ικανότητα της ορθής κρίσης και επιλογής, ιδιαίτερα όταν εφαρμόζονται σε ομάδες πολιτών χαμηλής παιδείας και ανύπαρκτου πολιτισμικού ερείσματος.

Το άγχος του πανικού, όμοιο με τον ενστικτώδη φόβο του θανάτου, απορρυθμίζει τη λογική και καθοδηγεί τη σκέψη και τη φαντασία σε διαδρομές παραμορφωτικές και εξωπραγματικές. Οι πολίτες αποδέχονται πρόθυμα κάθε πληροφορία, απ’ όπου και αν προέρχεται, και αδυνατούν, πλέον, να εκλογικεύσουν ή να αφομοιώσουν οποιαδήποτε είδηση. Οταν τα ερεθίσματα και τα αίτια που τρέφουν, συντηρούν και ανανεώνουν τη συνείδηση εκλείψουν, τότε παρατηρείται πλήρης απώλεια επίγνωσης.

Η κοινωνία σχοινοβατεί σε χάος κενότητας, τα όρια του οποίου έχουν διευρύνει σημαντικά η έλλειψη παιδείας και αυτοπεποίθησης, η απώλεια του αυτοσεβασμού, η απαξίωση της πολιτισμικής κληρονομιάς, η υιοθέτηση ξένων και ανοίκειων τρόπων διαβίωσης, με την πλήρη εξάρτηση από τη φαντασμαγορία του δάνειου καταναλωτισμού, η στείρα προγονολατρεία. Στην άλλη άκρη, ταλαντεύεται ανεπιτυχώς η επανασύνδεση του λαού με τις πραγματικές αξίες που τον διατήρησαν αλώβητο σε δυσμενείς και ακραίες περιστάσεις.

Σε εξωπραγματική κοινωνία παραπέμπει η εορταστική περίοδος της Αποκριάς, από την ανατροπή της τάξης και των νόμων στην αμφισβήτηση της ιεραρχίας και των αρχών και από την παραπλάνηση των σκωπτικών μεταμφιέσεων στη διακωμώδηση και τη λοιδορία των προσώπων της πολιτικής, ως μία αλληγορική ανταπόδοση και παρωδία του εμπαιγμού που επιχειρεί ο θύτης στο θύμα: ένας τραγελαφικός καρνάβαλος πολιτικής διαπλοκής, που περιφέρουν και διαπομπεύουν η υποκρισία και η φαυλότητα. Μεταφορά στην ουτοπία και στην ψευδαίσθηση, σε χρόνο και στιγμή όπου τα προσωπεία αποκαλύπτουν και μεγεθύνουν εκείνα που με δόλο καλύπτουν η σαπρία και η σαθρότητα του πλέγματος των δυνάμεων της εξουσίας.

Το 2006, στην περίοδο ακόμη της ευδαιμονίας και της οικονομικής ευφορίας, η Πάτρα, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, προσκαλούσε τους πολίτες του κόσμου σε λαμπρές πανηγύρεις για να αναδείξει την πολιτισμική ταυτότητά της. Μεταξύ των εκδηλώσεων, και η αναδρομική έκθεση στο Πατρινό Καρναβάλι, με πρωταγωνιστές τις καρναβαλικές μορφές του τεχνίτη και συλλέκτη Δημήτρη Βούρτση, που φιλοτέχνησε και διέσωσε από την πυρά του θριάμβου «τον Ενα και Μοναδικό Μονάρχη της χαράς και τη θαυμαστή Αυλή του». Το εμβληματικό προσωπείο του αποτύπωσε την αποτυχία των εκπροσώπων της εξουσίας, διέσωσε από τη λαίλαπα των μνημονιακών χρόνων «ό,τι δεν κάηκε...» και «μετέτρεψε την αγωνία της πόλης σε εφιάλτη / έκρυψε στην καρδιά του ο λαός που το αγάπησε / το είπαν ψέμα, που η αλήθεια το προστάτεψε / έμεινε σπίθα, στ’ αποκαΐδια του εθίμου / φύλαξε η φαντασία στα όνειρά μας / φυγάδευσε η παράδοση από τα δεσμά του θεσμού / κατέστρεψε το άβουλο χθες των σημερινών ιθυνόντων / από την τέφρα της θυσίας θα ξαναγεννηθεί / συνάντησε τα χρώματα στα ξόανα στο νου μας / θυσιάστηκε στη μελλοντική αισθητική του τίποτα / το καταβρόχθισε ο καιάδας της αδιαφορίας μας / έψαξε η φωτιά μέσα στη στάχτη της / το είπαν μύθο και αργότερα ιστορία» (Α. Παπαντωνόπουλος, «Εικοσιοκτώ χρόνια»).

Περίοδος της Αποκριάς, η οποία συμπίπτει πάντοτε με την αρχή του έαρος, που μεταμορφώνει και εγείρει, συνεγείρει και συμπαρασύρει στη φαιδρότητα και στον διασκορπισμό της σκέψης και προσκαλεί σε πανηγύρεις, σε συμμετοχή και μέθεξη στην ατμόσφαιρα χαράς και ευωχίας. Ερχεται πάντοτε με την εποχή που σημαίνει την αλήθεια, τη μεταβολή της διάθεσης, την απαλλαγή από τον φόβο, με την υπόσχεση της εαρινής διαύγειας, καθώς τα σχήματα διαγράφονται ξανά στον ορίζοντα και τα χρώματα αποκαλύπτουν το κάλλος τους στο φως που εισβάλλει και ανατρέπει τις οπτικές μαζί με την ισορροπία του κόσμου.

Ακόμη ένα προσωπείο, το νεκρικό του Αγαμέμνονα, του άλλοτε κραταιού βασιλιά των Μυκηνών, που τόλμησε να θυσιάσει τη θυγατέρα του για την επιτυχή έκβαση του πολέμου στην Τροία, με μάτια ερμητικά κλειστά αντικρίζει την αιωνιότητα, πίσω από τη σημειωτική προοπτική του μύθου και της ιστορίας, καθώς «Το σώμα / τώρα / μονάχα βλέπει (δύσπιστο αυτό και γερασμένο) με μιαν άλλη όραση / την έμπιστη κι αγέραστη ομορφιά του κόσμου, που πια δεν του ανήκει. / Τούτη την όραση κανένας δεν τη συγχωρεί. Κι αλήθεια, έτσι ανεξάρτητη, / έτσι βαθειά κι αυτάρκης κι απεριόριστη, θαρρώ πως εμποδίζει / κ’ εμάς και τους άλλους-ανώφελη» (Γ. Ρίτσος, «Τέταρτη Διάσταση»).